Ο συμβολισμός στην ποίηση του Νίκου Καββαδία

Αλήθεια πως προκύπτει η ποιητική δημιουργία; Ο Σοφοκλής μιλώντας για την ποιητική δημιουργία του Αισχύλου θα  μας πει τα εξής: «Ως μεθύων ο Αισχύλος εποίει τα δέοντα, αλλ’ ουκ ειδώς γε». Δέχεται δηλαδή ο Σοφοκλής ότι η σπουδαία ποιητική έμπνευση συμβαίνει σε κατάσταση μέθης «ως μεθύων ο Αισχύλος εποίει τα δέοντα» χωρίς τη συνειδητή γνώση του πράγματος από την πλευρά του δημιουργού «αλλ’ ουκ ειδώς γε».

Κάτω από αυτή την οπτική ο Έλληνας δοκιμιογράφος και ποιητής Γιάννης Κυριακάκος στο έργο του «Ποίηση και Έρως Ποιήσεως» θα τονίσει πως ήδη ο Πλάτων, ο Δάντης, ο Γκαίτε, ο Σαίξπηρ και άλλοι μεγάλοι διανοητές είχαν διαπιστώσει την ονειρική κατάσταση και ατμόσφαιρα της ποιητικής έμπνευσης. Ο μεγάλος στοχαστής Καντ, είχε πει πως: «το όνειρο είναι μία ακούσια έμπνευση». Πάντα λοιπόν η ποίηση ήταν και είναι ο εξωτερικός εκφραστής της φαντασμαγορικής και εντυπωσιακής πραγματικότητας του ονείρου. Μάλιστα ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο μεγάλος βιεννέζος ψυχαναλυτής, σε κάποιο σημείο του έργου του παρατηρεί πως: «Τόσο το όνειρο, όσο και στην Τέχνη, η βασική επεξεργασία είναι η λύτρωση του ενστίκτου με το σύμβολο».

Κάτω από αυτή την οπτική θα εξετάσουμε την ονειρική και βαθιά συμβολική ποίηση του Νίκου Καββαδία μέσα από δύο ποιήματα από την πρώτη του ποιητική συλλογή το «Μαραμπού», που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1933 και διακατέχεται εξολοκλήρου από το υγρό συμβολικό στοιχείο της θάλασσας, αλλά και με το τελευταίο του ποίημα «Πικρία». Εξάλλου δεν υπάρχει έλληνας ποιητής που να τραγούδησε τη θάλασσα τόσο, όσο ο Νίκος Καββαδίας. Ο έλληνας συγγραφέας και στοχαστής Λεωνίδας Κοβάτσης πολύ εύστοχα θα σημειώσει στο έργο του «Ποιητικός λόγος και Αλήθεια» πως: «Η παραμονή στη στεριά είναι γι’ αυτόν μία Δαντική κόλαση, μία εναγώνια φυλακή και τιμωρία δίχως τέλος και εξιλέωση». Στο ποίημα του «Mal du Depart» εκφράζεται ανάγλυφα όλος αυτός ο βαθύς του πόθος, κυρίως στην τελευταία στροφή του ποιήματος, να ενωθεί με τη συμβολική του μητέρα που είναι η θάλασσα.

«Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ

σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες»

Μία επιθυμία ένωσης που όμως θα μείνει ανεκπλήρωτη:

«θα `χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ

και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.»

            Το ποίημα «Mal du Depart» αναδεικνύει όλη την τραγικότητα αυτής της γνώσης από την πλευρά του ποιητή. Γι’ αυτό άλλωστε και ο γαλλικός τίτλος του ποιήματος «Mal du départ» μεταφράζεται σε «Πόνος της φυγής» και είναι αυτός ο πόνος φυγής που θα κάνει τον Έλληνα συγγραφέα Νίκο Δήμου να πει πως και αυτός έχει ξυπνήσει πολλές φορές με αυτό το έντονο αίσθημα φυγής μέσα του, όμως θα εξομολογηθεί λίγο αργότερα ο ίδιος αυτό που δηλώνει και ο Καββαδίας στο ποίημά του πως: «αυτή η λαχτάρα της φυγής είναι τόσο έντονη που με πονάει σωματικά». (Οι Δρόμοι μου, σελ. 652 «Φεύγοντας Ακίνητος»). Προχωρώντας παρακάτω μάλιστα και επιβεβαιώνοντας τον τίτλο του έργου του θα μας πει «Οι χειρότερες φυλακές δεν είναι αυτές που δεν μπορείς, αλλά που δεν θέλεις να φύγεις» είναι το τέλμα και η στασιμότητα. Μία στασιμότητα θα λέγαμε που εμποδίζει την εσωτερική εξέλιξη, που εμποδίζει το θάνατο του παλιού μας εαυτού και ο μεγαλύτερος φόβος του Καββαδία ήταν αυτός ακριβώς, αυτή η στασιμότητα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φρένο στη μεγαλύτερη του ανάγκη που είναι η φυγή.

Το ποίημα είναι αφιερωμένο στην αδελφή του, τη Ζένια και αρχίζει με την πολύ γνωστή στροφή «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής…». Αναφέρεται αλληγορικά σε κάποιον λογιστή που ενώ στα νιάτα του ήθελε να ταξιδεύσει, να μπαρκάρει στα καράβια, και μιλά πάντα για ταξίδια και μέρη μακρινά, λυπάται ότι θα πεθάνει χωρίς ποτέ να έχει ταξιδεύσει. Ουσιαστικά ο Καββαδίας αναφέρεται στο ίδιο του το εαυτό. Είναι ένας ανάξιος εραστής αυτής της μεγάλης ερωμένης, της θάλασσας και εκφράζει την προσωπική του αγωνία κατά τρόπο λυρικά τραγικό, ότι δεν θα τα καταφέρει να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, να πεθάνει δηλαδή στην αγκαλιά της αγαπημένης του. Το τέλος του Νίκου Καββαδία θα είναι άδοξο, αφού δεν πέθανε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως ο ίδιος είχε ποθήσει, πέθανε σε μια κλινική της Αθήνας, τους «Αγίους Αποστόλους», από εγκεφαλικό επεισόδιο και δυστυχώς είχε μια κηδεία «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες».

Η επιδερμική και εφήμερη γνώση της ηδονής στα πορνεία των λιμανιών, οι τύψεις, οι αναμνήσεις, ο απολογισμός και εν τέλει ο πόθος της λύτρωσης στην αγκαλιά αυτής της συμβολικής μητέρας, της θάλασσας θα εκφράσουν όλη την τραγικότητα της ύπαρξης του ποιητή. Ο ποιητής βρίσκει τη λύτρωσή στην αποδοχή του εαυτού. Στην αποδοχή αυτού που πραγματικά είναι ο καθένας μας. Ας δούμε όμως τι μας λέει στην δεύτερη και στην τελευταία στροφή του ποιήματος του «William George Allum».

                  Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Ο εγγλέζος θερμαστής του ποιήματος είναι ένα άτομο τραγικό και συνάμα θλιβερό, είναι ένας ξένος, με το κορμί του όλο φοβερά στιγματισμένο, για τον οποίο όλοι γνώριζαν μια θλιβερή ιστορία. Η ζωή η ίδια καθιστά τον ήρωα του ποιήματος ατελή, έρμαιο στα πάθη, γι’ αυτό και στο μέρος της καρδιάς του είχε ένα τατουάζ «μίαν άγρια καλλονή», μία γυναίκα που τον είχε στιγματίσει περισσότερο απ’ όλα «γιατί ήταν μία αναίσθητη γυναίκα και κοινή». Τι όμως κρυβόταν πραγματικά πίσω από το τατουάζ του στο μέρος της καρδιάς; Κρυβόταν η ίδια του η μοίρα, η τραγικότητα της προδοσίας από μία γυναίκα και η μόνη λύτρωση απέναντι σε αυτή την προδοσία ήταν η αυτοπαράδοσή του στην αγκαλιά μίας άλλης αρχετυπικής γυναίκας που είναι η θάλασσα.

 

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: “θέλησε το στίγμα του να σβήσει”
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.

Στο ποίημά «Πικρία» φαίνεται καθαρά πως η πίστη του Καββαδία σε αυτή τη συμβολική γυναίκα αγαπημένη – τη θάλασσα – δεν έχει χαθεί. Ο συγγραφέας Λεωνίδας Κοβάτσης θα γράψει: «Ο ποιητής μένει πιστός στη θάλασσα. Ποτέ και για καμία γυναίκα δεν την απαρνιέται. Τις εγκαταλείπει όλες για χάρη της. Μέσα από τις εφήμερες σχέσεις που κάνει μέσα στα πορνεία και στα χαμαιτυπεία των λιμανιών, ο ποιητής ναυτικός, θα γλυκάνει έστω για λίγο, την σκληροτράχηλη και δαρμένη από τα πελάη ψυχή του».

Ο ποιητής δε διστάζει να αφεθεί ολόψυχα στις ηδονές. Εξάλλου τα πορνεία είναι μία επαφή με τη γη, αλλά και οι περιπέτειες του με τους ντόπιους, ακόμη και οι πιο αρνητικές, έχουν μείνει ανεξίτηλες στη μνήμη του «Τη μαχαιριά που μου `δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα» είναι ό,τι τον κρατάει συνδεδεμένο με τη στεριά. Παρόλα αυτά μπαρκάρει ξανά και ξανά και γίνεται κάθε φορά ο ίδιος παρατηρητής του εαυτού του και των περιπετειών που έζησε. Είναι ένας οδοιπόρος χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Ένας «πλάνητας» χωρίς αιτία, όπως έλεγε ο Εμπεδοκλής για τον εαυτό του «φυγάς θεόθεν και αλήτης», που όμως στα ποιήματά του, που μοιάζουν σαν μικρά διηγήματα, η ανθρωπιά έχει τον κύριο λόγο.

               Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου που έδιωχνε το φόβο του θανάτου…

Η “Πικρία”, που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Τραβέρσο» και  εκδόθηκε για πρώτη φορά από τις εκδόσεις Κέδρος το 1975, αποτελεί το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Καββαδίας. Το ολοκλήρωσε μάλιστα μόλις λίγες μέρες πριν πεθάνει (το ποίημα φέρει ημερομηνία 7 Φεβρουαρίου 1975· ο Καββαδίας πεθαίνει στις 10 Φεβρουαρίου).

 

 

 

 

 

 

2 Σχόλια

  • Σταμάτης Βαλσάμος
    Posted 12 Δεκ 2018 17:32 0Likes

    Μου αρέσει η ποίηση του Καββαδία. Είναι αληθινή. Δεν είναι ακαταλαβίστικη. Είναι κατανοητή. Έχει ρίμα. Είναι βγαλένη απ’ τη ζωή και περέχει, διαχρονικά μηύματα.

  • Γιώργος Αναγνωστόπουλος
    Posted 27 Φεβ 2019 20:55 0Likes

    Μάλιστα θα έλεγα πως σε όλο του το έργο αφήνει να ξεδιπλωθεί στον αναγνώστη μία βαθιά αισθαντικότητα που πηγάζει μέσα από τον γεμάτο μυστήριο δεσμό του με τη μεγάλη του, την αποκλειστική αγαπημένη, που είναι η θάλασσα!

Αφήστε ένα σχόλιο