Ιστορίες Τρελού

Ιστορίες Τρελού

Άννα Αλεξούδη

Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, λέγανε πως ένας τρελός είχε κάνει την εμφάνισή του στα μέρη μας. Λέγανε ότι φόραγε ρούχα φτιαγμένα από δέρματα γκρι αρουραίων και έσερνε μαζί του ένα ραβδί στο οποίο είχε δέσει τις ουρές τους. Γύρναγε λένε στα χωριά και έλεγε το πεπρωμένο σε όποιον τα μάτια τα είχε για να ακούει και τα αυτιά για να βλέπει.

Πρώτα λέγανε σταμάτησε στο μεγάλο το χωριό, το όμορφο χωριό. Σε αυτό που τα σκουλήκια φτιάχνουν υφάσματα που τα ποθούν οι δούκισσες και οι βασιλιάδες. Εκεί τους είπε για μάγισσες και μάγους, που θα έχουν στα μάτια δόντια και στο στόμα δεκάδες λεπίδες. Θα έχουν και πόδια οχτώ και χέρια δεκαπέντε. Και κάθε φορά που το κακό θα ζυγώνει, θα παίρνουν τη μορφή ζητιάνου και σωτήρα, τη μορφή μεσσία και γνώστη της αλήθειας.

Και έτσι κι έγινε λένε ακόμη και σήμερα οι χωρικοί. Όταν κατέφτασε ο πόλεμος, γέμισαν οι εφημερίδες και τα κανάλια με δαύτους. Και η μορφή τους ήταν γαλήνια. Μα τα μάτια τους είχαν ψυχή που δάγκωνε και το στόμα τους έσταζε αίμα και χολή και έτοιμο ήταν να κατασπαράξει κάθε αδύναμο. Και για τους δυνατούς, είχαν χέρια δεκαπέντε για να τους ακινητοποιούν πιο εύκολα και πόδια οχτώ για να τρέχουν να τους προλάβουν πιο γρήγορα. Και από τότε οι κάτοικοι σέβονται τους τρελούς του χωριού.

Έπειτα λένε σταμάτησε πιο κάτω. Στο άλλο μεγάλο χωριό με τις καμάρες, πριν την μεγάλη πόλη. Εκεί τους είπε για νερά με χρώματα κόκκινα και γκρι, και ουρανούς μαύρους και ζώα που θα ψάχνουν να φάνε σάρκα ανθρώπινη. Μα τρόμαξε τόσο τα παιδιά, που τον διώξανε κακήν κακώς, λένε ακόμα και σήμερα οι χωρικοί. Μα έτσι κι έγινε όταν κατέφτασε ο πόλεμος. Και οι άνθρωποι φοβήθηκαν πως δεν έπραξαν καλά που διώξανε τον τρελό. Οι ιστορίες λένε, πως εκεί που σχηματίζει το δέλτα του ο ποταμός και τρώνε τα φλαμίνγκο, είχε χυθεί τόσο αίμα που τα φλαμίνγκο είχαν γίνει κόκκινα εκείνη τη χρονιά. Και λέγανε ακόμη, πως οι πελεκάνοι κρατάγανε στο στόμα τους αντί για ψάρια, χέρια και πόδια ανθρώπων. Ένας ψαράς μάλιστα, λένε πως μια φορά είδε ένα νερόφιδο μαύρο, τόσο μεγάλο, που κουβαλούσε ένα πτώμα στην κοιλιά του.

Για ένα διάστημα χάθηκε ο τρελός, και ξαναβρέθηκε μήνες αργότερα ψηλά, πολύ ψηλά. Βρέθηκε σε εκείνο το χωριό που έχει για όνομά του το πιο νόστιμο χειμωνιάτικο καρπό. Και σχηματίζεται κοντά του ο πιο όμορφος ποταμός, που περνάει πάνω από τον δρόμο τον ανθρώπινο και τρέχουν άλογα στις όχθες του. Εκεί, τους είπε ο τρελός για το πώς η μοίρα είναι στρόγγυλη και κυλάει σαν τροχός στην αιωνιότητα. Τους μίλησε για τους ανθρώπους που δεν θα μπορούν να σταθούν πάνω στο νερό, όπως τους υποσχέθηκαν τα δαιμόνια. Και για κάτι χρυσά κελιά με διαμαντένια κάγκελα που φυλάκισαν αντί για τους εχθρούς, τους ίδιους τους αφέντες και τις αρχόντισσες που τα αγόρασαν. Κι έτσι και έγινε όταν κατέφτασε ο πόλεμος, λένε ακόμα και σήμερα οι χωρικοί. Και λένε πως οι άνθρωποι προσπαθούσαν να περάσουν τον ποταμό για να φτάσουν απέναντι στην άλλη την χωρά, καθώς τα σύνορα που πατούν απάνω στη γη ήταν κλειστά με θεόρατα σίδερα. Και οι περισσότεροι εξ αυτών πνιγήκανε. Γιατί λένε, δεν ήταν τόσο παντοδύναμοι όσο νόμιζαν. Και ενώ πίστευαν πως είχαν γλυτώσει για πάντα από τη μαύρη μοίρα, εκείνη έκανε τον κύκλο της και γύρισε από την άλλη. Και πάνω στην μαύρη την απελπισία τους λένε, προσευχόντουσαν στον δικό τους θεό να πει στον θεό που κατοικεί στην απέναντι όχθη να είναι επιεικής μαζί τους. Και όσοι βρέθηκαν κοντά στις θεόρατες σιδεριές, αγνοούνται ως και σήμερα.

Αμέσως μετά, λένε, πως ο τρελός βρέθηκε σε πόλη. Σε πόλη μικρή, όμορφη και αρχαία. Σε πόλη που έχει τις ρίζες της στη μέση, μεταξύ του βορρά και του νότου. Και είναι μαγική πόλη, μιας και λένε ότι έχει δυο κάστρα, αν και όλοι πάντα βλέπουν μόνο ένα! Εκεί λοιπόν ο τρελός τους διέταξε να αδειάσουν την πλατεία, για να απλώσει την κάπα του και να μπει από κάτω, όπου -όπως είπε- υπάρχει το θρακικό πέλαγος. Και η ζέστη ήταν αφόρητη και αεράκι δεν ερχόταν από πουθενά. Και ακόμα και σήμερα λένε, πως ενώ μαζευτήκανε πολλοί να τον χλευάσουν, όλοι σάστισαν όταν εκείνος μπήκε κάτω από την κάπα και εκείνη έγινε επίπεδη. Έγινε ένα με το έδαφος, σαν να μην υπήρχε άνθρωπος από κάτω. Κανείς δεν τολμούσε λένε, για αρκετή ώρα να πάει να σηκώσει την κάπα. Όταν ένας, θέλοντας να κοκορευτεί για την ανδρεία του, πήγε να σηκώσει την κάπα, πετάχτηκε ο τρελός από κάτω ξαφνικά και πήρε μια μεγάλη ανάσα και ήτανε μουσκίδι κανονικό. Σαν να είχε βγει όντως, κατευθείαν από τη θάλασσα. Μάλιστα κάποιοι λένε -χωρίς να το επιβεβαιώνουνε πολλοί- πως είδαν και φύκια μπλεγμένα στα παπούτσια του. Μετά από αυτό, και ενώ έκατσε στον ήλιο να στεγνώσει, είχε την απόλυτη προσοχή όλων, που μάλιστα είχαν τριπλασιαστεί. Τότε άρχισε να μιλά.

Και τι δεν τους είπε στην πόλη ο τρελός. Τους είπε για ένα περίεργο ζώο, που φοβάται πολύ τα άλλα ζώα, αλλά τρέφεται από αυτά. Το περίεργο αυτό ζώο, έλεγε πως άλλαζε μορφές και γινόταν όποιο μικρό ζωάκι έβλεπε να τρώει ακόμα από τη μάνα του. Γινότανε, έλεγε, μικρό κουτάβι, όταν έβλεπε σκύλα με κουτάβια, και πήγαινε και αποζητούσε το γάλα της. Και εκείνη το τάιζε επειδή ήτανε το πιο όμορφο κουτάβι κι ας της βγαίνανε ξαφνικά παραπάνω στο μέτρημα. Γινότανε άλλοτε αρκουδάκι και έμπαινε υπό την προστασία και τη θαλπωρή της μαμάς αρκούδας και εκείνη του έπιανε τα πιο λαχταριστά ψάρια, επειδή ήταν το πιο όμορφο αρκουδάκι. Και έτσι, συνέχισε ο τρελός να εξιστορεί περιπτώσεις και περιπτώσεις. Ώσπου στο τέλος είπε, πως ενώ το ζωάκι αυτό φοβότανε τόσο πολύ τα υπόλοιπα ζώα μη το φάνε -παρόλο που τα χρειαζότανε για να επιβιώσει-, τελικά πέθανε το καημένο από μόνο του, επειδή ο φόβος του είχε σαπίσει τα σωθικά.

Και έτσι και έγινε όταν κατέφτασε ο πόλεμος, λένε ακόμη και σήμερα οι κάτοικοι αυτής της πόλης. Λένε, πως οι φόβοι, που είχαν κυριεύσει τους ανθρώπους πριν τον πόλεμο, τους έκαναν αδύναμους και τυφλούς να δουν τον εχθρό που φώλιαζε και μεγάλωνε ανάμεσά τους. Και λένε ακόμη πως τρέχανε να κρυφτούν από φίλους και όχι από εχθρούς, γιατί και τέτοιος ήταν αυτός ο πόλεμος.

Τελευταία φορά λένε πως είδανε τον τρελό σε ένα χωριό πολύ μικρό. Μόλις δυο χιλιόμετρα από την όχθη του μεγάλου ποταμού. Κάθε που πλημμύριζε ο ποταμός, μπερδεύονταν οι γλάροι και φτάνανε ως βαθιά στις πεδιάδες. Τόσο μεγάλες όμως ήταν οι πλημμύρες εκείνη τη χρονιά λένε, που οι γλάροι ταξίδεψαν μέχρι και εκατόν δέκα χιλιόμετρα ως το χωριό αυτό, χωρίς στεριά να βλέπουν, νομίζοντας πως ακόμα θάλασσα αντικρίζουν. Πολλοί γλάροι ζουν ακόμη σε αυτά τα μέρη και τρέφονται με ψάρια του γλυκού νερού, αφού ο ποταμός μάζεψε τα νερά του και δεν μπορούν να βρουν τον δρόμο της επιστροφής. Λένε μάλιστα πως έχουν γίνει πιο απόμακροι από τους ανθρώπους, μιας και δεν υπάρχουν πλοία για να τους ταΐσουν από εκεί οι επιβάτες. Και κάποιοι άλλοι λένε, πως οι γλάροι ζουν πάντα θλιμμένοι, επειδή δεν μπορούν πια να επισκεφτούν τη Σαμοθράκη.

Σε αυτό λοιπόν το χωριό, ο τρελός έμεινε τρεις ολόκληρες μέρες. Κοιμότανε λένε στο σπίτι του τρελού του χωριού. Την τρίτη και τελευταία μέρα βγήκε στην πλατεία να μιλήσει. Εκεί εμφανίστηκε με δυο κότες στα χέρια του, ένα τσεκούρι και ένα κουβά με νερό. Και χωρίς να μιλήσει, έκοψε το λαιμό της μιας κότας και έπνιξε την άλλη στον κουβά. Και τότε είπε μόνο αυτό, που είχε πει και στο άλλο χωριό: «Να προσέχετε την μοίρα γιατί είναι στρόγγυλη και κυλάει σαν τον τροχό στην αιωνιότητα». Και τότε έδωσε τις κότες στην πιο φτωχή οικογένεια και εξαφανίστηκε για πάντα. Και ακόμη και σήμερα λένε οι χωρικοί, πως έτσι έγινε όταν κατέφτασε ο πόλεμος. Όσοι διάλεξαν να μείνουν εδώ, τους περίμενε θάνατος αισχρός και ακαριαίος. Και όσοι προσπάθησαν να φύγουν δια του ποταμού, ή πνιγήκανε στις ρουφήχτρες και τα ορμητικά νερά ή διαμελίστηκαν στις διάσπαρτες νάρκες έξω από το χωριό. Μόνοι λίγοι επέζησαν κι αυτό ίσως από κάποιο θαύμα. Κάποιοι λένε πως όσοι έζησαν, έζησαν για να διηγηθούν τα όσα συνέβησαν.

Από τότε λοιπόν στα μέρη μας, η παροιμία «από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια» έχει γίνει το σήμα κατατεθέν μας. Η ιστορία του τρελού, χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, είχε γίνει γνωστή παντού στη χώρα και μάλιστα και στις χώρες γύρω από τη δική μας. Την παροιμία αυτή θα τη βρείτε παντού, τυπωμένη σε μπλουζάκια και μπρελόκ, πάντα συνοδεία με ένα γκρι ποντικό.

Για χάρη της ιστορίας, τα θηριώδη σίδερα στις όχθες του ποταμού ξηλώθηκαν την επόμενη της λήξης του πολέμου, εις μνήμην των συνανθρώπων μας που πνίγηκαν στα νερά του. Ο τρελός λέγεται πως πριν λίγο καιρό εμφανίστηκε στα χωριά που βρισκότανε στην απέναντι όχθη. Οι ιστορίες πάντα ταξιδεύουν πολύ γρήγορα, και πάντα επαναλαμβάνονται. Και όπως είπε και ο ίδιος ο τρελός τότε σε έναν συγχωριανό μας: «η ιστορία επαναλαμβάνεται. Και επειδή η επανάληψη είναι η μήτηρ κάθε μαθήσεως, ο πόλεμος δεν θα σταματήσει να επαναλαμβάνεται, μέχρι να μάθουμε το μάθημά μας».

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Άννα Αλεξούδη είναι 26 ετών. Κατάγεται από το Διδυμότειχο Έβρου, όπου τελείωσε το Γενικό Λύκειο και ζει στην Αθήνα.
Είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας και Θεωρίας της Τέχνης της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών
Δεν εργάζεται λόγω προετοιμασίας της για μεταπτυχιακό και κατατακτήριες
Είναι δεσμευμένη

e – mail: alex.anna@hotmail.gr

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο