Ο σύγχρονος πολιτισμός ως πηγή απομάκρυνσης από τον εαυτό μας

Όπως στα κοινωνικά γεγονότα δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση πως η μελέτη της ιστορίας παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην κατανόηση τους, έτσι και η μελέτη του ατόμου σε κάθε εποχή μας οδηγεί στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής, ο καθ’ όλα υποταγμένος και επιτυχημένος στις καπιταλιστικές απαιτήσεις γιάπης, όπως πολύ καίρια τονίζει ο Έλληνας γαλλόφωνος ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και καθηγητής  Γεωστρατηγικής Δημήτρης Τ.  Άναλις, είναι ο άνθρωπος της μάζας, ένας άνθρωπος αδύναμος να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του τα οποία έχει εξορίσει μέσα στον εαυτό του, ικανοποιημένος μόνο από τη «φτηνή» του μόρφωση και τις ασήμαντες αρετές του. Ένα δυναμικό και εγωκεντρικό υποκείμενο με το ατσαλάκωτο κουστούμι του, περιφέροντας μέσα στο χαρτοφύλακά του τη νεύρωσή του, τα μικρο-άγχη του και τη μεγάλη του μοναξιά.

Άλλωστε από τον προηγούμενο κιόλας αιώνα σε μία αναντιστοιχία με το Νιτσεϊκό υπεράνθρωπο ο Νίτσε παρομοίαζε τη μελλούμενη ανθρωπότητα με μία αμμουδιά όπου όλοι οι άνθρωποι θα είναι απόλυτα ίσοι, απόλυτα στρογγυλοί, πολύ διαλεκτικοί και ως εκ τούτου πολύ βαρετοί.

Πάρα ταύτα ο Φρόυντ σχετικά με την κοινωνική ζωή είχε βρει ένα ταιριαχτώ παράδειγμα πάνω στους σκαντζόχοιρους το οποίο και διάβασε στον Άρθουρ Σοπενχάουερ: Όταν το Χειμώνα το  κρύο είναι υπερβολικό οι σκαντζόχοιροι πλησιάζουν πιο κοντά ο ένας προς τον άλλο για να επωφεληθούν από τη μεταξύ τους θερμότητα.  Αρχικά, η ζεστασιά είναι εκστατική και νοιώθουν ενθουσιασμένοι που αποφάσισαν να ενωθούν. Τότε όμως ο καθένας αρχίζει να αισθάνεται την διεκδικητική παρουσία του άλλου που σπρώχνει με τ’ αγκάθια του για να βρει το χώρο του ώστε να έχει την πολυπόθητη θερμότητα του σώματος του άλλου. Αγνοώντας τις συνέπειες, έρχονται ακόμη πιο κοντά και αυτή τη φορά, ο πόνος αποδεικνύεται τόσο μεγάλος, που χωρίζονται βίαια. Λίγο – λίγο όμως με το πλησίασμα και την απομάκρυνση κατορθώνουν να βρουν ένα τρόπο, μία συμβατική λύση ανάμεσα στην οδύνη και την παγωνιά ώστε να μην υποφέρουν υπερβολικά. Κατά τον Φρόυντ το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο, δεν μπορεί να ζήσει ούτε μαζί με τους άλλους ανθρώπους ούτε και ολομόναχος και παρά την καλή θέληση, η ανθρώπινη οικειότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς αμφίδρομη βλάβη, που έχει σαν αποτέλεσμα την αμφισβήτηση του άλλου, αλλά και την ρηχότητα των σχέσεων. Κάτι το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα βαθμό μόνο μέσα από τη συνειδητή επιλογή και την ανάληψη ευθύνης των επιλογών μας.

Για τον Φρόυντ όμως ο κόσμος που ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός. Σε αντίθεση με την ουτοπιστική σκέψη, ο Φρόυντ θεωρεί πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει αυτό που θα ήθελε να γίνει, αλλά μόνον αυτό που ήταν πρωτύτερα. Όπως παρατηρεί ο  Roland Jaccard στο έργο του «Η Εξορία μέσα μας – σχιζοειδισμός και πολιτισμός» Η φροϋδική σκέψη είναι βασικά αντι-ουτοπιστική. Μάταια θ’ αναζητούσε κανείς στο έργο του Φρόυντ κάποιαν εσχατολογική προοπτική. Καμία ελπίδα δεν μας δίνει καμία υπόσχεση, ούτε και καμία δικαιολόγηση. Ο κόσμος μας είναι ο καλύτερος απ’ όλους, γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να υπάρξει. Κατά τη γνώμη του Φρόυντ η κοινωνία επιβάλει στον άνθρωπο ανώφελες οδύνες, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της κατάστασης του αντί της προσδοκούμενη βελτίωσή της.

Στο έργο του «Ο Πολιτισμός ως Πηγή Δυστυχίας» θα επισημάνει δύο βασικές αντιτιθέμενες ροπές μέσα στο ίδιο το άτομο. Από τη μία είναι η ικανοποίηση της  αρχής της ηδονής και της ενστικτώδους αναζήτησής της, ενώ από την άλλη είναι η ικανοποίηση της αρχής της πραγματικότητας μέσα στα πλαίσια του επικείμενου θανάτου, τις άγριες και καταστροφικές πτυχές του φυσικού κόσμου, και την ενδημική δυστυχία που υπάρχει σε ένα κόσμο όπου το άτομο αναγκάζεται να μοιραστεί τη ζωή του με άλλους ανθρώπους στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Μίας κοινωνίας όπου ο κάθε άνθρωπος, όπως μας αναφέρει στο έργο του «Δυσφορία στον Πολιτισμό», προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το συνάνθρωπό του χωρίς τη συγκατάθεσή του είτε οικονομικά, είτε εργασιακά, είτε σεξουαλικά κλπ. Εδώ από τις λύσεις του προβλήματος, θα επισημάνει ο Φρόυντ, είναι η εξιδανίκευση. Μόνο όμως μία ελάχιστη μειονότητα καταφέρνει αυτή τη μεταστοιχείωση εξιδανικεύοντας την καταπιεστική αρχή της πραγματικότητας και κυρίως του σεξουαλικού ενστίκτου, σε ανώτερους πολιτιστικούς στόχους, κάτι σχεδόν αδύνατο στην περίοδο της νεανικής έξαρσης. Κάτω από αυτή την αδυναμία της μεταστοιχείωσης τα άτομα γίνονται νευρωτικά ή προσβάλλονται από κάποιαν άλλη διαταραχή, δημιουργώντας πολλές φορές και μίαν επίπλαστη πραγματικότητα. Εδώ η Καφκική μεταμόρφωση του ευαίσθητου ατόμου έρχεται ως μία διέξοδος από τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις του, η οποία όμως επισφραγίζει και τη μοίρα του.

Όσο τα άτομα παίζουν όπως πρέπει τον κοινωνικό τους ρόλο, η συμπεριφορά τους θεωρείται αποδεκτή. Ο νοσηλευτής νοσηλεύει, ο δάσκαλος διδάσκει, ο βιβλιοθηκάριος ταξινομεί, ο οικογενειάρχης εργάζεται για να εξασφαλίσει στην οικογένειά του τα προς το ζην κλπ. Μόλις όμως κάποιος αποτολμήσει να παραβιάσει τον κοινωνικό του χώρο ή ρόλο που του έχει οριστεί και προσπαθήσει να διεκδικήσει εκείνο που κατά τη γνώμη του θεωρεί  ελευθερία τότε η ψυχιατρική αρχίζει να ενδιαφέρεται για τη συμπεριφορά του.  Γι’ αυτό το λόγο ο Αμερικανός ψυχίατρος και ψυχαναλυτής ουγγρικής καταγωγής Thomas Szasz (1920-2012) θα επισημάνει πως τ’ άτομα που αρνούνται να συμπεριφερθούν σύμφωνα με τον κοινωνικό ρόλο που τους έχει επιβληθεί – μία στάση που δεν την αποδέχεται το πολιτισμικό μας σύστημα- θεωρούνται ψυχικά άρρωστοι.

Άλλωστε και ο Νίτσε στο έργο του «Πέρα από το Καλό και το Κακό» θα τονίσει πως το περιεχόμενο της συνείδησης αποτελείται απ’ όλα όσα απαιτήθηκαν από μας όταν ήμασταν παιδιά. Όσα απαιτήθηκαν επίμονα και χωρίς λόγο από ανθρώπους που τους φοβόμασταν και τους σεβόμασταν. Από τη συνείδηση λοιπόν προέρχεται το αίσθημα αυτό της υποχρέωσης του τι πρέπει να κάνω χωρίς όμως να προηγείται το γιατί θα πρέπει να το κάνω. Θα λέγαμε λοιπόν πως έχει χαθεί ο λογοκρατικός χαρακτήρας στη σκέψη των κοινωνιών και έχει επιβληθεί ο βουλησιαρχικός τρόπος της σκέψης, του θέλω έναντι του διότι. Συνεχίζοντας λοιπόν ο Νίτσε θα τονίσει πως η πίστη μας στην εξουσία είναι η πηγή της συνείδησης. Μίας σχεσιακής αλληλεπιδραστικής συνείδησης, που ως τέτοια δε διαμορφώνεται από μόνη της, αλλά μέσα από συγκρουσιακές σχέσεις επιβολής και ισχύος.

 

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο