Το Αγιοβασιλούδι Των Χριστουγέννων

Δεκέμβριος 2012, η Ελλάδα διανύει  μια από τις ποιο δύσκολες  περιόδους  της νεότερης ιστορίας της. Η ανεργία σιγά  σιγά χρίζεται βασίλισσα  με την υποστήριξη των πολιτικών, έχοντας για υπηκόους της ανθρώπους που δεν την επέλεξαν.

Οι άνθρωποι ζουν στιγμές που σοκάρουν, λόγω της  κρίσης επιχειρήσεις δηλώνουν πτώχευση. Εργαζόμενοι, κυρίως εργάτες και υπάλληλοι, βλέπουν τη ζωή τους να καταρρέει, σαν πύργος κτισμένος στην άμμο. Η Αθήνα, από την πρώτη κιόλας στιγμή, αντικρίζει το σκληρό πρόσωπο της οικονομικής κρίσης. Η κρίση είναι το αποτέλεσμα κάκιστων χειρισμών ανθρώπων που δηλώνουν πολίτικοι. Οπού κοιτάξει κανείς γύρω του τις ημέρες των εορτών αντικρίζει μία απόλυτη αντίφαση, από τη μια στολισμένες βιτρίνες και από την άλλη ανθρώπους να κοιμούνται μέσα στο καταχείμωνο σκεπασμένοι με χαρτόκουτα και παλιές κουβέρτες στα προαύλια των εκκλησιών ή σε κάποιες ήσυχες πιλοτές πολυκατοικιών.

Έξω από τις μεγάλες αλυσίδες των Super Market μπορεί να δει κανείς μπαμπάδες, συνήθως συντροφιά με τα μικρά παιδιά τους, να ψάχνουν στους μεγάλους κάδους αναζητώντας οτιδήποτε φαγώσιμο που μπορεί να γεμίσει το δικό τους εορταστικό τραπέζι. Εξάλλου είναι Χριστούγεννα και το πνεύμα των εορτών δεν πρέπει να χαθεί με οποιοδήποτε τίμημα, γιατί τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να πιστεύουν στα δικά τους όνειρα.

Ο Κώστας με τον Οδυσσέα είναι φίλοι και συμμαθητές, φοιτούν στην τελευταία τάξη του δημοτικού και ονειρεύονται κάποια στιγμή να κατακτήσουν τον κόσμο. Προέρχονται και οι δύο από εργατικές οικογένειες και μένουν στην περιοχή του Γκύζη. Τις τελευταίες μέρες ο Κώστας είναι πολύ στενοχωρημένος. Ένα μεσημέρι που γύρισε από το σχολείο άκουσε από τον μπαμπά του, τον κύριο Τάκη, να ανακοινώνει με δάκρυα στα μάτια στη γυναίκα του, την κυρία Δέσποινα, ότι το εργοστάσιο που δούλευαν τα τελευταία είκοσι χρόνια αποφάσισε να κηρύξει  πτώχευση απολύοντας και τους τελευταίους εργάτες. Η κυρία Δέσποινα ήταν από τους πρώτους που απολύθηκαν,  θύμα της οικονομικής κρίσης και αυτή που έχασε τη δουλειά της ένα χρόνο μετά την είσοδο της Ελλάδας στο ΔΝΤ. Από εκείνη την ημέρα, αν και δύσκολα η οικογένεια τα έφερνε έως τότε βόλτα, τώρα που και ο κύριος Τάκης είναι άνεργος τα πράγματα γίνανε αφόρητα. Ο μεγάλος τους γιος, ο Πάνος, πηγαίνει στην τελευταία τάξη του λυκείου και οι δύο γονείς του δεν θέλουν τα παιδιά τους να έχουν την ίδια τύχη με εκείνους σε μία χώρα που αργοπεθαίνει. Γι’ αυτό και πονούν αφόρητα που δυστυχώς θα πρέπει να σταματήσουν το μεγάλο τους γιο από τα φροντιστήρια.

Μια μέρα ενώ το ζευγάρι μιλούσε για τα οικονομικά τους προβλήματα όταν αντιλήφθητε την παρουσία του μικρού γιου τους σταμάτησε την κουβέντα. Ο μικρός Κώστας που κάθε απόγευμα συναντάει στην πλατεία της γειτονιάς του τον Οδυσσέα λέγοντάς του αυτά που ακούει από τους γονείς του δεν παρέλειψε να του διηγηθεί και αυτή τη φορά τα όσα άκουσε, ενώ τα μάτια του πλημύριζαν από δάκρυα. Ο Οδυσσέας τον άκουγε προσεκτικά γεμάτος συμπόνια. Προς το παρόν ξέρει ότι οι γονείς του, που είναι και εκείνοι εργάτες σε εργοστάσια, έχουν ακόμα δουλειά. Κάθε φορά όμως που συναντιούνται οι δύο φίλοι, στο μυαλό του Οδυσσέα δουλεύει μία ιδέα για το πώς θα μπορέσει να βοηθήσει το φίλο του.

Κοντεύουν Χριστούγεννα, η Αθήνα ζει έναν πρωτόγνωρο χειμώνα όπου το κρύο είναι έντονο παγώνοντας ακόμη και τις ψυχές των ανθρώπων, κάνοντάς τες να μην μπορούν να αισθανθούν. Το κλίμα στο σπίτι του Κώστα είναι θλιμμένο. Ο μπαμπάς του λείπει σχεδόν όλη τη μέρα ψάχνοντας απεγνωσμένα για δουλειά, γιατί τα λιγοστά χρήματα που μπαίνουν στο σπίτι είναι από το μεγάλο τους γιο, τον Πάνο, που έπιασε δουλειά για τις γιορτές σε μία καφετέρια.

Προπαραμονή Χριστουγέννων και ο Οδυσσέας ανακοινώνει στο φίλο του τον Κώστα ότι φέτος δεν μπορεί να πάει μαζί του για κάλαντα και παρόλες τις προσπάθειες του Κώστα να τον μεταπείσει δεν τα κατάφερε.

Ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων και η Αθήνα υποδεχόταν τις πρώτες νιφάδες χιονιού. Ο Οδυσσέας με το μπαμπά του φορώντας τις ξεθωριασμένες από το χρόνο αγιοβασιλίτικες στολές και κρατώντας στα χέρια μια ξεκούρδιστη κιθάρα και ένα τρίγωνο ξεκίνησαν για την Πλατεία Συντάγματος και τις γύρω περιοχές. Ο Αι Βασίλης και το αγιοβασιλούδι του είχαν αποφασίσει ότι τα χρήματα που θα μάζευαν από τα κάλαντα θα τα έδιναν στην οικογένεια του Κώστα, αν και τα χρήματα δεν περίσσευαν στη δική τους οικογένεια, το σημαντικότερο όμως αυτή τη στιγμή ήταν να βοηθήσουν το γείτονα και φίλο τους. Όταν ένα απόγευμα ο μικρός Οδυσσέας ανακοίνωσε με δάκρυα στα μάτια τι είχε συμβεί στην οικογένεια του Κώστα ο πατέρας του του πρότεινε να βοηθήσουν το φίλο του με αυτό τον τρόπο.

Αι Βασίλης και αγιοβασιλούδι τραγουδώντας τα κάλαντα έφτασαν μέχρι και την οδό Βουκουρεστίου, με τις ακριβά στολισμένες βιτρίνες. Κάποιοι Ιάπωνες τουρίστες φωτογραφήθηκαν μαζί τους τραγουδώντας τα κάλαντα, με το μικρό αγιοβασιλούδι να απλώνει το καπέλο του για λίγα χρήματα. Χωρίς σταματημό και με σχεδόν κλεισμένη φωνή, τους βρήκε το απόγευμα. Σταμάτησαν σε ένα παγκάκι κάτω από το θλιβερά στολισμένο δέντρο του Δήμου στην Πλατεία Συντάγματος για να πάρουν μιαν ανάσα. Παρόλη την κούραση μπαμπάς και γιος ένοιωθαν ευτυχισμένοι για τα χρήματα που είχαν μαζέψει και θα πρόσφεραν σε μία οικογένεια που τα είχε τόσο ανάγκη. Ήταν ώρα να πάρουν το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Περνώντας μπροστά από ένα θέατρο χαρούμενες παιδικές φωνούλες υμνούσαν το πνεύμα των εορτών. Σε λίγο ξημέρωνε Χριστούγεννα και για μία ακόμα χρονιά η Ελπίδα και η Αγάπη δεν είχαν πεθάνει. Τις ζέστανε με την καρδιά του ένα μικρό παιδί κάνοντας μία σπουδαία πράξη αγάπης και παραίτησης από το Εγώ του.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο