Θυμάμαι ‘‘εμένα – εσένα’’

Πως διατηρεί κανείς τις ευθείες;

Η μνήμη μου δε συγκρατεί εύκολα τις ευθείες του παρελθόντος.

Μιας και δε μπορεί να ορίσει κανένα σημείο ως αρχή και ως τέλος, παρά μόνο να μου προσφέρει τη γεύση της ανάκλησης ως επιστροφή.

Εξάλλου οι μνήμες δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας αταξινόμητος αρχαιολογικός χώρος στο βάθος του μυαλού μας που δε μπορεί να οριστεί από κανέναν.

Ούτε καν από αυτούς που κάποτε τον χτίσαν μαζί μας,

μα ούτε και απ’ όσους ακόμη τον επισκέπτονται.

Μοιάζουν σαν κορνίζες ακαθόριστες στον τοίχο του μυαλού μας.

Σαν κάδρα ξεχασμένα στο άυλο ντουλάπι της μνήμης μας,

που το βάρος τους μετράτε -καθώς αυτά αναδύονται- μόνο από την ένταση των συναισθημάτων μας.

Μα το να διατηρήσει κανείς τις καμπύλες στο βάθος του μυαλού του, αυτό φαίνεται ακόμη πιο δύσκολο.

Μιας και κάθε σημείο της περιφέρειας απαιτεί ένα συγκεκριμένο σταθερό κέντρο.

Μονό που το ακαθόριστο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης είναι αυτό που συνεχώς γίνεται, αυτό που αλλάζει, που μεταμορφώνει ή παραμορφώνει τον εαυτό μας και αναμετριέται κάθε στιγμή με το μπόι του μυαλού μας.

Άλλωστε που να βρει κανείς τις συντεταγμένες να ορίσει την δική του γραφική παράσταση μέσα στο χρόνο;

Με ποια βακτηρία ο ζητιάνος του μέλλοντος – εαυτός μας, να ορίσει το δικό του ασύνορο παρελθόν;

Όταν δεν έχω κάτι να χάσω, όταν έχω χάσει τα πάντα, θυμάμαι.

Όταν πονάω πολύ, όταν δε νιώθω πόνο, θυμάμαι με διαύγεια.

Σκύβω και μαζεύω τις πιο λεπτές γραμμούλες που έχουν γλιστρήσει στο πηγάδι του χρόνου.

Μία παλιά καρέκλα δεμένη με σύρμα στην κουζίνα του πατρικού μου.

Τ’ ανοιχτά παραθυρόφυλλα του σαλονιού.

Τους λεκέδες από καφέ, σαν απλωμένα σύννεφα

σε πρωινά πηγαδάκια αγαπημένων πάνω στην επιφάνεια του τραπεζιού…

Εσένα δίπλα μου, να με κοιτάς μ’ ένα βλέμμα…

– Τόση αγάπη!

Ο χρόνος χάνει τη συνοχή του, τα πράγματα γύρω μου το νόημά τους και εγώ την ουσία μου.

Είμαι η καρέκλα;

Είμαι το τραπέζι με τους λεκέδες του;

Είμαι μέσα στο  βλέμμα σου;

Τι είμαι;

Ποιος είμαι;

Τα χέρια μου και τα πόδια μου χτιστήκανε από πόδια καρέκλας, από τα πόδια του τραπεζιού, από τ’ ανοιχτά παραθυρόφυλλα του σαλονιού.

Πόσα χέρια;

Πόσα πόδια;

Πόσες ανάσες αγαπημένων;

Ποια είναι η έκτασή μου;

Είμαι οσμή αγαπημένου;

Είμαι το βλέμμα σου, που εισχωρεί γλιστρώντας στην ανεξερεύνητη καρδιά μου και τίποτε άλλο;

Είμαι – Είσαι ολόκληρος ο κόσμος και τίποτε άλλο.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο