«Τα πιο γλυκά μας χρόνια»

… Ο μαθητικός κόσμος επιστρέφει στα θρανία. Τέρμα τα χουζούρια και η ανεμελιά του καλοκαιριού. Ανάμεικτα τα συναισθήματα των μικρών μαθητών. Από τη μια νιώθουν χαρά και περηφάνια, νιώθουν ότι μεγάλωσαν, θα αποκτήσουν τον τίτλο του μαθητή, θα γνωρίσουν νέους φίλους, θα βρεθούν σε ένα νέο περιβάλλον. Από την άλλη όμως νιώθουν ταραχή και αγωνία. Αποχωρίζονται το προστατευτικό χέρι της μάνας και την αγκαλιά της. Γίνονται σταδιακά ανεξάρτητοι ως προσωπικότητες.

Στο προηγούμενο άρθρο μου αναφέρθηκα στους αυστηρούς και αυταρχικούς δασκάλους του περασμένου αιώνα. Δεν ήταν όλοι το ίδιο. Υπήρχαν πάντα κάποια φωτεινά μυαλά, κάποιοι πράοι και μειλίχιοι παιδαγωγοί, αυτοί που σταδιακά με το έργο και τον αγώνα τους βοήθησαν στη δημιουργία ενός καλύτερου σχολείου. Ήταν οι εξαιρέσεις. Ο καλός, ήπιος και γλυκός δάσκαλος αποτελούσε εξαίρεση ακόμα και στα δικά μου σχολικά χρόνια δεκαετία ‘60-’70-’80.

Βέβαια υπήρξε κάποιος εκσυγχρονισμός. Η βέργα αντικαταστάθηκε με το χάρακα… Πάλι άπλωνες τα χέρια σου για να δεχτείς το παιδαγωγικό «άγγιγμα», λιγότερο επώδυνο ομολογουμένως.

Φαινόμενο της εποχής μου ήταν οι κοινωνικές διακρίσεις και οι διαχωρισμοί ανάλογα με το επάγγελμα του γονιού. Το παιδί του εμπόρου και του δημοσίου υπαλλήλου είχε άλλη αντιμετώπιση κι άλλη το παιδί του αγρότη και του εργάτη. Οι μισθοί των δασκάλων ήταν πενιχροί και αύξαναν το εισόδημα τους με τα «ρουσφέτια» των εύπορων γονιών με αντάλλαγμα τους καλούς βαθμούς. Έχω πολλές τέτοιες αναμνήσεις διαχωρισμού. Αυτοί με τα «πεσκέσια» παίρνανε το «Άριστα 10» ενώ εμείς, άσχετα αν αξίζαμε, επιεικώς ένα «λίαν καλώς 7». Κάποιους τους άφηναν κάμποσες χρονιές στην ίδια τάξη να τα μάθουν καλά… Να τα εμπεδώσουν… Αποφοιτούσαν από το Δημοτικό λίγο πριν το στρατό…

Με τον εκσυγχρονισμό οι μαύρες πλάκες και οι κονδηλοφόροι αντικαταστάθηκαν με τα μολύβια faber, όπως και οι πάνινες τσάντες που φτιάχνονταν από τους ίδιους τους γονείς για να καλύψουν τις ανάγκες των παιδιών τους με δερμάτινες ή πλαστικές ανάλογα με το βαλάντιο του καθενός. Σήμερα περισσότερα παιδιά απαιτούν τσάντες επώνυμες γνωστών εταιρειών.

Πόσο γλυκός ήταν ο ήχος του κουδουνιού για το διάλλειμα… Σαν σμήνος από μελίσσι ξαμολιόμασταν στον αυλόγυρο … Μακριά γαϊδούρα, σχοινάκι, τυφλόμυγα, κουτσό, κρυφτό ήταν τα παιχνίδια της δικιάς μου εποχής τότε που η τεχνολογία ήταν λέξη άγνωστη. Παιχνίδια απλά ίσως και πρωτόγονα αλλά τα μόνα που μπορούν ακόμα να ξετυλίγουν το κουβάρι των αναμνήσεων και των συνειρμών. Τότε όταν παίζαμε κυνηγητό κυνηγούσαμε ο ένας τον άλλο. Τα σημερινά παιδιά με ένα tablet στο χέρι αποχαυνωμένα κυνηγάνε Pokemon…

Παιχνίδια ευλογημένα τα δικά μας για αυτό παραμένουν αλησμόνητα. Δεν κόστιζαν τίποτα, που όμως γέμιζαν αληθινή χαρά και όχι «εικονική» τα πρόσωπα των μικρών παιδιών.

Να καταθέσω και μια προσωπική μου εμπειρία. Δε φημιζόμουν για φωστήρας ή «μαθηματικό μυαλό». Μισούσα ότι είχε να κάνει με αριθμητικές πράξεις. Εδώ τρόμαξα να μπω στο νόημα της μετατροπής του νομίσματος δραχμής σε ευρώ υπήρχε περίπτωση να λύσω το Πυθαγόρειο Θεώρημα; Ακόμα και στον «γρίφο» ποιο είναι βαρύτερο το «ένα κιλό βαμβάκι» ή το «ένα κιλό σίδηρο» τους κοιτούσα σα χάνος. Εντελώς «ακατοίκητο.» Για να μάθω την προπαίδεια δοκίμαζαν όλες τις μεθόδους, μέχρι και για τιμωρία με άλειψε με μέλι η μάνα μου και με έβγαλε στην αυλή να με τσιμπήσουν οι μύγες και οι μέλισσες μπας και γίνει το θαύμα. Το μόνο που κατάφερε είναι ακόμα και τώρα να παθαίνω αλλεργία και να ξύνομαι σα να έχω ψώρα ψώρα στη θέα ζουζουνιών. Ας είναι καλά τα δάχτυλα μου… Επειδή το «αγώι ξυπνάει το αγωγιάτη» πολύ αργότερα μπήκα στο πνεύμα του εμπορίου «τόσο όσο» να μη με πιάνουν κότσο στις συναλλαγές μου…

Ό Καζαντζάκης σαν πρωτάκι με το παιδικό του μυαλουδάκι φαντασιωνόταν το δάσκαλο σα διάβολο με κέρατα. Εγώ έτσι έβλεπα όλους τους καθηγητές των μαθηματικών. Έχω ακόμα στη μνήμη μου ειδικά την εικόνα μιας μέγαιρας. Είχε μεγάλα δόντια, ήταν κακάσχημη και μαυριδερή με μια κρεπαρισμένη κουρούπα που κάλυπτε τα κέρατα γιατί αποκλείεται να μην είχε…

Με είχε σταμπάρει πόσο «σκράπας» ήμουν και έτρεφε μίσος εναντίον μου αβυσσαλέο. Εκείνη η φυλλομέτρηση του καταλόγου και η βλοσυρή ματιά της, πάθαινα ήδη από το θρανίο λιποθυμικό σοκ. Όταν δε με σήκωνε στον πίνακα (σε καθημερινή βάση) για να λύσω κάποια εξίσωση, που ποτέ δε συνέβη τούτο το θαύμα, μετά βίας κρατιόμουν μην κατουρηθώ πάνω μου.

Τα φιλολογικά όμως ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Όλες τις φιλολογίτσες τις συμπαθούσα.
Ας επηρεάσουμε θετικά τα παιδιά μας ειδικά τα «πρωτάκια» να πάνε ενθουσιασμένα για τη νέα εμπειρία που θα ζήσουν. Το άνοιγμα προς την ελευθερία.

«Τέρμα τα ψέματα
αρχίζει το σχολείο.
Πάλι θα λιώσουμε
επάνω στο θρανίο…»
 
Συνεχίζεται…

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο