ΜΑΡΙΝΑ ΠΛΟΤΝΙΚΩΦ

Το τάμα

-Ναι, φυσικά το ‘ξερα πως ο βράχος δεν είναι δικός μας. Όλοι στο νησί το ξέρουν. Η βραχονησίδα αυτή κηρύχτηκε «γκρίζα περιοχή», πριν από καμιά εξηνταριά χρόνια. Μέχρι τότε ήταν δικιά μας. Μάλιστα το εκκλησάκι της αγίας Ειρήνης, που υπάρχει κει ‘πάνω, το ‘χτισε ο προπάππος μου. Ο πατέρας, όποτε μ’ έπαιρνε μαζί του στα ψαρέματα, μού το ‘δειχνε από μακριά. «Να’ το, Γιάννο, το ξωκλήσι του πάππου μου». Με τέτοιο καημό μιλούσε που ‘λεγες πως είναι άνθρωπος εκεί πάνω παρατημένος, όχι ένα εκκλησάκι.

Όχι, δεν είχα ξαναπάει. Κάποιοι ψαράδες, επειδή έχει καλό ψάρι, πηγαίνουν κι ας απαγορεύεται…Α, κύριε Λιμενάρχη, δεν θα στους φανερώσω εγώ, δεν είμαι ρουφιάνος. Όπως πιάσατε εμάς, πιάστε κι αυτούς… έτσι πάει.

Πάντως, εγώ, σήμερα το επισκέφτηκα πρώτη φορά, αν κι από μικρός άκουγα γι’ αυτό.

Η γιαγιά μού τα ‘λεγε πάντοτε, με λεπτομέρειες: Πως οι γυναίκες καθάριζαν κι ασβέστωναν το εκκλησάκι την παραμονή της αγίας Ειρήνης… Πως πήγαινε ο παπάς με το καΐκι… Πως εκείνη τη χρονιά, που το νησάκι άλλαξε χέρια, δεν πρόλαβαν να κάνουν τη λειτουργία…

Ο πατέρας συμπλήρωνε την ιστορία κι έλεγε πως οι άνθρωποι φοβήθηκαν τότε για πόλεμο. Πολλές οικογένειες εγκατέλειψαν το νησί, κι αυτοί που μείνανε πίσω πέρασαν μαύρες μέρες μέχρι να ησυχάσουν τα πράματα. Κι ακόμη, ότι η γιαγιά το πήρε κατάκαρδα σαν είπαν πως η αγία Ειρήνη άλλαξε χέρια. Για πολύ καιρό είχε μελαγχολήσει, και δεν έβγαινε ούτε στον δρόμο, που λέει ο λόγος. Για γάμο, δε, κουβέντα. Ο πάππος, ο συχωρεμένος, μέχρι να την καταφέρει να του πει το «ναι», έφτυσε αίμα.

Αλλά κι έπειτα, λέγανε, στη ζωή της, ούτε πολλά λόγια, ούτε πολλά γέλια, είχε η γιαγιά. Μόνο σαν γεννήθηκα εγώ κάτι σαν ν’ άλλαξε μέσα της. Ο πατέρας ήθελε να με βγάλει Βασίλη, απ’ το δικό της το Βασιλική, κι εκείνη είπε: «Γιάννο να τον βγάλετε». Ούτε εξήγησε γιατί, ούτε το συζήτησε, μα το θέλημά της έγινε. Κι από τότε, έχουν να το λένε, πως ξανάνιωσε. Με κοιτούσε κι άστραφτε σαν έλεγε «Γιάννο μου». Εκείνη με μεγάλωσε, τον περισσότερο καιρό έμενα μαζί της. Δεν ήταν γιαγιά, ήταν μάνα.

Γι αυτό την πήγα σήμερα στο νησάκι. Να σταματήσει η ιστορία που άρχισε τα δυο-τρία τελευταία χρόνια: Κάθε παραμονή της αγίας Ειρήνης, η γιαγιά πηγαίνει στο λιμάνι και ψάχνει καΐκι. Παρακαλά τους καπετάνιους να την πάνε στον βράχο. Στο χέρι κρατά τα λεφτά τής σύνταξης, και τους τα δείχνει. Μην την πούνε και ζητιάνα. Στην τσέπη έχει δυο κεριά και στη χούφτα σφίγγει ένα τσαλακωμένο χαρτί, που κάτι έχει γράψει πάνω. Τι να λέει το χαρτί… Κάτι γραμμές άτσαλες. Αφού δεν ξέρει γράμματα. Και γυρίζει πάνω κάτω με αγωνία, και ρωτά. Και περνάν ώρες και το χαρτί μουσκεύει και της λεκιάζει το χέρι. Μα όσο κι αν παρακαλά κανείς δεν ξεκινά, έτσι στα φανερά, να πάει στις «γκρίζες περιοχές». Και σαν νυχτώσει, η γιαγιά γυρίζει σπίτι. Μαυροφορεμένη, με σιγανό βήμα και απελπισμένα μάτια.

Οπότε, φέτος, το αποφάσισα. Δεν το ζήτησε εκείνη, να εξηγούμαστε. Μόνος πήρα το σκάφος. Ένα κερί θ’ ανάψουμε, και θα φύγουμε, είπα. Πέντε λεπτά όλα κι όλα… Το διπλωματικό επεισόδιο δεν το σκέφτηκα, η αλήθεια. Αλλά και πάλι, για μια γριά κι έναν μαθητή να γίνει τέτοια ιστορία; Δεν ξέρω τι βλέπετε σείς σε ‘κείνον τον βράχο, εγώ ένα ερείπιο πρόλαβα να δω.

Κίνητρο; Δεν γούσταρα να βλέπω τη γιαγιά μου να παρακαλά δεξιά αριστερά, αυτό ήταν το κίνητρο. Ποιοι πολιτικοί λόγοι; Πλάκα κάνεις, κυρ-Λιμενάρχη… Εγώ την πολιτική τη σιχαίνομαι. Το μόνο που με νοιάζει είναι να τελειώσω το σχολείο, και να φύγω από δω. Να πάω στην πόλη, και να ‘ρχομαι στο νησί σαν επισκέπτης. Σιγά, μην ασχοληθώ μ’ έναν βράχο στη μέση του πουθενά. Πολιτική δήλωση; Άμα ήθελα να κάνω πολιτική δήλωση παρέα με τη γιαγιά μου θα ανέβαινα στον βράχο; Κρατώντας κεριά;

Κι άντε, πες πως ήθελα κάτι να πω. Ποιος θα μ’ άκουγε θαρρείς; Ποιος μάς ακούει, εδώ, στην άκρη του κόσμου που ζούμε; Μέσα σε μια νύχτα μπορεί να χάσουμε ό,τι ήταν δικό μας, και δεν ανοίγει ρουθούνι. Νοιάστηκε κανείς που μελαγχόλησε η γιαγιά σαν χάσαμε τον βράχο; Η ζωή είναι στην πρωτεύουσα, και οι άγιοι στον ουρανό, αυτό ξέρω εγώ. Χαμένες πατρίδες…Εμείς είμαστε οι χαμένες πατρίδες. Σαν το ξωκλήσι ρημάζουμε, στην άκρη της θάλασσας. Και μόνο κάτι γριές μάς θυμούνται ακόμη.

Θυμωμένος είμαι, ναι. Κι εσύ θα ήσουν, άμα ζούσες εδώ όλη τη ζωή σου. Τελείωσα, δεν έχω κάτι να προσθέσω. Πού υπογράφω;

– Πάντως, να ξέρεις, άδικα τον κατατρέχεις τον εγγονό μου. Δική μου ιδέα ήταν να πάμε στον βράχο. Αυτός μικρός είναι, πού μυαλό για εκκλησίες. Εγώ ήθελα να πάω, και το παιδί με πήγε με το καΐκι.

Το χαρτί, που ρωτάς και ξαναρωτάς, γιε μου, είναι για την αγία Ειρήνη. Άμα δεν μάς μαζεύατε σήμερα, θα το ‘βαζα πίσω απ’ το εικόνισμά της και θα το διάβαζε τη νύχτα. Εσύ τις βλέπεις μουτζούρες, παλικάρι μου, μα μουτζούρες δεν είναι. Η αγία Ειρήνη καταλαβαίνει λογιώ λογιώ γράμματα, θα διαβάσει και τα δικά μου. Ναι, μόνη μου το ‘γραψα. Όχι δεν μου το δώσαν άλλοι. Ποιοι άλλοι; Σαν μας σταμάτησες να μας φέρεις εδώ, δεν μας μέτρησες; Εγώ κι ο εγγονός μου ήμαστε στη βάρκα. Τάμα είναι παλικάρι μου, δεν έχετε τάματα στον τόπο σου; Από πού ‘σαι συ, μαθέ; Στεριανός, σα να λέμε. Ε, καλά, όλοι άνθρωποι είμαστε…

Που λες, γιε μου, εμείς εδώ, άμα χρειαζόμαστε κάτι προστρέχουμε στην αγία Ειρήνη. Ένα χαρτί κι ένα κερί φτάνουν, για να σού γίνει η ευχή και μερικές φορές ούτ’ αυτά. Μόνο υπομονή θέλει, και μάτια.

Εγώ, για να πω την αλήθεια, αν και κάνω τη δασκάλα τώρα, πέρασα πολλά χρόνια έχοντας χάσει την πίστη στη χάρη της. Αιτία ήταν ένα τάμα, εξήντα χρόνια πριν. Δεκαπέντε χρονώ κοπέλα ήμουν και ζύγωνε ο καιρός να παντρευτώ. Αν και κανείς δεν το ‘ξερε, εγώ είχα ήδη βάλει με τον νου μου ένα παλικαράκι. Από την πιο πάνω γειτονιά ήταν, με όμορφα μάτια και καμαρωτό βήμα. Είπα λοιπόν να κάνω ένα τάμα για χάρη του. Γράμματα δεν ήξερα, ήθελα κάποιον να μου γράψει τ’ όνομά του στο χαρτί. Το σκεφτόμουν από δω, το σκεφτόμουν από κει, και τελικά ένα απόγευμα μάζεψα το κουράγιο μου, και πήγα στη δασκάλα. Με τρεμάμενη φωνή ζήτησα να μου γράψει στο φύλλο απ’ το τετράδιο. «Γιάννος». Εκείνη, θεός σχωρέσ’ την, μού ‘κανε τη χάρη χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Κοιμήθηκα σφίγγοντας το χαρτί στο χέρι, χαμογελούσα στον ύπνο μου. Το επόμενο πρωί μάθαμε πως τα πράματα δεν πάνε καλά με τους απέναντι: Ήρθε στρατός στο νησί, είχαμε αναταραχή, φοβόμασταν. Πέρασαν μέρες και σαν ησυχάσαμε ακούσαμε τα νέα: Στην αγία Ειρήνη δεν επιτρεπόταν να ξαναπάμε, απαγορευμένη περιοχή. Και όχι μόνο αυτό, μα ο Γιάννος και οι δικοί του φοβήθηκαν κι έφυγαν από το νησί, έμαθα.…

Τα επόμενα χρόνια τα πέρασα άσχημα. Πότε θύμωνα με μένα που αργοπόρησα να γράψω το χαρτί, πότε με τον Γιάννο που έφυγε. Ακόμα χειρότερα; Έχασα την αγία Ειρήνη. Για ξενιτεμένη την είχα κι αυτή, τόσο μακρινή που δεν μ’ άκουγε πια. Είχα χάσει το αποκούμπι μου κι ήμουν ολομόναχη, έτσι μού φαινόταν.

Πέρασε καιρός, και η ζωή με τράβηξε μαζί της. Τον ξέχασα τον Γιάννο. Παντρεύτηκα κι έκαμα οικογένεια. Πήρα καλό άντρα, έκανα γερά παιδιά. Έζησα χαρές, μα χαρούμενη δεν ήμουν.

Και την πρώτη φορά που κράτησα στα χέρια τούτον δω τον εγγονό, ήρθε ξανά ο κόσμος στα σωστά του: Γιατί τα μάτια του μωρού, σαν τ’ αντίκρισα, ήταν ίδια τα μάτια του Γιάννου. Λες και το παιδί είχε πατέρα εκείνον, όχι τον γιο μου. Θαύμα ήταν; Όνειρο, που γέννησε η λαχτάρα μου; Μπορεί… Εγώ, μια φορά, τον καλωσόρισα. Τον είπα Γιάννο, τον ανέθρεψα, και τον έμαθα να περπατά καμαρωτά, όπως αρμόζει στ’ όνομά του.

Μαζί καλωσόρισα την αγία Ειρήνη. Γιατί το ‘ξερα: εκείνη ήταν που μου χάρισε τον Γιάννο. Σαν εγγονό, και λοιπόν; Με είχε ακούσει, αυτό μέτραγε. Όλα τα χρόνια που νόμιζα πως μ’ εγκατέλειψε έκανα λάθος. Άδικη η λύπη, άδικο και το παράπονο. Μόνη δεν ήμουν ποτέ, τυφλή ήμουν. Και ειρήνεψα …

Αυτός, όμως, ο Γιάννος μου λέω, είναι ακόμη τυφλός. Τον είδες: Θυμωμένος, χωρίς ελπίδα. Ούτε από άνθρωπο ούτε από άγιο περιμένει βοήθεια. Για χάρη του θέλω να πάω στο ξωκλήσι. Να κάνω νέο τάμα. Έχω τα κεριά, έχω και το χαρτί, βάρκα θέλω μόνο.

Γι’ αυτό κάθομαι και σου λέω την ιστορία της ζωής μου, γιε μου, μιας που’ σαι ο αρχηγός εδώ, και προστάζεις τα καΐκια τα λιμενικά. Γιατί θέλω να με πας στο εκκλησάκι, παλικάρι μου. Να βάλω το χαρτί πίσω από το εικόνισμα. Να την παρακαλέσω να φανερωθεί στον Γιάννο μου. Κάτι, ένα σημάδι να του στείλει. Να μην νομίζει πως είναι μόνος και αβοήθητος. Μόνο που πρέπει να γίνει τώρα κοντά αυτό, μην περάσει τη ζωή του απελπισμένος σαν εμένα.

Θα με πας; Κι αν δεν με πιστεύεις, άμα σκέφτεσαι ακόμη πως θέλω να στείλω κρυφά μηνύματα, να τι θα κάνουμε: Εγώ θα σκίσω το χαρτί με τα γράμματά μου, εδώ μπροστά σου. Πάρε άλλο χαρτί και γράψε μόνος σου, αυτό που θέλω να πω. Δυο κουβέντες φτάνουν, η αγία καταλαβαίνει πολλά από τα λίγα. Γράψε: «Συγγνώμη. Ευχαριστώ. Γρήγορα!».

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Μαρίνα Πλοτνικώφ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16/08/1967. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, έζησε στην Κάλυμνο.

«Τώρα περνώ τις μέρες μου στην Αθήνα. Αγαπάω τον Βασίλη, τον Νικόλα, τα αδέλφια μου, τη Φανή, την Blue. Ό,τι γράφω είναι δικό τους. Κάνω την καλύτερη δουλειά του κόσμου, είμαι καθηγήτρια σε δημόσιο σχολείο».
e-mail: mplot1@gmail.com

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο