Νυκτιπολια (ο δρόμος του ταξιδευτή)

1. ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ

Ιχνηλατώ.
Χέρι χωρίς μάτια,
μια ματιά στην ψυχή,
για κάποιους σταλαχτίτες αρχαίτιους που χάθηκαν.
Αναπάντητα όμως,
χωρίς υπομονή,
προσμένω,
σαν νυχτοπόλος δαδούχος,
μια νυχτοφάνεια που αξίζει,
αξίζει να είναι κρυμμένη στα σκοτεινά παράθυρα της ύπαρξης.
Ελπίζω,
αφηρημένη λέξη,
τόσο όσο για ν’ ανασάνω την επόμενη στιγμή,
για να δηλωθεί ένα ορισμένο μέρος του χρόνου πάνω στο παρόν,
στο οποίο θα μπορώ να πατάω με σιγουριά.
Πια σιγουριά;
Και γιατί;
Για τα πιστεύω μου;
Μα οι βεβαιότητες μόλις πέταξαν πάνω στο φαινόμενο μιας άτακτης πεταλούδας
ή καλύτερα ανυπάκουης,
τόσο ανυπάκουης όσο και ένας απείθαρχος στρατιώτης που σέβεται τη ζωή.

2. ΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ

Επικοινωνώ.
Ανταλλάσω την μοναξιά του παρόντος με τη νοσταλγία μίας χαμένης πατρίδας,
ελπίζοντας σε χρόνο μέλλοντα μία βουβή λαλιά,
όπως αυτή των μωρών,
ακατανόητη για μας τους μεγάλους,
μα γεμάτη συγκίνηση και γυμνότητα.
Ένα έντονο συναίσθημα ορισμένο από το δικό μου παρελθόν
που χάθηκε σε χρόνο υπερσυντέλικο.
Δεν φοβάμαι!
Αλήθεια σας λέω πως δεν φοβάμαι!
Δυο δάκρια στην άκρη των βλεφάρων είναι επαρκείς μάρτυρες
της πρόσκαιρης εσωτερικής συναναστροφής μου.
Τώρα μπορώ να παρίσταμαι χωρίς να συμπεριλαμβάνομαι.
Να νιώθω ενταγμένος χωρίς να αδιαφορώ.
Όχι να εμπίπτω!
Μου αρκεί να μετέχω διαβαίνοντας, σαν οδοιπόρος στην οριακότητα των αντιθέσεων.
Μάρτυράς μου το αλμυρό υγρό που αυλακώνει το πρόσωπο μου μέρα με τη μέρα, πέρα απ’ τις σκιές.

3. ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ

Κατανοώ πριν καταναλωθώ.
Παρ’ όλα αυτά διατίθεμαι γυμνός στην καθολικότητα της ύπαρξης χωρίς όρια.
Δεν βάζω πλαίσια.
Απλά κρατάω τα ινία της νοητής ματιάς μου
και ταξιδεύω στα βάθη του «είναι» μου,
μεταποιώντας τη λήθη σε μνήμη.
Αναζητώντας έτσι τα ελάχιστα ίχνη που απέμειναν στο δρόμο για τον αρχαίο ναό της ύπαρξής μου
και ίσως,
αν είμαι τυχερός,
κάποια ναυάγια επίγνωσης χαμένα σε θρύλους.
Χαμένα κάπου ανάμεσα στο μύθο και το παραμύθι.
Το ξέρω πως κινούμε σε χρόνο που έχω πάψει πια να υπάρχω από καιρό,
μα τα φορεμένα ρούχα του εαυτού μου,
γίνανε συνήθειες και με προδίδουν.
Γι’ αυτό και γω ιχνηλατώ διαβαίνοντας τις βεβαιότητες μου σε χρόνους που παρήλθαν,
μεταμορφώνοντας το τυχαίο σε αναγκαίο μέσα από τον πόθο του νόστου,
για να συναντήσω,
έστω και για μια στιγμή,
την χωρίς πεποιθήσεις άγραφη κοιλάδα του εαυτού μου.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο