Η πρωταρχικότητα της επιστροφής μας στις αξίες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας

Στην εποχή μας η καθημερινότητα έχει γίνει τόσο απαιτητική ώστε ο χρόνος να φαντάζει περισσότερο μ’ ένα χρηματοκιβώτιο παραγωγής κέρδους παρά ως μία δυνατότητα ευτυχίας. Κάτι που πολύ ορθά θα κάνει τον Έλληνα λογοτέχνη και συγγραφέα  Χρόνη Μίσσιο (1930 – 2012), μέσα από την θερμότητα των συναισθημάτων που τον διακατείχε, να βροντοφωνάξει μ’ ένα έντονα πολιτικό λόγο που υπερβαίνει κάθε είδους  πολιτικές σκοπιμότητες πως «Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, μέσα στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες, σαν ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Αυτή η οσμή δυσοσμίας από τις απαρχές της δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους αναδύθηκε και γιγαντώθηκε στην  πολιτική ζωή της Ελλάδας και, βεβαίως αν κοιτάξουμε γύρω μας στον κόσμο, το  μέγεθος της αδικίας, του φόβου, της φτώχειας, της ανασφάλειας και του πολέμου είναι διάχυτο σε πλανητικό επίπεδο.

Δεν είμαστε παράδεισος, μιλάμε για τη γη και τη ζωή μας σε αυτή. Θα πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε πως ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο καθρεφτίζει τη στάση μας και τη συμπεριφορά μας στο συλλογικό γίγνεσθαι. Εξάλλου όλα τα δημιουργήματα έχουν την δική τους θέση, το δικό τους σκοπό μέσα στο θαυμαστό αυτό συμπαντικό ναό. Αν αφαιρέσουμε μία πέτρα ο ναός θα καταρρεύσει. Αυτή η θεμελιώδης αρχή της ενότητας του κόσμου θα εκφραστεί πριν 2500 χιλιάδες χρόνια από τον Εφέσιο Προσωκρατικό φιλόσοφο Ηράκλειτο στο έργο του «Περί Φύσεως» με τη φράση «διὸ δεῖ ἕπεσθαι τῷ ξυνῷ· τοῦ λόγου δ᾽ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν». Μας λέει δηλαδή πως είναι αναγκαίο να ακολουθούμε το κοινό· αλλά, παρόλο που ο Λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν δική τους αντίληψη.

Άλλωστε πόσες φορές δεν νιώσαμε όλοι μας ότι ο κόσμος υπάρχει μόνο όταν τον μοιράζεσαι;

Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε την ανάγκη στη ζωή μας να έχουμε κάποιον δίπλα μας;

Τα ατομικά δικαιώματα όμως δε μας μεταβάλουν ταυτόχρονα σε πολιτικά ή κοινωνικά ελεύθερους. Εξάλλου τα δικαιώματα υπάρχουν εκεί όπου δεν πραγματώνεται η ανθρώπινη ελευθερία ως αυτονομία. Ο Αριστοτέλης θα επισημάνει στα Πολιτικά του πως «δημοκρατία δ’ ἐστὶν ὅταν ᾖ κύριον τὸ πλῆθος». Η δημοκρατία είναι δηλαδή η πολιτική κυριαρχία του δήμου ή πλήθους, σε αντίθεση με αυτήν των αρίστων ή των ολίγων που έχουμε σήμερα. Γι’ αυτό και η Δημοκρατία έρχεται να πραγματοποιήσει την ελευθερία σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης δραστηριότητας στο ατομικό, το κοινωνικό και στο πολιτικό πεδίο. Πολύ σωστά λοιπόν θα επισημάνει ο Πολιτικός Επιστήμον και πρώην Πρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργος Κοντογιώργης πως: Εάν σκοπός της δημοκρατίας είναι η καθολική ελευθερία ως αυτονομία, τότε μπορούμε να συναγάγουμε το συμπέρασμα πως το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι δημοκρατικό, διότι προάγει μόνο την ατομική ελευθερία και από κει και πέρα παρέχει μόνο πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Από την άλλη ο τρόπος που ασκείται η πολιτική σήμερα δεικνύει την τεράστια διαφοροποίηση της από την ηθική, η οποία πέρασε στη θρησκευτική σφαίρα. Σήμερα τα ΜΜΕ μας βομβαρδίζουν με πληροφορίες σε παγκόσμιο επίπεδο για πολιτικο-οικονομικά σκάνδαλα, φτάνοντας σ’ ένα σημείο να διαφοροποιούμε εντελώς την πολιτική από την ηθική.

Η Γαλλίδα κλασική φιλόλογος και ελληνίστρια  Ζακλίν ντε Ρομιγί (26 Μαρτίου 1913 – 18 Δεκεμβρίου 2010) στις συνομιλίες της με τον Fabrice Amedeo για το πόσο επίκαιρη είναι η Αθηναϊκή Δημοκρατία σήμερα, θα επισημάνει πως η έννοια της συγχώρεσης υπήρξε στην ελληνική αρχαιότητα με μία πιο ανθρώπινη όψη απ’ ότι σήμερα, μιας και συνδέονταν άρρηκτα με τα όρια του ανθρώπου, καθώς επιβεβαιώνεται σ’ ένα ορισμένο αριθμό κειμένων, κυρίως των μεγάλων τραγικών ποιητών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

Στο έργο Αίας του Σοφοκλή βλέπουμε τον Οδυσσέα να έρχεται αντιμέτωπος με την οργή του καταβεβλημένου Αίαντα ο οποίος καταλήγει να σφαγιάσει ζώα και όχι τα υποψήφια θύματα του, καθώς η θεά Αθηνά θολώνει το μυαλό του ήρωα. Η θεά προτρέπει στον Οδυσσέα να χαρεί για το γεγονός αυτό. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Οδυσσέας δε μπορεί να το κάνει καθώς γνωρίζει πως και ο ίδιος ως άνθρωπος θα γνωρίσει συμφορές και καταστροφές. Αντίστοιχα και στο τέλος του Ιππόλυτου του Ευριπίδη, ο γιος (Ιππόλυτος), που μόλις έχει χτυπηθεί θανάσιμα από την κατάρα του πατέρα του (Θησέα), την οποία εκπλήρωσε ο Ποσειδώνας, καλείται από τη θεά Άρτεμη να συγχωρέσει τον τελευταίο (Θησέα), ο οποίος δεν ήξερε τι έκανε, καθώς η θεά Αφροδίτη τον πλάνεψε. Στο τέλος το μαρτύριο και ο άδικος χαμός του Ιππόλυτου θα τον εισαγάγουν στην αθανασία και την αποθέωση σε τέτοιο σημείο ώστε, όπως μας πληροφορεί ο σοφιστής και συγγραφέας Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 μ.Χ. – 180 μ.Χ.) στο έργο του «Περί της Συρίης θεού», «Νόμο έβαλαν οι Τροιζήνιοι για τις κόρες και για τα παλληκάρια να μη κάνουν το γάμο τους πριν κόψουν τα μαλλιά τους για τον Ιππόλυτο».

Σήμερα ο χρησιμοθηρικός χαρακτήρας της πολιτικής επιτάσσει την αναγκαιότητα της επιστροφής μας στις πανανθρώπινες αξίες της Δημοκρατίας. «Το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις», λέει ο Αριστοτέλης. Δεν ταιριάζει σε ελεύθερους και μεγαλόψυχους ανθρώπους να ζητάνε παντού τη χρησιμότητα. Η πολιτική για τους αρχαίους έπρεπε να μιμείται την κοσμική τάξη και την αρμονία, κατά τον Ηρακλείτειο κοινό ξινό λόγο.  Η Δημοκρατία όπως γεννήθηκε και οργανώθηκε στις ελληνικές πόλεις ήταν και θα παραμένει πανανθρώπινο μέτρο και κριτήριο αποτίμησης των προτεραιοτήτων κάθε συλλογικότητας, οδηγώντας την πολιτική στην εναρμόνισή της με την βούληση της κοινωνίας.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο