Μυστική ανακωχή

Το βήμα μέτρησε το ανάστημά του στη γη.

Το βάρος του απλώθηκε σαν βεντούζα πάνω στο χώμα.

Δύο ματιές αντάμωσαν φευγαλέα από τα διπλανά αναχώματα των χωραφιών.-

– Καλημέρα αδερφέ μου.

– Καλημέρα και σε σένα.

Οι αδελφικές καλημέρες πήραν και έδωσαν.

Χωνεύτηκαν σαν σπόρος από ρύζι μέσα στο χώμα.

– Τα πουλιά μεγάλος μπελάς, τρώνε το βιός μας, τρώνε τις καλημέρες μας.

Τα βλέμματα επέστρεψαν ξανά στα ποτισμένα χωράφια.

Ένας τενεκές ξεκίνησε το ρυθμικό του ταξίδι σπάζοντας τη μονοτονία της κάψας και του τζιτζικιού.

Τα πουλιά τρόμαξαν, πέταξαν ψηλά στο γαλάζιο ουρανό κατά σμήνη, αναζητώντας αλλού κάποιο σπαρμένο αφύλαχτο ιδρώτα.

Δύο σκιάχτρα επιστρατεύτηκαν, σαν ιχνηλάτες στο άπειρο, στο κέντρο του χωραφιού, να περισώσουν τους κλεμμένους σπόρους, τις κλεμμένες καλημέρες.

Να περισώσουν λίγο κόπο και κάμποσους σπόρους που δεν πρόφτασαν ακόμη να δουν το Φθινόπωρο που έρχεται.

Το ψάθινο καπέλο έλουσε το ζαλισμένο κεφάλι με ιδρώτα, χαράζοντας στο μέτωπο το βάρος του απομεσήμερου.

Δύο γουλιές νερό από το μισοτελειωμένο παγούρι κοντοστάθηκαν στο λαιμό.

– Πιες, είπε ο άλλος. Τρέχοντας από το διπλανό χωράφι να του προσφέρει το δικό του μπουκάλι, βγάζοντάς το από την πλαστική σακούλα που είχε δέσει στη ζώνη του.

– Είναι ακόμα νωρίς και ο ήλιος σήμερα καίει πάνω στο χώμα σαν λάβα.

Μισό καρβέλι ψωμί και μια χούφτα ελιές μοιράστηκαν στα δύο.

– Το τυρί σώθηκε όπως τα βόλια στον πόλεμο, αυτή η σοδιά πρέπει να πάει καλά, είναι η μόνη ελπίδα μας.

Ο ήχος του τενεκέ μονότονος, διαπεραστικός που νόμιζες πως ακουγόταν μέχρι το χωριό και η ώρα έμοιαζε σαν γριά που περπατούσε στο άπειρο.

Τα χέρια κρατώντας δυο ξύλα, αποκαμωμένα πια, επαναλάμβαναν άτακτα τα χτυπήματα επάνω στη σκουριασμένη λαμαρίνα.

Ο ήλιος άρχισε να γέρνει στο πλάι, σαν εκκρεμές κρεμασμένο στον τοίχο του ουρανού.

Τα σκιάχτρα επέστρεψαν και σήμερα, πενθώντας σιωπηλά για τους λίγους σπόρους που χάθηκαν.

Μία μυστική ανακωχή στον αέρα έκλεισε τον κύκλο του πολέμου ανάμεσα στο χθες και το αύριο μ’ ένα μειδίαμα ικανοποίησης.

Τα πουλιά ξαπόστασαν πάνω στα δέντρα, γιατί και αύριο πάλι θα διεκδικήσουν το δικό τους μερίδιο στη ζωή, το δικό τους μετρικό από τη σοδιά.

Οι δύο αγρότες πάνω στις παλιές τους φλορέτες έπαιρναν ήδη το δρόμο του γυρισμού.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο