Το όνειρο της Τσικνοπέμπτης

Άρχισε να φτάνει σιγά σιγά το μεσημεράκι, καθώς γεμίζαμε το τραπέζι με λογής λογής  κρέατα, όπως απαιτούσε το έθιμο της τσικνοπέμπτης.

Καθίσαμε στο τραπέζι συγγενείς και φίλοι χαρούμενοι, αφού είχαμε καταφέρει και φέτος να μαζευτούμε για να γιορτάσουμε το έθιμο.

Πεινούσαμε όλοι τόσο πολύ που αρχίσαμε να τρώμε σχεδόν μηχανικά χωρίς να μιλάμε, λαίμαργα, σχεδόν πρωτόγονα.

Ύστερα από αρκετή ώρα και αφού είχαν φύγει σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι έπεσα να κοιμηθώ. Ένοιωθα να διπλώνω τις φτερούγες μου ευτυχισμένος σαν άγγελος, καθώς έγερνα το κεφάλι μου αργά και αθώα στο πλάι λίγο πριν με πάρει ο ύπνος.

Τα όνειρα όμως που με συνόδεψαν εφιάλτες, μέχρι που ξύπνησα.

Όλη η αγωνία και ο πόνος αυτών των υπέροχων και φιλικών ζώων, που είχαμε στο τραπέζι μας, εξατμίσθηκε μέσα μου, σαν καυτό σίδερο στη θάλασσα, θέλοντας να με τρυπήσει και  να βγει από την κοιλιά μου.

Τα ζώα ήθελαν να πάρουν εκδίκηση για τη ζωή που τους στερήσαμε τόσο πρόωρα εμείς οι αδηφάγοι άνθρωποι. Ζητούσαν δικαιοσύνη και ήθελαν να μεταφέρουν τις αιώνιες αγωνίες τους μέσα από μένα, μέσα από τ’ όνειρό μου. Το όνειρο ενός ανθρώπου που παρόλο πως συμμετείχε εκούσια στη σφαγή τους πίστευε ο ίδιος πως ήταν αρκετά φιλόζωος.

Πρώτη η Χήνα ξεκίνησε την απολογία της:

– Εσείς οι άνθρωποι δεν νοιάζεστε για μας τα ζώα. Είστε επικίνδυνοι για τη ζωή στον πλανήτη και θα πρότεινα για την ασφάλεια όλων των ζώων να σας βγάλουμε τα δόντια γιατί είστε επικίνδυνοι.

Έτρεμα σύγκορμος καθώς άκουγα τα λόγια της Χήνας. Τα δόντια μου άρχισαν να χτυπάνε δυνατά. Ήθελα να κρύψω το φόβο μου από τα υπερήφανα αυτά ζώα, καθώς έσφιγγα με τις παλάμες μου τα σαγόνια μου δυνατά για να μη χτυπάνε τόσο πολύ ώστε να με προδίδουν, αλλά δεν τα κατάφερνα.

Πετάχτηκα όρθιος, ήθελα να αμυνθώ. Χωρίς να το πολυσκεφτώ λοιπόν αποφάσισα να πάρω πάνω μου όλο το βάρος των ανθρώπων που μέχρι εκείνη τη στιγμή συντελούσαν στο έγκλημα της εξολόθρευσης τους, προσπαθώντας βέβαια να τους δικαιολογήσω.

– Εγώ σας αιχμαλώτισα και γω έβρασα τους φίλους σας, μα είχα φίλους άρρωστους που με περίμεναν μαζί με τόσους άλλους στο νοσοκομείο για να τους ταΐσω, ήσασταν στο πρόγραμμα της ιατρικής τους περίθαλψης.

Τότε σηκώθηκε απότομα ο υπερήφανος Φασιανός και φώναξε όλο αγανάκτηση.

– Εμείς τα ζώα έχουμε μάθει να αυτοπαραιτούμαστε όταν το καλούν οι περιστάσεις, μα εσείς οι άνθρωποι δεν μας σφάζεται μόνο για τη ζωή σας που κινδυνεύει όταν σας λείπει η πρωτεΐνη μας, μα από την λαιμαργία και τα πρωτόγονα ένστικτά που σας κυβερνούν.

– Ορίστε!

Ανταπάντησε η Αγελάδα, που πήρε απότομα το λόγο από το Φασιανό.

– Η λαιμαργία σου φαίνεται ολοκάθαρα στο πρόσωπό σου. Τα δόντια σου έχουν γίνει ξυράφια, τα χείλη σου κρέμασαν προς τα κάτω αηδιαστικά και τα μάγουλα σου κοντεύουν να σκάσουν.

Φώναξα δυνατά γεμάτος δάκρυα.

-Δεν είναι αλήθεια… δεν είναι αλήθεια.

Ο Πετεινός έτρεξε και μου έφερε ένα καθρεφτάκι που έβγαλε κάτω από τις φτερούγες του.

-Το έχω για να ισιώνω το λειρί μου και να φαίνεται η αρχοντιά μου, όταν περνώντας αδιάφορα μπροστά από τις κότες μου θέλω να καμαρώνουν για μένα απάντησε.

Κοίταξα το πρόσωπό μου μέσα από τον καθρέφτη του Πετεινού αποσβολωμένος και τότε καταλήφθηκα από τρόμο. Όλη η ασχήμια του κόσμου καθρεφτιζόταν σ’ ένα τόσο δα καθρεφτάκι και αυτή η ασχήμια στο πρόσωπο μου ήταν τόσο τρομακτική που δεν άντεχα άλλο να τη βλέπω. Έβαλα τις παλάμες μου ξανά στο πρόσωπο μου και άρχισα να κλαίω φωναχτά. Τώρα όμως δεν έκλαιγα για τη ζωή μου μα για το τέρας που μεγάλωνα μέσα από τη ζωή μου.

Τα ζώα με κοίταζαν απορημένα.

Η Αγελάδα πήρε το λόγο.

-Βλέπω δάκρυα συνειδητοποίησης να σε καταλαμβάνουν μου είπε.

– Θα πρότεινα να μειώσουμε την τιμωρία σου με το βγάλσιμο μόνο των κυνοδόντων, αν δεχόσουν βέβαια να μας υπηρετήσεις μέχρι το τέλος της ελεεινής σου ζωής.

Τότε κάτι άρχισε να αστράφτει μέσα μου, τα δάκρυά μου με είχανε λυτρώσει και σιγά σιγά  άρχισα να νιώθω πως κάτι άλλαζε στην ψυχή μου. Άρχισα να συμπονώ όλα αυτά τα υπέροχα ζώα γύρω μου, που ακόμη και την τελευταία στιγμή προσπαθούσαν να βρουν τρόπο για να ελαφρύνουν την ποινή μου.

Ήταν τόσο συγκινητική η συμπεριφορά τους απέναντί σε μένα που ένοιωθα να λυγίζουν τα γόνατά μου.

Όταν κοίταξα ξανά μέσα από το καθρεφτάκι που είχα ακόμη δίπλα μου ξαφνιάστηκα τόσο πολύ που μου έπεσε από τα χέρια. Είχαν χαθεί εντελώς οι γραμμές της ασχήμιας μου και το πρόσωπό μου άρχισε να γίνεται λαμπερό και φωτεινό παίρνοντας μία γλυκύτητα πρωτόγνωρη.

-Ναι, θέλω να σας υπηρετήσω τους απάντησα με δυνατή φωνή και τότε αρχίσαμε όλοι μαζί, ο καθένας στη μητρική του γλώσσα, να τραγουδάμε ένα τραγούδι που μόνο η φύση μπορούσε ν’ αναγνωρίσει.

Πιαστήκαμε και χορεύαμε, ο καθένας βέβαια με τα χέρια που διέθετε, μα καθώς έπεφτε η νύχτα  και το φεγγάρι φώτιζε ακόμη τη χαρά μας, ακούστηκαν άξαφνα οι πρώτοι ήχοι από τα τύμπανα των κυνηγών, όπως κάθε βράδυ χιλιάδες χρόνια τώρα.

Ξύπνησα απότομα τρομαγμένος, ακούγοντας τα μαχαιροπήρουνα να χτυπάνε στα πιάτα όπως και τα τύμπανα στον ύπνο μου. Το τραπέζι ήταν στρωμένο και πάλι με μία παραγεμισμένη Χήνα ανάσκελα στο κέντρο του τραπεζιού.

Ήταν σχεδόν βράδυ και από τις γύρω γειτονιές μόλις που άρχιζαν σιγά σιγά να το διαλύουν από το μεσημεριανό γλέντι της τσικνοπέμπτης. Με κάλεσαν να δειπνήσω μαζί τους. Ήταν σίγουροι πως θα τιμούσα για μία ακόμη φορά το θεσπέσιο φαγητό τους. Μόνο που πέσανε έξω.

Τους είπα πως δεν θα έτρωγα για βράδυ γιατί είχα κάτι επείγουσες δουλειές που έπρεπε να τελειώσω και πως θα έτρωγα δυστυχώς μόνος μου αργότερα. Σηκώθηκα σχεδόν αθόρυβα, ντύθηκα και άφησα πίσω την εξώπορτα να κλείσει σιγά για να μην τρομάξω την πείνα τους. Άρχισα να περπατάω βυθισμένος στις σκέψεις μου για ώρα μέχρι που βρέθηκα χωρίς να το καταλάβω έξω από τον ζωολογικό κήπο της πόλης, ήταν ήδη μεσάνυχτα τσικνοπέμπτης.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο