Βουλιάζοντας στην πολυθρόνα του χρόνου

προσπαθώ να περισώσω ότι μπορώ

από τον ήχο των ονείρων μου,

από την ηχώ των σ’ αγαπώ,

από την ανάσα του πράσινου,

τη μυρωδιά της βιολέτας και του μενεξέ,

τις σκιές από το πέταγμα των πουλιών πάνω στις λίμνες

που χάνονται στον ορίζοντα.

Ν’ αφουγκραστώ την ουσία τους.

Να ξεσκεπάσω τις μελωδίες τους.

Να χαθώ στο απύθμενο βάθος τους,

χορεύοντας πάνω στον ίσκιο μου.

Χορεύοντας να σωπάσω και ν΄ ακούσω το νόημα τους,

το νόημα που τους πρέπει

μέσα στη βαθειά σιγή της αυγής,

μαζί με όλες τις φωνές των ονείρων που ξεθώριασαν,

ή των πολύχρωμων λουλουδιών που μαράθηκαν

και ύστερα, σε ρυθμούς πυρρίχιους, εκστατικούς

να χορέψω τους κλεμμένους κύκλους

από τα βήματα των άστρων

για να μπολιάσω τη  δική μου τροχιά

επάνω στο διάφανο σώμα τους,

μη τυχόν και χαθώ μες στα βήματα μου

και ίσως τότε, κεντώντας νότες σε κάθε μου βήμα,

νότες που θα πατάω επάνω τους με σιγουριά,

να φυλάξω ανόθευτη και καθαρή

την ύφανση της ύπαρξής μου.

Όπως ο διαβάτης

που περνάει προσεκτικά βήμα βήμα,

πάνω στις πέτρες

το λασπωμένο χωράφι,

απ’ την μία άκρη ως την άλλη

και με  ένα δυνατό σάλτο

από την τελευταία πέτρα,

βρίσκεται στην αντίπερα άκρη

ξαποσταίνοντας ικανοποιημένος

από τη μεγάλη προσπάθεια.

Έτσι θέλω να ξαποστάσω

στη μυστική αγκαλιά των συμβόλων,

της φύσης και του αιώνιου,

ντυμένος τη λευκότητα της πλήρωσης.

Όπως ο γνήσιος χριστιανός

όταν ακουμπάει αλαφρωμένος

στο πετραχήλι του πνευματικού του

ή ο στρατιώτης,

στο στήθος της αγαπημένης του,

μετά τη μάχη,

αγγίζοντας με τις ρόγες των δαχτύλων του,

όπως κάποτε,

που ορκιζόταν πως θα επιστρέψει και πάλι,

το πρόσωπό της.

Μα… πώς να σμιλέψω νότες

από βοές και σκορπίσματα;

Ίσως γι’ αυτό ζηλεύω τους γλύπτες

που αποδίδουν το αντικείμενό τους,

σμιλεύοντας σκόρπια κομμάτια

με τόση αλήθεια και χάρη.

Ζηλεύω τους σπασμένους καρπούς

και τις ερωτικές κινήσεις των δαχτύλων

πλημμυρίζοντας από πανδαιμόνιο αισθήσεων

που καίει τη σάρκα,

μέσα σε χορό μαγικό, διονυσιακό, εκστατικό.

Την ασάλευτη αρμονία

από την ερμηνεία ενός τραγουδιού

και τη σύνθεση του

που μεγεθύνει το φως της ημέρας μέσα μου.

Ζηλεύω αυτό που με καίει

όχι γιατί θέλω να το οικειοποιηθώ.

Εξάλλου κάθε οικειοποίηση έχει πάντα

μία μυρωδιά έντονης σήψης,

μιας και ο χρόνος ποτέ δεν είναι με το μέρος μας.

Μα… περισσότερο ίσως γιατί θέλω

να χαθώ μέσα σ’ αυτό,

όπως ο χρόνος που χάνεται

στο απύθμενο ράφι της ιστορίας.

Να δώσω τον εαυτό μου

και να σώσω το νόημα του.

Το νόημα που του πρέπει

μέσα στο απέραντο «εγώ και εσύ» της χαμένης ενότητας.

Μήπως έτσι μπορέσω και γω ν’ αφουγκραστώ κάποτε

μαζί με όλους αυτούς που άκουσαν πριν από μένα,

στη μεγάλη σκηνή της ζωής,

τα λόγια της σιωπής.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο