Καρδιακή συνομωσία

Η ώρα αμετακίνητη.

Ασάλευτη.

Αλυσοδεμένη πάνω στους προδομένους από το χρόνο δείκτες του ρολογιού.

Ανίκανη να ολισθήσει στο μέλλον.

Ένας ολόκληρος κόσμος συμπιεσμένος σ’ ένα παρόν που βουλιάζει στο άπειρο.

Και η μοίρα μου να ταξιδεύει κάπου ανάμεσα στους αστέρες,

τους γίγαντες και τους λευκούς νάνους,

βυζαίνοντας από τα σπλάχνα της αρχέγονης ουσίας του κόσμου.

Αλητεύει πάνω στα ερείπια του μέλλοντος,

στο απειροελάχιστο σύνορο της τέταρτης διάστασης,

σαν ένας πίνακας γερμένος που στάζει εικόνες πάνω στον τοίχο του μυαλού μου.

Άχρονες αναμνήσεις που πια δεν ανήκουν σε κανένα χρόνο,

παρά μόνο στο κάδρο της ψυχής  μου.

Στη μια άκρη της,

ένα ακαθόριστο, νεανικό, ξεθωριασμένο χτυποκάρδι.

Στην άλλη,

τα μακρινά από αγωνία μάτια του Πατέρα,

μαζί με το ξεχασμένο φιλί της Μάνας

και το στοργικό χάδι της γιαγιάς.

Λίγο πιο κάτω,

τα κυριακάτικα, λιωμένα,

γιορτινά σκαρπίνια της εκκλησίας,

αγκαζέ με τις φαγωμένες πια, από το χρόνο,

μπότες της μεγάλης μου αδερφής.

Δίπλα, το γλυκό δάγκωμα ενός ξεδοντιασμένου φύλακα σκύλου

και στο κέντρο, ένα καθαρό, γνώριμο, νεανικό πρόσωπο

μπροστά από τον καθρέφτη λίγο πριν τη νυχτερινή έξοδο,

να το κοιτάζω στα μάτια

και να μου επιστρέφει αδιάφορα το βλέμμα του.

Τώρα πια, πέρα απ’ τον πίνακα,

δυο  αγαπημένα πράσινα, λυτρωτικά και σαγηνευτικά μάτια,

τόσο μεγάλα όσο η απέραντη θάλασσα,

που μοιάζουν σα να ξεπερνούν τα όρια του ψυχικού μου κάδρου,

ενώ πλάι τους δυο μικρά παιδικά χέρια γεμάτα αγκαλιές.

Όλα μαζί σαν ένα,

κυλάνε αργά,

δηλώνοντας τη συγκίνηση της στιγμής.

Της στιγμής από στιγμές που περάσανε.

Τόσο εμβρόντητες, όσο και σιωπηλές.

Τόσο αρχαίες, όσο και μέλλουσες.

Μα τόσο σύντομες που μοιάζει ν’ αφήνουν τα ίχνη τους

πάνω στο άπειρο.

Χαϊδεύοντας απαλά τους αμετακίνητους,

αλυσοδεμένους και ασάλευτους δείκτες του ρολογιού,

υποσχόμενες για ένα δάκρυ που δεν κύλισε ακόμη.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο