Ο ηδονιστικός αισθησιασμός στην ποίηση της ελληνιστικής περιόδου

Ο Φιλόδημος, χαρακτηριστική περίπτωση κοσμοπολίτη λόγιου του 1ου αι. π.Χ. πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Ερκολάνο, κοντά στην Πομπηία, όπου δίδασκε Επικούρεια φιλοσοφία. Τα έργα του, επί αιώνες θαμμένα μετά την έκρηξη του Βεζούβιου, εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να έρχονται στο φως.

Ιδού ένα δείγ­μα στίχων από τον Φιλόδημο.

ΣΘΕΝΕΛΑΪΔΑ

Την Σθενελαΐδα, πυρπολήτρια πόλεων,

 την εταίρα

που από το χρυσό απογύμνωνε

αυτούς που την ποθούσαν.

Από τη νύχτα ως την αυγή

το ωραίο τ’ όνειρο το πλάνο γυμνή

ως κοιμόμουν μου την έφερε

 και δίχως αμοιβή μου εδόθη.

Λοιπόν στα πόδια της δεν θα προσπέσω

 μηδέ και μπρος της θα κλαυτώ

 Μα δωρεάν στον ύπνο μου το βράδυ θα την έχω.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

Tο κλασσικό ιδεώδες που αναπτύ­χθηκε επί ένα και πλέον αιώνα, από το 478 έως το 323 Π.χ., από την έναρξη της δηλιακής συμμαχίας έως το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, έχει εξα­ντλήσει πλέον τις δυνατότητές του. Μέσα σε τόσο απέραντη έκταση χώρου εδαφικού και τόσο διαφορετικούς λαούς κάτω υπό την κυριαρχία των βασιλείων, δεν μπορεί πλέον να καλλιεργηθεί το απόλυτο ιδεώδες του κλασσικού κάλλους. Τώρα πλέον γράφονται χαριτωμένοι ελαφρείς, ανώδυνοι για τις αυτοκρατορίες στίχοι, όπως αυτοί του Φιλοδήμου. Το Αισχύλειο και το Σοφόκλειο μεγαλείο έ­χει πλέον σβηστεί.

Γιατί άραγε; Θα επανέλθει κάποτε;

Τι λέτε είμαστε ικανοί να σηκώσουμε μία τέτοια παράδοση στις πλάτες μας, ο καθένας χωριστά, αλλά και όλοι μαζί ή μήπως και γι’ αυτό φταίνε πάλι μόνο οι Πολιτικοί, οι ξένοι, ή όπως συνηθίζουμε να λέμε η τρόικα. Μήπως και εμείς υπογράφουμε κάθε μέρα ένα λάθος μνημόνιο για τους εαυτούς μας; Ένα μνημόνιο που στηρίζεται μόνο στη χαρά της κατανάλωσης; Μπορούμε να δώσουμε ότι καλύτερο από το βόλεμά μας, για κάτι, το οποίο δεν μας εγγυείται κανένα αντίκρισμα;

Μέχρι σήμερα 2.500 χρόνια μετά, οι κλασικοί του 5ου αιώνα δεν έχουν ακόμη επαναληφθεί ούτε πλησιαστεί και μάλλον δεν το βλέπουμε για την επόμενη χιλιετία. Αλλά και οι εξαίσιοι αυτοί αισθητικοί στίχοι του Φιλόδημου είναι υπέροχοι.

Τώρα στην ελληνιστική εποχή, η Γλυπτική και η Ποίηση, αφήνοντας το ιδανικό και το τέλειο, παίρ­νουνε χαρακτήρα αισθησιακό και καθαρά ηδονιστικό και ερωτικό. Ξυπνούν ελάχιστα το πνεύμα, αλλά διεγείρουν εις το έπακρον τις αισθήσεις.

Η Νοσσίς Ελληνίδα ποιήτρια από τους Επιζεφύριους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας τον 3ο  αιώνα π.Χ. θα αφήσει ένα λεκτικό αποτύπωμα μέσα στο ποτάμι του χρόνου. Θα μας πει μία φράση η οποία αν και έμεινε στην ιστορία ελάχιστοι την θυμούνται, αν και θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάποιος που να την αμφισβητεί.

«Άδιον ουδέν έρωτος»

              (Τίποτα γλυκύτερον από τον έρωτα)

Γενικά οι Έλληνες τον έρωτα τον βλέπανε αξεχώριστα από την σάρκα. Το σώμα γι’ αυτούς ήταν πηγή σοφίας, αφού το κάλος και η αλήθεια ταυτίζονται κατά το αρχαιοελληνικό ιδεώδες. Ας δούμε όμως και τη διατύπωση του Καβάφη η οποία είναι καθαρά αισθησιακή και ελληνιστική:

«Κι είδα τα’ ωραίο σώμα που έμοιαζε σαν απ’

την άκρα πείρα του να τώκαμε ο έρως»

Επί έξι αιώνες, από τον Μέγα Αλέξανδρο έως τον Μέγα Κωνσταντίνο, κυριαρχεί ο πιο έκδοτος και ηδονιστικός αισθησια­σμός, η πιο ερωτική εποχή στα γράμματα και στις τέχνες. Ας δούμε όμως ένα ποίημα του ξακουστού Ρουφίνου ο οποίος έζησε το 2ο αιώνα μ.Χ.:

ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΓΛΟΥΤΩΝ

Γυναίκες τρεις με πρότειναν κριτή.

Τους πλέον ωραίους γλουτούς να πω ποια είχε

 και εμπρός μου γύμνωσαν τα ωραία οπίσθιά τους.

Λευκά ήσαν της μιας καθώς άνθη λευκά που λαμπυρί­ζουν

νώτα τρυφερά ολοστρόγγυλα, που αστραποβολούσαν.

Μα και της δεύτερης οι γλουτοί λευκοί σαν χιόνι ήσαν ωστόσο, ως πάλλονταν έστω και λίγο εξαίσια ρόδιζεν η σάρκα τους πλέον πορφυρή από ένα ρόδο

Της τρίτης οι γλουτοί σχεδόν ασάλευτοι ως ενός ακύμαντου πελάγου Και λίγο ως τρέμιζαν

θαρρείς τους λίκνιζε απαλότατο ένα κύμα.

Ο Πάρις αν ήταν ο κριτής

και είχε τους τρεις γλουτούς κοιτάξει

θα νόμιζε πως θεαινών

ατένιζε τα κάλλη.

(μτφ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος)

Η Αλεξάνδρεια έδινε τον τόνο όχι μόνο στη Σε­λεύκεια και την Ιωνία, αλλά και στην κυρίως Ελλά­δα και τη Σικελία, που συναγωνιζόντουσαν σε αισθησιασμό τον αιγυπτιακό ελληνισμό. Οι ποιητές ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής ή δράσης τους ονομάζονται αλεξανδρινοί.

Στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται η βουκολική ποίηση ως μία αντίδραση εναντίως της καταπιεστικής ζωής των πόλεων, με θεματολογία κυρίως ερωτική, εμπνεόμενη από βιωματικές εμπειρίες και πλούσιο μυθολογικό υλικό. Και ήταν τότε ο σικελός ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ, από το 310 έως το 240 π.Χ., ο πιο μεγάλος ποιητής της εποχής του, που έγραφε σε ερωτική ατμόσφαιρα, πολλές φορές μυθολογική (όπως το εξαιρετικό του ποίημα ΜΕΛΗΤΩ) και σε στίχο φί­νο και λεπτό.

Δεν δημιουργήθηκαν βέβαια τότε έργα υψηλής εμπνεύσεως και φαντασίας. Δημιουργήθηκε όμως μια ΠΟΙΗΣΗ, που εκτός του ότι κράτησε 5 1/2 αιώ­νες και όχι έναν όπως η κλασσική των τραγικών, διατήρησε παρ’ όλα αυτά σε όλο το διάστημα τη δροσιά της, έως ότου ήρθε ο Χριστιανισμός και την έπνιξε.

Παρ’ όλα αυτά ας υπογράψουμε φίλοι μου, όχι αύριο αλλά τώρα, το δικό μας μνημόνιο και ας διαβάσουμε Ρουφίνο, Φιλόδημο, Νίκαρχο, Ασκληπιάδη ή Θεόκριτο.  Θεωρώ ότι κρύβουν περισσότερο αισθησιασμό και ευγένεια από τα μίζερα ριάλιτι της τηλεόρασης.

Εξάλλου οι μυημένοι στο Ζεν μαθαίνουν να χαίρονται παρατηρώντας ακόμη και το πέταγμα ενός εντόμου, βλέποντάς το  κάθε μέρα ως κάτι νέο. Δεν έχουν βεβαιότητες. Ο εαυτός μας δεν είναι οι βεβαιότητες που έχουμε διδαχτεί στα σχολεία ή τα ριάλιτι της τηλεόρασης, γιατί και αυτές κάποια στιγμή καταρρέουν.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο