alexis-800x140

Ο διάβροχος στοχασμός στη σκέψη του Μαξ Ζακόμπ

O Μαξ Ζακόμπ (Max Jagob) γεννήθηκε το 1876 στη Γαλλία, στο Quimper της Βρετάνης. Αν και Εβραϊκής καταγωγής, στα 38 του χρόνια ασπάστηκε τον ρωμαιοκαθολικισμό – με νονό του τον Πάμπλο Πικάσο. Εκείνη την περίοδο εγκατέλειψε οριστικά την έντονη καλλιτεχνική ζωή και απομονώθηκε στο Saint-Benolt-sur-Loire, όπου αφοσιώθηκε στην αυτοσυγκέντρωση και στην προσευχή. Υπήρξε ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ζωγράφος και θεατρικός συγγραφέας. θεωρείται από τις πιο ιδιόμορφες φυσιογνωμίες της γαλλικής διανόησης και ένας  σημαντικός σύνδεσμος μεταξύ των συμβολιστών και των σουρεαλιστών.

Τον Ιούνιο του 1941 όταν ένας νεαρός φοιτητής της ιατρικής  του ζήτησε  να τον καθοδηγήσει στα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα ο Jagob του έστειλε ένα τετράδιο όπου σε μικρές αφοριστικές ενότητες βρίσκονται συμπυκνωμένες οι αισθητικές και βιοθεωρητικές του απόψεις. Οι σημειώσεις αυτές εκδόθηκαν ένα χρόνο μετά από το θάνατο του Jagob με τίτλο «Συμβουλές σ’ ένα νέο ποιητή». Ο Jagob μάλιστα είχε γράψει πως «Δεν ξέρω πόσο αξίζουν οι συμβουλές μου σ’ αυτόν το νεαρό, πάντως  τις έγραψα με όλη μου την καρδιά. Ίσως αποδειχθούν χρήσιμες για άλλους ανθρώπους. Εύχομαι πραγματικά να συμβεί κάτι τέτοιο».

Η σκέψη του Jagob καταφέρνει να μετατρέψει απλές λέξεις σε συναισθήματα και εικόνες, λειτουργεί συγκινησιακά, σε βαθμό που ο ίδιος παραδεχόταν πως «Η κύρια επίπτωση της εσωτερικής ζωής είναι ότι μας κάνει διάβροχους. Ένας ποιητής αδιάβροχος δε μπορεί να γράψει παρά έργα επιφανειακά. Μπορεί κανένας ν’ αναρωτηθεί μήπως κάθε είδος ποίησης είναι επιφανειακό; Απαντάω «Ναι». Και είναι κρίμα. Μπορούμε όμως να ζητήσουμε από τον εαυτό μας να δοκιμάσει κάτι άλλο. Όπως και να έχει το πράγμα, θα επιζήσουνε μόνο τα μη επιφανειακά έργα –θέλω να πω: εκείνα που, μολονότι φαίνονται επιφανειακά, έχουν γνωρίσει το βυθό της σοβαρότητας. Να είστε λοιπόν πρώτα απ’ όλα διάβροχος –δηλαδή, σοβαρός».

Άλλωστε και ο στοχασμός στην ποίηση του Jagob δεν υπολείπεται ευαισθησίας, είναι βαθιά διάβροχος και ανοιχτός στους κραδασμούς της ζωής. Σ’ ένα αισθηματικό του ποίημα μας λέει:

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ω λιμάνι του ποταμού και τις σκιερής χλόης.

Πέρασε κατά μήκος της προβλήτας με τις πέτρες η μικρή βάρκα φορτωμένη με τους φίλους μου·

ένας μόνο μου άπλωσε φιλόστοργο χέρι.

Έχω τόσους φίλους που θα μπορούσαν να μυρμηγκιάσουν αυτό το βουνό,

να γεμίσουν έναν ωκεανό με τριήρεις και κωπηλάτες.

Ω απ’ αυτούς, κρυμμένους κάτω απ’ το πανί που προστατεύει τους πιο ευαίσθητους,

προφυλαγμένους εναντίον μου.

Ένας μόνο μου άπλωσε φιλόστοργο χέρι
κι αυτός δεν είναι εκείνος που αγαπούσα πιο πολύ

μα εκείνος που πρόθυμα ξεχνάω.

Το έργο του Jagob, κυρίως μετά την προσήλωση του στον ρωμαιοκαθολικισμό, είναι χρωματισμένο με μία έντονη θρησκευτικότητα, ανάμικτη μ’ ένα ιδιότυπο εμπνευσμένο λυρισμό. Αν και ο ίδιος ομολογούσε πως δεν μπορούσε να πει τίποτε πάνω στον προβληματισμό του για το τι είναι λυρισμός παρά μόνο το αποτέλεσμα ενός στοχασμού χωρίς στοχασμό και ενός συναισθήματος χωρίς συναίσθημα, που τροφοδοτεί συνεχώς με μία αρμονική έκφραση πλήρωσης τον καλλιτέχνη, θεωρούσε πως πάνω απ’ όλα ο λυρισμός είναι προϊόν ανάφλεξης, χαρίζοντας στον ποιητικό, αλλά και στον πεζό λόγο την αναγκαία πυκνότητα. Σ’ έναν από τους αφορισμούς του την έντονη θρησκευτικότητα του θα την αποτυπώσει μέσα από την αποδοχή του μυστηρίου, λέγοντας πως: «Το μυστήριο υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή. Η πραγματικότητα είναι στην άλλη».

Στο έργο του «Συμβουλές σ’ ένα νέο ποιητή» προτρέπει το νεαρό λογοτέχνη -ο οποίος του ζητά να τον καθοδηγήσει- σε μία σχεσιακή σύνδεση της ύπαρξης του με το ανώτερο πνεύμα,  θεωρώντας πως οι ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποκάλυψη του θείου μέσα μας. Κινούμενος έτσι από ένα έντονο χριστιανικό υπαρξισμό θα γράψει: «Γίνεται διάβροχος, γιατί πως αλλιώς θα φτάσετε στη λυρική ανάφλεξη, αν ούτε έχετε νιώσει ούτε έχετε σκεφτεί τίποτα; «Ούτε έχετε σκεφτεί τίποτα;». Αυτό σηκώνει πολύ κουβέντα. Οι ιδέες δεν έχουν καμία σχέση με την ποίηση: αυτό που μετράει είναι το ανέκφραστο. Οι ιδέες δεν ανήκουν στον άνθρωπο, κατεβαίνουν από τον ουρανό των εικόνων. Εμείς απλώς τις οικειοποιούμαστε. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό και πιο βαρύ από τις ιδέες. Όμως παύουν να είναι ιδέες αν τις δοθείτε έως θανάτου, αν τις δοθείτε με πάθος, αν  τις ζήσετε, αν τις μετασχηματίσετε σε συναισθήματα.

Αυτό το νόημα έχει και η τόσο παραγνωρισμένη λατρεία της ιερής καρδιάς. Η αιχμή που τρύπησε το στήθος του Κυρίου είναι το βέλος που δείχνει το δρόμο που παίρνουν οι ιδέες για ν’ αποχτήσουν αξία.

Εξάλλου το αίμα και το νερό που κύλισαν από την καρδιά εικονογραφούν την ένωση του πνεύματος με την ύλη: αυτός είναι ο μόνος σωστός τρόπος να φτάσουμε στη γνώση.

Νομίζω πως με καταλαβαίνεται, κατεβάστε τις ιδέες στο χώρο της εμπειρίας».

Ο Jagob θεωρούσε την έμπνευση ως δώρο αποκάλυψης για ένα άνθρωπο που επί καιρό κρούει από το περίσσευμα της καρδιάς του τη μυστική πόρτα της ενόρασης. Μίας αποκάλυψης που, όπως στο έργο του Μιχαήλ Άγγελου η «Δημιουργία του Αδάμ» στην Καπέλα Σιξτίνα, οδηγεί το «χέρι» του ανθρώπου στη θείωση, αγγίζοντας το χέρι του ισομεγέθους πλέον άχρονου θείου όντος. Εξάλλου για τον Jagob η ωραία καρδιά είναι αυτή που γεννάει ωραία πράγματα. Η καρδιά είναι αυτή που γεννάει ομορφιά. Δεν μπορεί κάτι άσχημο να γεννήσει όμορφες σκέψεις. Εξάλλου οι δονήσεις της ασχήμιας δεν μπορούν να συλλάβουν τις υψίσυχνες ταλαντώσεις μίας καρδιάς που βιώνει βαθειά την αίσθηση της ενότητας. Γι’ αυτό και θεωρεί πως ύψιστη ανάγκη για ένα λογοτέχνη είναι η απόκτηση μίας ψυχής με μεγάλη ποιότητα, είναι ο «Άνθρωπος» ποιητής. Διαφορετικά ο ποιητής είναι ένα ασήμαντο ωδικό πτηνό.

Το Φλεβάρη του 1944 ο Max Jacob συνελήφθη από τη Γκεστάπο και κλείστηκε στη φυλακή. Έπειτα μεταφέρθηκε σε ένα στρατόπεδο στο Drancy απ’ όπου και θα τον έστελναν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Εντούτοις, λόγω της βρογχικής πνευμονίας που τον ταλαιπωρούσε, ο Max Jacob πέθανε στο στρατόπεδο του Drancy στις 5 Μαρτίου 1944, μουρμουρίζοντας «Βρίσκομαι μαζί με το θεό».

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο