Λαϊκισμός και Εξουσία

Ο όρος λαϊκισμός πάντοτε υπήρξε και θα παραμένει μία έννοια ακαθόριστη, καθώς κανείς δεν μπορεί να την κατατάξει σε κάποιο συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο, ωστόσο θα λέγαμε πως αποτελεί μία πολιτική συμπεριφορά η οποία στο όνομα του λαού προσπαθεί να υφαρπάξει και ν’ ασκήσει την εξουσία.

Παρ’ όλο όμως ότι όλα τα πολιτεύματα είναι δομημένα επάνω στη θεμελιώδη έννοια του λαού, θα έλεγε κανείς πως ο λαός έχει πάρει μία αρνητική χροιά στο πέρασμα των αιώνων και κυρίως μετά την έναρξη των επαναστατικών κινημάτων στην Ευρώπη και κυρίως από τις αρχές του 18ου αιώνα και εντεύθεν.

Βεβαίως ο λαός αν και υπήρξε ο βασικός πυρήνας σε όλη την περίοδο των επαναστάσεων, αυτοί οι οποίοι στο τέλος ανέβαιναν στην εξουσία φρόντιζαν να περιορίσουν τα δικαιώματα του. Κάτι το οποίο συνέβη σαφώς μετά τη Γαλλική επανάσταση ή την Οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία, καθώς και μετά την επιτυχημένη άνοδο όλων των φασιστικών κινημάτων στην Ευρώπη στ’ όνομα βεβαίως του λαού και της ευημερίας του.

Θα λέγαμε λοιπόν πως ο λαός πάντα υπήρξε ένα μέγεθος το οποίο ήταν επικίνδυνο στην ανάληψη της εξουσίας. Γι’ αυτό και μεταφράζονταν πάντα απ’ τις ολιγαρχικές ελίτ ως μάζα ή όχλος. Βεβαίως όλα τα κόμματα προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία προτάσσουν στο όνομα της όποιας ιδεολογίας τους τα συμφέροντα του και, ας μην ξεχνάμε πως όλα τα φιλελεύθερα συντάγματα βασίζονται στην έννοια του κυρίαρχου λαού, τα οποία όμως μετά την επομένη των εκλογών φροντίζουν να τον ξεχάσουν. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο και δεν έχει θεσπιστεί κανένας νόμος ως προς την καθιέρωση της πολιτικής τους ευθύνης, που αφορά στην εξαπάτηση της κοινωνίας μετά την ανάληψη της εξουσίας τους και την μη τήρηση των προεκλογικών τους εξαγγελιών.

Δυστυχώς όπως διαπιστώνουμε ο λαϊκισμός ζει και βασιλεύει! Ο λαϊκισμός αποτελεί κακοήθη κύτταρο στο σώμα της υποτιθέμενης Δημοκρατίας. Γι’ αυτό και ο σπουδαίος Έλληνας συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις επισήμανε πως δύο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός.

Αυτή η τυπική απαξίωση του λαού τουλάχιστον σήμερα είναι και η αιτία της έλλειψης μίας ουσιαστικής αντιπροσωπευτικότητας, όπου ο λαός, δηλαδή η κοινωνία των πολιτών, θα μπορεί να συμμετέχει θεσμικά, αλλά και θα ελέγχει τους πολιτικούς για τα πεπραγμένα τους. Δεν είναι τυχαία λοιπόν η απαξίωση της κοινωνίας κυρίως σε περιόδους έντονων κρίσεων όπου όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα προτάσσουν την ανάληψη της εξουσίας από ομάδες τεχνοκρατών, οι οποίες αν μπορούσαν να κυβερνούν επί δεκαετίες χωρίς να ερωτάτε η γνώμη της κοινωνίας θα το είχαν πράξει.

Σε αυτό το πλαίσιο τα αστικά κόμματα και η βάση του νεοφιλελευθερισμού έχει μετατρέψει την συλλογική ταυτότητα που εμπεριέχει μέσα της τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη, σε ατομικό δικαίωμα ελευθεριών και επιθυμιών. Εξ αυτού και τόσος μεγάλος αγώνας όλων των κομμάτων, συντηρητικών και προοδευτικών κυρίως, ως προς τα ατομικά δικαιώματα των μειοψηφιών, αλλά απ’ ότι βλέπουμε περί κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων του λαού ουδείς λόγος γίνεται.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν σήμερα το γεγονός πως διανύουμε μία περίοδο αποδόμησης όλως των συλλογικών συμβάσεων εργασίας οι οποίες εδραιώθηκαν μέσα από συλλογικούς αγώνες διεκδίκησης δικαιωμάτων των εργαζομένων. Σε αυτή την αντιλαϊκή πολιτική το όποιο επιχείρημα απέναντι στην εξουσία κρίνεται ως λαϊκισμός.

Ο Έλληνας φιλόσοφος και συγγραφέας Παναγιώτης Κονδύλης (1943 – 1998) πολύ σωστά είχε πει πως λαϊκισμός δεν είναι τίποτε άλλο από την ρητορική επίκληση του λαού από τις κυρίαρχες τάξεις σε συνθήκες μαζικής δημοκρατίας. Σήμερα στην Ελλάδα η μεταμνημονιακή περίοδος έχει επιβάλει εκ νέου μία λαϊκιστική πολιτική για την επιβολή των μνημονίων σε βάρος της κοινωνίας. Η δημαγωγία και οι απατηλές υποσχέσεις των ευρωπαϊκών και εγχώριων ελίτ στο όνομα δικαίωσης του ευρώ και της ευρωπαϊκής οικονομικής ζώνης, έχει οδηγήσει σε μία δογματική θεώρηση της οικονομίας, η οποία λειτουργεί αντιπλουραλιστικά ή αντιδημοκρατικά και κυρίως υπέρ του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης σε ότι αφορά την πολιτικότητα της ελληνικής κοινωνίας θα οδηγηθεί στην διατύπωση πως η αντιφατική και ψυχοπαθολογική σχέση των νεοελλήνων με τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό και η θεμελιώδης αντινομία της ταυτόχρονης αναφοράς τους στην Αρχαία Ελλάδα και στο θεοκρατικό Βυζάντιο, σχεδόν απέκλεισαν από το λαό μας το πρόταγμα της αυτονομίας. Διαρκώς παγιδευμένοι σε κλειστές ιδεολογίες και σε εσχατολογικές θεωρίες, όπως ο μαρξισμός και οι θρησκευτικές σωτηριολογίες, πώς θα μπορούσαμε να υλοποιήσουμε, ή έστω και να φανταστούμε, μιαν αληθή δημοκρατία; Μας έφαγαν τα σόγια, ο λαϊκισμός και η στείρα αυταρέσκεια.

Δυστυχώς ζούμε σ’ ένα φιλελεύθερο ολοκληρωτισμό όπου το φάντασμα του λαϊκισμού εκπορεύεται ως μία έξοδος από τα αδιέξοδα της παγκοσμιοποίησης, ενώ από την άλλη συναντάτε με την πιο επικίνδυνη μορφή ενός εθνολαϊκισμού τον οποίο παράγουν ακραίες θρησκευτικές και κομματικές φασιστικές ιδεολογίες.

Άλλωστε η τραγωδία της εποχής μας βρίσκεται στο γεγονός πως όλες οι ακραίες ιδεολογίες καλύπτονται πίσω από τη σκιά  ενός λαϊκισμού η οποία προβάλει το ηθικό μονοπώλιο της στείρας ιδεολογίας τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, οι λαϊκιστές αυτοπροσδιορίζονται με τον όρο «real Americans». Αυτός ο όρος αποκλείει όλους τους άλλους.

Σήμερα λέξεις όπως Δημοκρατία, δικαιοσύνη, πρόοδος, πολιτισμός, φασισμός κλπ. έχουν απογυμνωθεί από κάθε νόημα. Ο σπουδαίος γερμανός κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ στη Μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών επισημαίνει το γεγονός της σύγχυσης της σκέψης και της δράσης. Διαπιστώνοντας εν τέλει πως είναι ένα εργαλείο εξωραϊσμού και εξαπάτησης.

Στην καθημερινότητα των ελλήνων ο όρος «Δανειστής» έχει αντικατασταθεί από τις μεταμνημονιακές κυβερνήσεις ως «εταίρος», ενώ από τα μικρότερα κόμματα αντιπολίτευσης ως «ευροκοράκια». Ο όρος «Θεσμοί» αντικατέστησε την «Τρόικα» την οποία ως γνωστόν κάποιοι θα έδιωχναν από τη χώρα, ενώ μετατρέπεται, όποτε είναι αναγκαίο και σε «Ευρωπαϊκό Μηχανισμό» λόγο της διεύρυνσης των ελεγκτών.

Ο λαϊκισμός απ’ όπου και αν προέρχεται οδηγεί σ’ ένα ολοκληρωτισμό της γλώσσας ο οποίος επικαλύπτει και συσκοτίζει το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα, θέτοντας ως μοναδικό στόχο να κερδίσει την εύνοια του λαού και την υποστήριξή του για ίδιον όφελος.

2 Σχόλια

  • Μανωλης Μαρτσουκακης
    Posted 5 Μαρτίου 2021 21:52 0Likes

    Αριστοτεχνης του εθνικοσοσιαλιστικου λαϊκισμου ο Αδολφος Χιτλερ με μαεστρια στη ψυχολογικη επιρροη στις μαζες κ προσεγγισεις με μετρα κ “βοηθειες” που θυμιζουν μεταγενεστερα φασιστοειδη κομματα σε πολλες χωρες που εχουμε ακομα…λειπει αυτη η αναφορα

  • Αναγνωστόπουλος Γιώργος
    Posted 8 Μαρτίου 2021 02:22 0Likes

    Σ’ ευχαριστώ Μανώλη για την επισήμανση. Ωστόσο, ως προς το ζήτημα της ανόδου του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος αλλά και μεταγενέστερων φασιστικών κομμάτων σε άλλες χώρες αναφέρθηκα επιγραμματικά πως η άνοδος τους οφείλεται κατά κύριο λόγο στην επίκληση της ευημερίας του λαού, καθώς το φαινόμενο του λαϊκισμού είναι ένα τεράστιο θέμα γύρω από το οποίο έχουν χυθεί τόνοι μελάνης. Εξάλλου, οι ακραίες ιδεολογίες όπως έγραψα, χρησιμοποιούν ως κύριο μέσω την προπαγάνδα. Γι’ αυτό και στο συγκεκριμένο άρθρο επικεντρώθηκα κυρίως στη χρήση της δημαγωγίας σε περιόδους κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Έχω γράψει σε προηγούμενο άρθρο “Νεολαία και κυρίαρχη ιδεολογία” για την άσκηση ψυχολογικής επιρροής σε φασιστικά καθεστώτα όπως στη Γερμανία και την Ιταλία «Στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, το παιδί έμπαινε οχτώ ετών στη (Γιουνκ-φολκ). Από τα δώδεκα διαχωρισμός των φύλων: τα κορίτσια εντάσσονται στην (Μπουντ Ντώυτσερ Μέντχεν) Ομοσπονδία Γερμανίδων Νεανίδων και τ’ αγόρια στην περιβόητη (Χίτλερ-γιουνκεντ) τη Χιτλερική Νεολαία. Τα κινηματογραφικά (Επίκαιρα) της εποχής έχουν διαφυλάξει τις τρομακτικές σε όγκο και οργάνωση κινητοποιήσεις νέων από τους ναζί, τις βαγκνερικές σκηνοθεσίες των παρελάσεων, τη δοξολόγηση της άλογης δύναμης, την καθολική πλύση εγκεφάλου… Τα μυαλά των νέων φούσκωναν με αέρα για ένα δήθεν νέο κόσμο (νέα τάξη πραγμάτων) που θα σάρωνε το παλιό εβραιοκαπιταλιστικό σύστημα. Την τραγωδία αυτής της μυθοποιημένης νεολαίας εικονογραφεί άριστα ο Μπέρτολτ Μπρεχτ σ’ ένα του μονόπρακτο: αλλοτριωμένο από τη ναζιστική πλύση εγκεφάλου, ένα παιδί προδίνει στην Γκεστάπο τους γονείς του.
    Στη φασιστική Ιταλία, ο Μουσολίνι διαλύει το 1928 όλες τις νεολαιίστικες οργανώσεις και ιδρύει τη δική του (Όπερα Νατσιονάλε Μπαλλίλα) που από το 1931 εξασφαλίζει το μονοπώλιο μαντρώματος των νέων από ηλικίας… τεσσάρων ετών! Πραγματικά όλοι οι Ιταλοί από 4 έως 8 ετών γίνονται (Παιδιά της Λύκαινας). Στα οχτώ, τ’ αγόρια μπαίνουν στη Μπαλλίλα (παίρνουν στολή, ψεύτικα όπλα, ξιφολόγχες κλπ.) ενώ τα κορίτσια κατατάσσονται στην οργάνωση (Ιταλιδούλες). Στα δεκαοχτώ, αγόρια και κορίτσια ξανασμίγουν στη Φασιστική Νεολαία».

Αφήστε ένα σχόλιο