Τζων Μίλτον «στον Σαίξπηρ»

Εάν κάποιοι πολιτικοί μας γνώριζαν την αυτοβιογραφία του  Τζον Μίλτον, του Αλφονς ντε Λαμαρτίν ή τουλάχιστον του Ντάντε, ίσως να μην προέβαιναν παλαιότερα σε δηλώσεις απαξίωσης γύρω από την ποίηση, ότι δηλαδή η ποίηση δεν είναι για πολιτικούς αλλά για λαπάδες.

Ο Τζον Μίλτον κατάφερε να συνδυάσει τους δύο αυτούς ρόλους. Υπήρξε μεγάλος Βρετανός ποιητής και Πολιτικός. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1608 και πέθανε στο Λονδίνο το 1674.  Σπούδασε θεωρητικές επιστήμες στο πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ και επιδόθηκε στη εκμάθηση ξένων γλωσσών κυρίως της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, πράγματα που του προοιώνιζαν μία πανεπιστημιακή ή εκκλησιαστική καριέρα. Ο Μίλτον όμως αφιερώθηκε στην ποίηση, αποβλέποντας μέσω αυτής την αθανασία.

Έγραψε στη λατινική πέντε σονέτα και ένα κομψής σύνθεσης λυρικό ποίημα. Ουσιαστικά όμως η ανάγκη του ήταν ν’ αποδείξει, όπως ο Σπένσερ τον προηγούμενο αιώνα, ότι η αγγλική μπορεί να είναι εξίσου ποιητική όσο τα ελληνικά, τα λατινικά ή τα ιταλικά και ίσως φιλοδοξούσε να γίνει ο εθνικός ποιητής της Αγγλίας.

Το 1634 περιόδευσε στην ηπειρωτική Ευρώπη και έμεινε για αρκετό διάστημα στην Ιταλία όπου γνώρισε πολλούς διάσημους της εποχής, όπως τον Γκρότιους, τον ηλικιωμένο τότε Γαλιλαίο και άλλους.

Στη σύγκρουση ανάμεσα στον βασιλιά Κάρολο Α’ και το κοινοβούλιο τάχτηκε στο πλευρό του κοινοβουλίου. Μία πρωτοποριακή προσπάθεια για την εποχή που συντέλεσε ώστε οι συγκεντρωτική εξουσία να περιέλθει στα χέρια του κοινοβουλίου.  Το 1649 διορίστηκε γραμματέας του συμβουλίου του κράτους της νέας κυβέρνησης του Όλιβερ Κρόμγουελ (αντιστοιχούσε περίπου στη θέση του υπουργού των εξωτερικών). Ο θάνατος του Κρόμγουελ και η αποκατάσταση της βασιλείας οδήγησαν στο τέλος της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Απολύθηκε από τη θέση του γραμματέα και για ένα διάστημα φυλακίστηκε.

Σε ηλικία σαραντατριών ετών έχασε το φως του και έμεινε τυφλός. Φαίνεται βέβαιο ότι η συγγραφή ενός έργου του «του Pro Populo Anglicano Defensio» στοίχισε στον Μίλτον την ολοκληρωτική απώλεια της όρασής του.

Έγραψε πολιτικά, θρησκευτικά και κοινωνικά δοκίμια. Μερικά από τα κυριότερα έργα του είναι τα Αρεοπαγιτικά, η θεωρία και ο θεσμός του διαζυγίου.

Ο Μίλτον πίστευε ότι η συγγραφή μίας αληθινής εποποιίας θα του εξασφάλιζε για πάντα τη θέση που του ανήκε στο πάνθεο των μεγάλων ποιητών, στο πλευρό του Ομήρου και του Βιργιλίου. Γι’ αυτό και επιδόθηκε στη σύνταξη ενός μεγάλου επικού ποιήματος «ο χαμένος παράδεισος» που αναφέρεται στην πτώση των πρωτόπλαστων, το καλό και το κακό, τον ορθό λόγο, την ελεύθερη βούληση το αυτεξούσιο του ανθρώπου και την έξω του εξουσία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έγραψε το έπος ο ανακτημένος παράδεισος, το δράμα Σαμψών αγωνιστής, διάφορα λυρικά άσματα κ.α.

Ένα από αυτά, λοιπόν,  είναι το μικρό, αλλά πυκνότατο σε βάθος και σε ένταση, λυρικό ποίημα που αναφέρεται στο μεγαλείο του ΣΑΙΞΠΗΡ.

ΣΤΟΝ ΣΑΙΞΠΗΡ

Χρόνια, καιροί και κόποι και φροντίδες

Του Σαίξπηρ ένα μνήμα δεν εχτίσαν.

Μα θα ‘φταναν γι’ αυτόν οι πυραμίδες;

Της φήμης κληρονόμε! Το μνημείο

Που αδύναμα τα χέρια μας δε στήσαν,

Το ‘στησες μόνος άφθαστο και θείο.

Μτφρ. Μανώλης Μαγκάκης

(1891 – 1918)

Ο θαυμασμός του Μίλτον για το Σαίξπηρ, που πέθανε όταν ο ποιητής του χαμένου παραδείσου ήταν οκτώ ετών, εκφράζεται σε όλο του το μεγαλείο.

Ο Τζον Μίλτον έχει φαίνεται αντιληφθεί την αλήθεια της σημαντικότητας των λέξεων. Η γλώσσα με την ποίηση λυτρώνεται. Μια λέξη δεν είναι πια ένα αντικείμενο, μια έννοια, ένας γραμματικός τύπος. Ο Τζον Μίλτον αντιμετωπίζει τη γλώσσα τολμηρά στη μικρότερη μονάδα της. Τη ΛΕΞΗ, τη βλέπει σαν άγαλμα ακέραιο, σαν αυτάρκη οντότητα γεμάτη ζωή, γεμάτη φωτιά και εκρηκτικότητα ν’ αντιπαρατίθεται στο Σαιξπηρικό μεγαλείο. Όπως για παράδειγμα:

 «Χρόνια, καιροί και κόποι και φροντίδες»

Ο Μίλτον αφήνει τις λέξεις να διαπεράσουν μέσα από τις εσωτερικές του δονήσεις, αποκαλύπτοντας την ίδια του την ύπαρξη. Η ουσία της ποίησης του είναι η συγκίνηση. Όχι τα γεγονότα με τ’ όνομά τους, αλλά οι λέξεις που κατάλληλα τοποθετημένες εκφράζουν με όλη τους την ένταση το παράπονο του.

«Του Σαίξπηρ ένα μνήμα δεν εχτίσαν»

Ένα παράπονο που λειαίνεται από την μέγγενη της βαρύτητας του Σεξπηρικού έργου και που οδηγεί τον ποιητή στο θαυμασμό. Ένα θαυμασμό που για τον Μίλτον, ξεπερνά σε μέγεθος ακόμη και τα μεγαλιθικά μνημεία της ανθρωπότητας.

«Μα θα ‘φταναν γι’ αυτόν οι πυραμίδες;»

Το μέγεθος του Σαιξπηρικού έργου για τον Μίλτον δεν είναι ένα απλό πανηγυράκι της τηλεόρασης για αργόσχολους, όπως θα έλεγε ίσως αν ζούσε σήμερα, αλλά είναι τέτοιο που τα ανθρώπινα χέρια αδυνατούν να χτίσουν ένα μνημείο αντάξιό του.

«Της φήμης κληρονόμε! Το μνημείο

Που αδύναμα τα χέρια μας δε στήσαν,»

Το μόνο που μπορεί να εκφράσει το μεγαλείο του είναι το ίδιο του το έργο, που αποτελεί έτσι ένα μνημείο  – το μόνο άξιο – του εαυτού του.

«Το ‘στησες μόνος άφθαστο και θείο.»

          Το αίσθημα της αδυναμίας απότισης φόρου τιμής στο μεγαλειώδες έργο του Σαίξπηρ, συντελείται με την ταυτόχρονη ανάγκη υπέρβασης αυτής της αδυναμίας, αφού το ίδιο το ποίημα του Μίλτον είναι ένας ύμνος στο Σαίξπηρικό μεγαλείο.

Ο Τζον Μίλτον με την ευαισθησία του πραγματικού ποιητή βρήκε αυτή τη μαγική συνταγή στην καρδιά του και την βρήκε μέσα από ένα μεγαλείο το οποίο από μόνο του μπορεί να εξασφαλίσει, σε αυτόν που απεικονίζει, μία διαχρονική συνέχεια. 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο