Όταν η ζωή γίνεται τέχνη

[mks_dropcap style=”letter” size=”78″ bg_color=”#ffffff” txt_color=”#000000″]Α[/mks_dropcap]λήθεια, τι είναι άραγε μία ομπρέλα για ένα τεχνίτη πέρα από ένα καλά δουλεμένο χρηστικό μηχανισμό ο οποίος μας προστατεύει από τη βροχή; Για έναν ποιητή όμως ή ένα ζωγράφο θα μπορούσε να είναι η στέγη δύο ερωτευμένων ή ένα ταξίδι μίας ολόκληρης ζωής. Για να το δούμε αυτό όμως θα πρέπει να μπορούμε να μεταμορφώνουμε το τώρα, θα πρέπει να μπορούμε να γίνουμε οι παίχτες της στιγμής ώστε το καθημερινό να γίνει εξαιρετικό.

Ο Μαρσέλ Προυστ στο κείμενό του «Η ποίηση ή οι μυστηριακοί δρόμοι» μας λέει: «Φαίνεται φυσικό για κάποιον ταξιδιώτη να στέκεται μέσα σ’ έναν καθεδρικό ναό γεμάτος θαυμασμό μπροστά στις ψηφίδες από ολοπόρφυρο γυαλί που ο καλλιτέχνης τοποθέτησε κατά χιλιάδες στα βιτρό ή στα αμέτρητα στενά παραθυράκια που τρυπούν τους τοίχους με μίαν εξαίσια συμμετρία. Αλλά φαίνεται αφύσικο ένας ποιητής να στέκεται επί μία ώρα μπροστά σ’ αυτό το δέντρο και να κοιτάζει πως η ασυναίσθητη, αλλά σίγουρη αρχιτεκτονική σκέψη που λέγεται κερασιά τοποθέτησε, μόλις ήρθε η άνοιξη, αυτές τις αναρίθμητες μικρές δαντελωτές μπαλίτσες, που αναδίνουν, μέχρι να μαραθούν, ένα ελαφρύ άρωμα μέσα στα σκουρόχρωμα πυκνά κλαδιά αυτού του δέντρου».

Ίσως ένας ποιητής, ένας ζωγράφος, ένας καλλιτέχνης γενικότερα, να κάθεται επί ώρα κοιτώντας επίμονα ένα δέντρο ή ένα λουλούδι, όπως μας λέει ο Μαρσελ Προυστ, προσπαθώντας να κλείσει τ’ αυτιά του στους γύρω θορύβους.

Όμως τι κοιτάζει στα αλήθεια;

Θ λέγαμε ότι στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο αυτό που κοιτάζει, αλλά αυτό που νιώθει. Εκείνο που ψάχνει χωρίς αμφιβολία είναι πέρα από το τοπίο, είναι το πολύτιμο κάτι που είναι καλά κρυμμένο μέσα στον καλλιτέχνη και απλώς αναζητά το κατάλληλο ερέθισμα για να αναδυθεί από το βάθος του υποσυνείδητου. Ίσως γι’ αυτό πολλοί σπουδαίοι καλλιτέχνες, ποιητές, μυθιστοριογράφοι, ζωγράφοι, γλύπτες και άλλοι, αναζητούν επίμονα να ξαναζήσουν το ερέθισμα που ξετύλιξε από μέσα τους τον τεράστιο πλούτο συναισθημάτων που έκρυβαν. Ένα ερέθισμα, το οποίο όμως κάποιες φορές δεν στάθηκε αρκετό σε ένταση και διάρκεια, αφήνοντας έτσι πίσω τους ένα ημιτελές έργο.

Όπως το ημιτελές μυθιστόρημα Ντουμπρόβσκι από τον Ρώσο λογοτέχνη Αλεξαντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν (1799 – 1837) ή το πορτρέτο του Μικελάντζελο Μπουοναρότι (1475 – 1564) από τον μαθητή του Ντανιέλε ντε λα Βολτέρα στα 1544, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ από τον δημιουργό του.

Εξ ου και η απόπειρα να ξαναδράξει κανείς την έμπνευση του μέσα από την βοήθεια της ανάγνωσης, του έρωτα ή του κρασιού, αλλά ακόμη και της ανάμνησης κάποιον σημαντικών στιγμών που έζησε και ο χρόνος μεταστοιχείωσε, λειαίνοντας τον πόνο και την χαρά αυτών των στιγμών σε έντονη καλλιτεχνική ευαισθησία. Μία απόπειρα τόσο αναγκαία όσο και το σπουδαίο έργο του μεγάλου Γερμανού ποιητή, μυθιστοριογράφου και  δραματουργού Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749 -1832) ο οποίος τελείωσε το έργο του Φάουστ,  αφήνοντας και ξαναπιάνοντάς το μετά από πολλά χρόνια.

Ίσως γι’ αυτό και η ανάγκη κάποιων ανθρώπων, με ιδιαίτερες καλλιτεχνικές ευαισθησίες, της επιστροφής τους σε οικείους τόπους. Εξάλλου κάθε φωτογραφία μας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παρελθοντικό γεγονός της ζωής μας, το οποίο ανακαλούμε στην μνήμη μας και το οποίο  κάποια στιγμή εκτυπώσαμε απάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Πίσω από το προσωπικό μας φωτογραφικό άλμπουμ κρύβεται ένας κόσμος ολόκληρος, που για τους άλλους δεν έχει καμία αξία. Μία φωτογραφία του αγαπημένου ή της αγαπημένης στο πορτοφόλι μας, μας κάνει να αισθανόμαστε ότι βρίσκεται μαζί μας, δίπλα μας, στο μυαλό μας. Αλλά κυρίως αυτό που είναι δίπλα μας είναι τα συναισθήματα μας, τα οποία ανακαλούμε όταν κοιτάζουμε το εκτυπωμένο πρόσωπο της φωτογραφίας.

Σε ανθρώπους εμπνευσμένους βεβαίως, η εικόνα και ο χρόνος έχουν την δικής τους ονειρική, εσωτερική υπόσταση. Καταλαμβάνοντας τις περιοχές της καρδιάς και της σκέψης, διολισθαίνουν από έξω προς τα μέσα την ομορφιά και την αλήθεια, προχωρώντας στον δικό τους νοερό κόσμο.

Άλλωστε και η σπουδαία αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον (1830-1886) η οποία ζούσε απομονωμένη στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης και η οποία από το 1867 και μετά απέφευγε να συναντάει ακόμη και τους επισκέπτες της, μας λέει σε ένα της ποίημα από τη συλλογή της «Το ανεξάντλητα Σημαίνον» γι’ αυτό το νοερό ταξίδι της αλήθειας και της ομορφιάς, με τις οποίες διαλέγεται σ’ ένα εσωτερικό χρόνο:

           Πέθανα για την Ομορφιά – και πάνω
Που είχα βολευτεί μέσα στον Τάφο
Που πέθανε για την Αλήθεια Κάποιος, έμπαινε
Σε διπλανό Δωμάτιο –
Με ρώτησε ψιθυριστά «Τι έφταιξε»;
«Η Ομορφιά», του απάντησα –
«Σ’ εμένα – η Αλήθεια – Όμοια τα Δυο –
Είμαστε, Αδέρφια», είπε –
Κι έτσι, σαν Συγγενείς, μιας Νύχτας –
Τα λέγαμε απ’ τα Δώματά μας –
Βρύα ώσπου έφτασαν στα χείλη μας –
Και σκέπασαν – τα ονόματά μας –

Η Έμιλυ Ντίκινσον κοιτάζει μέσα της για να ζωντανέψει, χάρη στους μυστηριακούς νόμους που κυριαρχούν στο βάθος του εαυτού της, εκείνες τις ποιητικές σκέψεις για τις οποίες, όπως έχει πει ο Γάλλος συγγραφέας και ποιητής Raymond Queneau (1903 – 1976) «Είναι αρκετό να αγαπάς τις λέξεις για να γράψεις ένα ποίημα».

 

 

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο