Ο Μαλλιάς

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΪΣΑ

Ο Μαλλιάς

Καταμεσής στον κάμπο κυλούσε το ποτάμι κι οι λεύκες γαργαλούσαν τις όχθες του.

-«Σ’ αγαπώ», φώναζε η μια όχθη. «Κάποια μέρα θα γίνουμε ένα».

-«Ή για πάντα θα χαθούμε», απαντούσε η άλλη.

Στον πάτο μέναν τα κόκαλα και θρυψαλιάζονταν μα προτού γίνουν σκόνη κατέληγαν λάσπη. Μέσα εκεί ζούσε ο Γουλιανός, για τους φίλους Γουλ, για τους πολύ φίλους ο Μαλλιάς.

Όσοι δε θα γινόταν ποτέ φίλοι τον λέγανε φρικιό της πλάσης γιατί είχε δυο τρίχες που φύτρωναν πάνω από τα μάτια του. Τις χτένιζε επιμελώς και έφταναν ως τη μέση της ράχης του.

Είχε φτιάξει το παλατάκι του με υπομονή και μεράκι. Μ’ εφτά – οχτώ πατώματα κι εξήντα παραθύρια.

Μέρες έψαχνε στο βυθό για να βρει τα καλύτερα κόκαλα, γλειμμένα από την ορμή του νερού, από το χρόνο και την πείνα των μύριων πλασμάτων που κατοικούσαν στο ποτάμι. Τη στιγμή που έβαζε την τελευταία πινελιά στο έργο του άκουσε τη βουή. Η λάσπη κατέφθανε.

Οι υπόλοιποι μάγκες είχαν εξαφανιστεί. Το περίμενε. Τόσες μέρες του τα μασούσαν. «Βέβαια, ναι, θα βοηθήσουμε κι εμείς» και «όλα μαζί να πάρουμε την κατάσταση στις ουρές και στο στόμα μας».

-«Έλα ρε Γουλιανέ (νούμερο δύο) να σπρώξουμε καμιά κοτρώνα» έλεγε στον ψηλό.

-«Πρέπει και οι ίδιες οι πέτρες να θέλουν να μετακινηθούν φιλαράκι. Δε γίνεται να τις υποχρεώσεις να κάνουν κάτι που δε το θέλουν».

Τουλάχιστον αυτός έμπαινε στον κόπο να του απαντήσει. Το άλλο το ζαβό καθόταν με τις ώρες με βγαλμένο το κεφάλι στην επιφάνεια να χαζεύει.

-«Τι λέει ρε Γουλιανέ (νούμερο δέκα); Έλα να κάνουμε καμιά δουλειά, να φτιάξουμε τον τοίχο που λέγαμε…»

-«Σςςς….ακούω»

«Τι ακούς ρε Γούλη;»

-«Τα πουλάκια…»

-«Και τι λένε Γουλάκο μου τα πουλάκια;»

-«Δυο λόγια της αγάπης.»

Άκουσον – άκουσον! Έτσι ήταν πάντα αυτός ο δέκα. Αλλοπαρμένο. Είδος να σου πετύχει! Άντε να συγχρονιστούν όλοι αυτοί και να κάνουν και δουλειά.

Ο Γουλ λάτρευε το «ρε» και τη λάσπη. Όμως ήθελε να σώσει και τα μικρά.

Γιατί όση ευλογία κι αγαλλίαση για τους μεγάλους έφερνε κάθε χρόνο το μουσκεμένο χώμα, άλλο τόσο κακό έκανε στα αυγά. Τα σφαλιάριζε και τα κλωτσούσε πέρα από τα κοιλώματα της πέτρας όπου τα είχαν αποθέσει, για να καταλήξουν μεζεδάκι στο πιάτο ορισμένων. Μακριά τα παρέσερνε σκορπίζοντας τα στις πέντε γωνιές του ποταμού και, ποιος ξέρει, ίσως μέχρι τη θάλασσα.

Έτσι, κοκαλάκι κοκαλάκι, αποφάσισε να στήσει το τσαρδάκι του σ’ ένα κοίλωμα της γης, κοντά στην όχθη.

Θα ήταν άραγε αρκετό αυτό;

Ας πάω να ρωτήσω τις λεύκες, σκέφτηκε.

Τραβώντας προς την όχθη τις θαύμασε. Τι τύχη να γεννηθείς ασημένιος! Ολόρθες και λικνιστές ταυτόχρονα, πίνανε φως με τον ήλιο και το έδιωχναν από πάνω τους με το φεγγάρι. Πού και πού πρασινόχλωμα φτερά χειροκροτούσαν τον αέρα.

Μια μάνα με το παιδί της στέκονταν αντικριστά κι ένας παλιός ρίζωνε πλάι στο πιτσιρίκι.

-«Τι νέα ρε σεις λεύκες; Τι παίζει εδώ έξω;»

-«Τα ίδια και τα ίδια γιόκα μου. Τα μνημεία είναι στη θέση τους αντάμα με τα τέρατα που όλο σαλεύουν».

Είχαν στεναχώριες κι αυτοί οι εκτός! Τα δίποδα χτίζανε, τα τετράποδα γεννούσανε. Και στις δυο όχθες. Μοναδικός καημός της μάνας λεύκας ήταν να μπορέσει να φιλήσει το γιο της που ζούσε απέναντι… Κάποια μέρα.

Ο γέρος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε:

-«Διατί έχετε ταραχθεί εσείς οι ιχθύες;»

-«Αυτός όλο έτσι μιλάει μάνα;»

-«Έρχεται από άλλες μέρες κι έμεινε μόνος του γιόκα μου. Μην τον συνερίζεσαι.»

-«Ρε σεις. Ακούσατε τίποτα; Έρχεται το λασπόβροχο;»

Οι λεύκες κούνησαν τα κλαδιά τους.

-«Μήπως ξέρετε να μου πείτε για τη θάλασσα; Είναι, λένε, ένα μεγάλο ποτάμι που κυλάει πιο κάτω…»

-«Έτσι λένε τα πουλιά γιόκα μου».

-«Όρνιθες είναι και λαλούν, όρνιθες είναι και λένε.»

Ο Γούλ έσκυψε συνοφρυωμένος το κεφάλι πίσω στο νερό. Κανείς δε φαινόταν να έχει διάθεση να συνεννοηθεί μαζί του. Μήπως να ξεκινούσε μοναχός κι ό, τι γίνει; Μπα μωρέ, ούτε πέτρα δε θα προλάβαινε να σηκώσει.

Μήπως να μιλούσε με τους Μουστάκηδες;

Μουστάκια είχε κάθε γουλιανός που σέβεται τον εαυτό του. Αυτοί όμως είχαν τελειοποιήσει τα δικά τους. Αν και μερικοί – αφορεσμένοι – ήταν σίγουροι πως οι μυστακοφόροι εκπαίδευαν τις τρίχες τους να αρπάζουν τις προσφορές που τους έδιναν τα άλλα ψάρια. Γιατί, όσο πλησίαζε η εποχή της βροχής τόσο οι κάτοικοι του βυθού ταράζονταν και ψάχνανε να βρούνε τρόπους να θωρακίσουν τους απογόνους τους.

«Κι όλοι θέλουν να τους πει κάποιος άλλος τι να κάνουν. Κι αν είναι δυνατό, να μην κουραστούν για να το κάνουν», σκεφτότανε ο Γουλ.

Κάπως έτσι οι Μουστάκηδες ήρθαν στα πράγματα.

Στην αρχή ήταν απλοί γουλιανοί, σαν εσένα κι εμένα. Μα ένας τους κάποτε ορμήνευσε τους απαρηγόρητους γονείς να καταφύγουν στη θάλασσα για να γεννήσουν τ’ αυγά τους, εκεί όπου χάνεται η λάσπη ειρηνικά. Κι άλλοι σαν και αυτόν, για να χαρίσουν τις σοφές συμβουλές τους,ζητούσαν να τους πάνε δώρα, να τους καλοπιάσουν. Όχι τους ίδιους, ποτέ τους ίδιους, μα τον μεγάλο Θυρωρό.

Κάθε πρωί, ένας Μουστάκης σηκωνότανε και τραγουδούσε κουνώντας την ουρά. Από κοντά ακολουθούσαν κι άλλοι να ευχαριστήσουν τον φύλακα αυτής της θάλασσας. Αυτός ήταν, αν καταλάβαινε καλά ο Γουλ, ή ένας γουλιανός πελώριων διαστάσεων ή ένας ψαράς. Το μόνο σίγουρο ήταν πως αυτός φρόντιζε να είναι ο χώρος σε καλή κατάσταση.

Έτσι λοιπόν πάχαιναν και μεγάλωναν και έγιναν τεράστιοι μιας και δεν κολυμπούσαν πια, μόνο καθόταν στο ίδιο μέρος για να τους βρίσκουν οι πιστοί τους.

-«Ρε συ Μεγάλε Μύστακα, υπάρχει η θάλασσα στο τέλος του ποταμού;» ρώτησε ο Γουλ αφού απόθεσε στα πτερύγιά του ένα νεκρό αρουραίο.

Ο Μεγάλος Μουστάκης στράβωσε τη μουτσούνα του.

-«Η θάλασσα υπάρχει μόνο για αυτούς που είναι άξιοι να τη βρουν ψάρι!»

-«Λένε ότι θα είμαστε ασφαλείς αν γεννήσουμε τα αυγά μας εκεί. Τι με συμβουλεύεις ρε, να κατέβω;»

-«Στις εκβολές του ποταμού θα κριθεί ο καθένας. Στους γουλιανούς που στάθηκαν καλοί στην ποτάμια ζωή τους και τιμούσαν τους μυστακοφόρους τους με δώρα ανάλογα», εδώ έδειξε με νόημα τον αρουραίο ξινίζοντας γι’ άλλη μια φορά τη φάτσα του, «τους επιτρέπεται να περάσουν στη θάλασσα και να ξεχάσουν για πάντα τις έγνοιες τους».

-«Σούπερ!»

-«Πρώτα όμως πρέπει να περάσει από το κέντρο διαλογής, εκεί που σταματά η ροή του ποταμού…. Αν κριθεί πως ο γουλιανός δε στάθηκε άξιος, θα παραμείνει αιώνια στις ξέρες, να τον τρώνε τα πουλιά και τα ζώα του δέλτα…»

Ας μην το ρισκάρω, σκέφτηκε ο Γουλ. Άσε που, από τα ψάρια που φύγανε προς τη θάλασσα, κανένα δε γύρισε πίσω να μας πει πώς είναι….

Τέτοιες σκέψεις έκανε ο Μαλλιάς όταν άρχισε ο θόρυβος.

Η λάσπη δεν ήρθε με τη συνηθισμένη της σειρά. Εκεί που ο Γουλ περίμενε ν’ ακούσει πρώτα τα φιλιά της βροχής στην επιφάνεια του νερού ένοιωσε έναν κρότο που διαπέρασε όλο τον κόσμο γύρω του. Δεν ήταν ούτε μπαμ, ούτε πλουφ και ο μόνος λόγος που κάποιος θα τον χαρακτήριζε ήχο ήταν γιατί χτυπούσε τον ίδιο το σκελετό των πλασμάτων προτού εξατμιστεί από τις οπές που είχαν για αυτιά. Μικρότεροι κρότοι ακολούθησαν κι όλο το νερό τραντάχτηκε. Ύστερα άρχισε να βράζει.

Φουσκάλες βασανιστικές έβγαιναν από τον πάτο μέχρι την επιφάνεια. Ο Γουλ ψάχνοντας πώς να ξεφύγει από την αφόρητη ζέστη πήδηξε πρώτα επάνω.

Εκεί είδε τις λεύκες, δηλαδή το περίγραμμά τους, κίτρινες αντί για ασημένιες. Τίποτε άλλο δε φαινόταν. Σαν όλα να είχαν ήδη χαθεί και οι νιφάδες από τ’ αποκαΐδια τους να θόλωναν την όραση. Ή τα πράγματα που θα άξιζε να δει όποιος έχει ακόμη μάτια.

Βούτηξε στον πάτο δίχως ανάσα, περιμένοντας στη λάσπη του πυθμένα να βρει λίγη δροσιά. Ας ζούσε για πάντα εκεί, τι πείραζε;

Μα και το ίδιο το χώμα στο βυθό έκαιγε. Και ο Γουλ ζαλίστηκε και είπε να ξαπλώσει λίγο. Και μετά δε θυμάται.

Αν μπορούσε, θα θυμόταν τη βροχή που δε σταμάτησε ποτέ, αντί όμως να δροσίζει, έκαιγε. Θα θυμόταν μετά από λίγο μια τεράστια αλμυρή παλάμη να σφίγγει όλο τον κάμπο.

Καταμεσής της θάλασσας κυλούσε ένα ποτάμι.

Κόκαλα άλειφαν τον πάτο του, έτοιμα να καλωσορίσουν τα επόμενα πλάσματα.

 

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Βασιλική Καΐσα γεννήθηκε στις 29-01-1980 και διαμένει στην Κομοτηνή. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά.
Είναι απόφοιτη του τμήματος «Εφαρμοσμένων ξένων γλωσσών» του Πανεπιστημίου Paul Valery του Μονπελιέ (Γαλλία).
Το 2004 έλαβε αναγνώριση και ισοτιμία του διπλώματος από τον οργανισμό ΔΟΑΤΑΠ με αυτούς που απονέμονται από το τμήμα «Διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών» του Παντείου Πανεπιστημίου.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο