Το Θεμούδι

Το Θεμούδι

Νικόλαος Κάκος

Ο δρόμος στένευε περισσότερο μετά το νιάμα του κυρ’ Θόδωρου. Φτάναμε, όπου να ‘ναι, και ο ήλιος άφηνε στη φύση ένα γλυκό, δυνατό κίτρινο χρώμα. Στον ξεχαρβαλωμένο αυτό δρόμο δεν τρέχαμε, λόγω της πυκνής βλάστησης ολόγυρα. Απ’ την πολύ αγωνία δεν είδα και τον «Άγγελο». Κάθε φορά που πάμε στο ποτάμι είναι το αξιοθέατο της διαδρομής. Το απόγευμα, συνήθως, τον βγάζει από το βορεινό τμήμα του αμπελώνα του ο Γιωργής. Κάποιες φορές τον χαζεύω να τρέχει με την χρυσοκαφετί του χαίτη και άλλοτε πάλι είναι δεμένος και αγναντεύει το ποτάμι- λες και είναι σκεπτόμενος. Καλό ή κακό σημάδι ήταν που δεν τον είδα τότε; Δεν ξέρω! Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν έδινε σημασία στις παιδικές μου σκέψεις!

«Μείνε στ’ αμάξι εσύ» είπε ο μπαμπάς, μόλις περάσαμε τις λεύκες.
«Θα πλημμυρίσουμε;» τον ρώτησα σιγανά.
«Όχι βρε».

Σιωπή στο αγροτικό και μετά… το ποτάμι. Ο βόμβος απ’ τα νερά ήταν αρκετός. Σε πολλές εντάσεις και με ποικίλους χρωματισμούς. Δεν ήταν καλός αυτή τη φορά, αλλά δεν ανησυχούσα. Το σκοτάδι όμως έπεσε βαρύ, τόσο, που δεν καταλάβαινα αν πράγματι είμαι σε τούτο εδώ τον κόσμο.

Όχι, ότι γνώριζα και άλλους. Ο παπα-Φώτης εξάλλου, μας το διακήρυξε με ενάργεια και πίστη: «στον άλλο κόσμο δεν θα βρείτε σκοτάδι. Φως. Μα μην καείτε, προσέξτε. Προφυλαχτείτε από τώρα». Και μετά σιώπησε. Στη θέση του ο παπα-Ζώης με κάμποσα χωραφάκια, που όμως δεν τον πολυένοιαζαν. Αν και από το χωριό η καταγωγή του, είχε πάρει μετάθεση και επέστρεψε μετά το θάνατο του συγχωρεμένου. Εκείνο το βράδυ έτρεξε να περιμαζέψει τα κειμήλια της εκκλησιάς. Δύο με τρεις εικόνες απ’ την προσφυγιά, και βέβαια, ό,τι απ’ τα ιερά πράγματα εδύνατο να περιμαζέψει. Εμείς πάλι είμαστε κοσμικοί και ο πατέρας μου για το σπιτάκι που μας τάιζε νοιαζόταν. Είχε μέσα ηλεκτρικά, έπιπλα παλαιά, ξύλα για το κρύο και ό,τι παστά είχαμε κάνει από το καλοκαίρι. Τι θα πρωτοδιάλεγε; Φαγητό είχαμε και στο σπίτι, αλλά τα παστά τον είχαν τον κόπο τους. Ξύλα πάλι, από αυτά και αν δεν είχαμε. Βελανιδιές, οξιές, πεύκο, ακόμα και ελιά. Εξάλλου, ο Σαλής θα έφερνε άλλους τρεις τόνους. Για ηλεκτρικά και έπιπλα αγνοούσα τις προθέσεις του. Αν έπαιρνε κάτι, αυτό θα ήταν της προγιαγιάς της Μαρίκας, τον «καναπέ εκ Παρισίων»!

Ποσες λίρες λέγεται ότι έδωσε! Αρχοντογυναίκα, λέγανε. Και κάπου εκεί τελείωσαν οι προβλέψεις μου. Έχασα.

Ο μπαμπάς έβαλε γρήγορα την κλειδαριά και μπήκε σαν καταδιωγμένος στο αυτοκίνητο. Δεν είχε πάρει απολύτως τίποτα. Πιθανολογώ ότι ήθελε να ρίξει ένα τελευταίο προστατευτικό βλέμμα στη περιουσία μας. Αλλά ήξερε ότι άπαξ και τα άφηνε εκεί, η τύχη τους θα ήταν άγνωστη.

«Πάμε στο σπίτι» φώναξε απότομα, μπαίνοντας στο αγροτικό.

«Τι πήρες;».

«Τίποτα».

«Εεε… τότε γιατί ήρθαμε;».

«Λοιπόν πάμε σπίτι» επανέλαβε, για να σταματήσω να ρωτώ και συνέχισε:

«Η μαμά έχει φαγητό. Αφού φάμε, θα κοιμηθείς ευθύς. Μπορεί να φύγουμε το χάραμα για την θεια τη Βάγια στην πόλη».

«Μα το νερό δεν μπορεί να ‘ρθει στο σπίτι, είναι μακριά» ψιθύρισα ταραγμένος.

«Δεν ξέρω. Είπαν δύσκολο καιρό

Στην επιστροφή δεν είχα τι να κάνω. Με το σκοτάδι πίσσα γύρω μου δεν μπορούσα να δω έξω. Τη μέρα ήξερα να μετρώ τη διαδρομή από το ποτάμι στο χωριό με ζώα και χωράφια. Πρώτα αφήναμε το καλύβι και ο θόρυβος των νερών έπαυε. Μετά οι λεύκες και οι ιτιές πύκνωναν, σχηματίζοντας περίεργες σκιές στο χώμα. Αφού προχωρούσαμε μέσα στα καλαμποκοχώραφα και τα δέντρα λιγόστευαν, ο δρόμος πλάτυνε. Τότε αριστερά μου έβλεπα το άλογο του Γιωργή και λίγο παραπέρα οι ήλιοι του κυρ-Θόδωρου. Μετά το λόφο καθάριζε η θέα προς το χωριουδάκι. Το βράδυ ήταν πιο ωραία, αφού έβλεπες το φως του καμπαναριού με το σταυρό και ολόγυρα τα φωτά των σπιτιών, σαν μικρή θάλασσα με καράβια.

Αυτό αντίκρισα και εκείνο το βράδυ.

Μπαίναμε στο χωριό. Όλοι ήταν ξύπνιοι. Πίσω απ’ τις κουρτίνες οι αναμμένες λάμπες σημαίνανε πολλά. Μα, τέτοια ώρα; Σαν να ήξεραν τι τους περίμενε. Είχαν το ένστικτο οι μικρότεροι και την εμπειρία οι μεγαλύτεροι. Κανείς δεν κοιμόταν. Όλοι γνώριζαν, μα ήλπιζαν. Μέχρι που ακουστήκαν φωνές απ’ του τρελο-Σαμπρή. Μία παράγκα με δυο, τρία υπάρχοντα είχε όλα κι όλα ο κακόμοιρος. Μια τσίγκινη κατσαρόλα, που έβαζε νερό για να πίνει και να κάνει σούπες, απ’ όσα έβγαζε από την ρίγανη. «Σακουστή ρίγαν τζαμπρή» ξεφώνιζε κάθε πρωί στη πόλη. Έπαιρνε το πρωινό τρένο και επέστρεφε το μεσημέρι. Μέχρι το βράδυ τριγύρναγε σε όλο το χωριό, από το καφενείο ως το σπιτικό της Θοδώρως και με τα τραταρίσματα στο τέλος της ημέρας ήταν χορτάτος. Αυτό το βράδυ όμως, ούρλιαζε μπροστά στη καλύβα. Δεν πρόλαβα να διακρίνω τι ακριβώς έκανε, αφού μόλις ο μπαμπάς είδε την τρελαμάρα του γκάζωσε τ’ αγροτικό. Είναι και κάποιες μέρες που τον πιάνουν αυτά, χωρίς να μπορούμε να τον συνεφέρουμε. Τότε το θέαμα είναι κάπως τρομακτικό. Από αυτά που κατόρθωσα ν’ ακούσω κατάλαβα ότι μιλούσε με κάποιον και απαντούσε αγριεμένα «σου ή σουβ». Δύσκολα καταλάβαιναν οι χωριανοί τί ήθελε να πει. Ήταν και τουρκόφωνος, αλλά έμαθε λίγα ελληνικά απ’ τους πελάτες του! Έτσι με αυτά που ήξερε κουτσοκαταλάβαινε τι γυρεύαμε να του πούμε. Και εμείς πάλι με τα νοήματα ξέραμε τί ήθελε αυτός. Ήταν αγαπητός στο χωριό!

Σε αντίθεση με το ποτάμι, στο σπίτι μας τα πράγματα έδειχναν ήρεμα. Η μπάμπω είχε μόλις γλαρώσει στον «λουδοβίκο» που τόσο την ξεκούραζε.

Η μαμά με τον Τόλη και την Λενιώ είχαν στρώσει ήδη τραπέζι με τα καλά μαχαιροπήρουνα, το τραπεζομάντηλο, το κόκκινο, και όλη η ατμόσφαιρα θύμιζε Χριστούγεννα, πριν ακόμη έρθουν αυτά.

«Μαμάαα» φώναξα μπαίνοντας «τί έχουμε;».

«Τρανό ζιαφέτ με γρουν» φώναξε η μπάμπω απ’ την πολυθρόνα της.

«Άι κοιμήσου εσύ, θα σε ξυπνήσω όταν έλθει η ώρα» είπε γελώντας η μαμά.

Καθίσαμε αμέσως να φάμε. Από μακριά τα ‘βλεπε ο μπαμπάς και ξεροστάλιαζε. Δεν προλάβαμε όμως να πούμε το «δι’ ευχών» και η καμπάνα χτύπησε.

«Στην εκκλησία είμαστε;» ρώτησε η μικρή Λενιώ.

«Βλέπεις πουθενά παπά, μικρή;» της απάντησα νευριασμένα.

«Αφήστε τα αυτά. Στ’ αμάξι γρήγορα.» διαμήνυσε η μαμά!

Μάζεψε το γουρουνόπουλο σε ένα τάπερ, έβαλε λάδι στο καντήλι, πήρε πέντε, έξι προικιά για τη Λενιώ, κεντημένα στο χέρι με πέρλα και από εκεί και πέρα την έβλεπα απ’ τα παράθυρα να πηγαινοέρχεται από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τόσα φαινόντουσαν απ’ τ’ αγροτικό που μας έβαλε κατευθείαν ο μπαμπάς. Αφού βγήκε με έναν μπόγο ρούχα παραμάσχαλα και απ’ τ’ άλλο χέρι την μπάμπω, ο μπαμπάς γύρισε το κλειδί στο κινητήρα μα αυτό το σαράβαλο τίποτα. Μπρος δεν έπαιρνε καθόλου! «Τελειώσαμε» ψιθύριζε η μαμά «θα πνιγούμε». Και η καμπάνα να χτυπάει όλο και πιο δυνατά άλλοτε πένθιμα, άλλοτε χαρμόσυνα. «Πάει τρελάθηκε κι ο παπα-Ζώης παιδιά!» μας έλεγε η μαμά. Ώσπου να τελειώσει την κουβέντα της, η μηχανή άναψε και περάσαμε την αυλόπορτα. Μόλις στρίψαμε στ’ αριστερά, προς τα ανατολικά του χωριού, πετυχαίνουμε τη Θοδώρω.

«Παιδιά μ σταθείτε. Για πού το βάλατ;».

«Τις καμπάνς δεν τις ακούς Θοδωρούλα. Το νερό έρχεται» απάντησε η μπάμπω μου και ξαναζωντάνεψε!

«Ο τρελο-Ζάμπρης ειν. Μουρλάθκε πάλι ο σασκίνς. Πέρασ η Λίτσα απ την παράγκα. Μεσ’ τη λιάγκρα ήταν και τουν ειδ αφιονισμένο. Σίγουρα με του καμπαναριό τα ‘βαλε ο σαψάλς. Σέρνω γω να του πω στου χωριό. Άι στο σπιτικό σας και σεις»

Ο μπαμπάς έκανε γρήγορα ανάστροφη άλλα η μαμά είχε άλλη γνώμη. «Βάι, βάι. Δεν σέρνουμε απ την εκκλησιά να δούμε μήπως ο παπάς και η παπαδιά γυρεύουν καμια βοήθεια». Ο μπαμπάς υπάκουσε και έστριψε απ’ το μπακάλικο της Τασουλίγκας. Κι άλλα αγροτικά έβγαιναν απ’ τις αυλές. Αρκετοί ανησύχησαν και τα μάζευαν για τη πόλη. Πανηγύρι το χωριό απ τα φώτα, τις κόρνες, τις καμπάνες και τα τρακτέρ. Ούτε στη γιορτή της Παναγιάς δεν ηχεί τόση βαβούρα.

Φτάνοντας στη πλατεία επικρατούσε ακόμα πιο πολύ σούσουρο, ιδίως κάτω απ’ το καμπαναριό. Βγαίνει τότε η μαμά και, το δίχως άλλο, με παίρνει στην αγκαλιά της. Μέσα στην ταραχή της έκανε αυτή την ακαταλαβίστικη κίνηση, που ξάφνου με έφερε στο κέντρο της μάζωξης.

«Καλέ, πού ‘ναι ο Σάμπρης;» φωνάζει.

«Τα ‘μαθες Αλέκα μ; απέ πού;» αναρωτήθηκε ο δήμαρχος και την διέκοψε.

«Αλέκα τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Θα μας βρει το ποτάμι και δεν θα ξέρουμε από που να φύγουμε. Φυγέτε άιντε. Και γω στη γυναίκα μου πάω.» μίλησε συμπονετικά στην μητέρα μου ο δάσκαλος.

«Ποιό ποτάμι μωρέ;»

«Αλέκα μ πλημμύρισε» επανέλαβε ο δήμαρχος.

Μπερδεμένη η μάνα μου, όπως ήταν και από τα λόγια της ψευτο Θοδώρως, αντί να ξεκαθαρίσει το νου της, έφυγε τρέχοντας και εγώ έμεινα στο μέσο των συγχωριανών ξεχασμένος. «Τον Σαμπρή με το πρώτο φως θα τον κηδέψουμε. Πάρ’ τον εσύ μην μείνει στα νερά το σώμα. Πολύ νερό ήπιε, μην του δώσουμε άλλο του σχωρεμένου. Νερό ζητούσε ο καημένος. Νερό ήπιε» είπε ο δήμαρχος στον βοηθό του. «Καλέ Θέμη, εσύ εδώ έμεινες; Σύρε στη μάνα σ. Εκεί είναι τ αμάξι».

Πράγματι η μαμά μου μόλις είχε συνειδητοποιήσει ότι έλειπα τρόμαξε και γύρισε να με πάρει. Εγώ, τρέχοντας στην αγκαλιά της σαν μικρό παιδί με πηδηματάκια, φώναζα συνάμα: «πνίγηκε ο Σαμπρής. Τα νερά φτάσαν στη παράγκα του». Μόλις τ’ άκουσε η γιαγιά μου ζωντάνεψε και τρίτη φορά: «Αχ Θεμούδι μ ο Ζάμπρης καρδιά είχ και πνίγκε. Μεις μυαλό και ζουμ!».

 

Βιογραφικό συγγραφέως

Ο Νικόλαος Κάκος γεννήθηκε το 1993 στην Αλεξανδρούπολη, όπου και κατοικεί. Είναι φοιτητής της Νομικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο