Η μεσότητα ως καθολικό αίτημα μιας κοινωνίας που παραπαίει

Ο Κομφούκιος (551 479 π.Χ.) μας λέει ότι η ανθρωπότητα ελάχιστα διαφέρει από τα ζώα και οι περισσότεροι άνθρωποι αυτό το ελάχιστο το εκμηδενίζουν.

Ο Αριστοτέλης όμως έναν αιώνα αργότερα βλέπει την διαφορά.

Τα άλλα ζώα ζούνε με νόμους οι οποίοι είναι φτιαγμένοι από την φύση και δεν αλλάζουν ποτέ, π.χ. οι Μέλισσες ή τα Μυρμήγκια που ζούνε εδώ, κατά τον ίδιο τρόπο μας λέει ότι ζούνε και στην Αργεντινή εδώ και χιλιάδες χρόνια χωρίς να έχει αλλάξει τίποτα. Για τον άνθρωπο όμως που είναι Πολιτικό ζώο αλλάζουν τα πράγματα. Ο άνθρωπος φτιάχνει τους νόμους μόνος του και τους αλλάζει ή τους τροποποιεί, ακριβώς επειδή μπορεί να δρα με βάση την λογική και αυτό είναι το πολιτικό κομμάτι της ύπαρξής του. Όμως ο Αριστοτέλης δεν αρκείται μόνο σε αυτό, συνδέει στενά την ηθική με την πολιτική και θεωρεί ότι η ευτυχία και η δικαίωση προκύπτει απ’ τους δεσμούς της συνοχής και αλληλοϋποστήριξης που αναπτύσσονται μέσα σε κάθε κοινότητα, γιατί το άτομο υπάρχει για την πολιτεία και όχι η πολιτεία για το άτομο.

Μάλιστα ο ελεύθερος πολίτης που αισθάνεται την ανάγκη να συμμετάσχει στα κοινά, επιζητεί το αγαθόν (ως μεσότητα) μέσα απ’ τους θεσμούς της πόλης. Αυτό το αγαθόν δεν είναι κάτι το άπιαστο ή το αφηρημένο  αλλά συνίσταται στην επιτέλεση τον πολιτικών και κοινωνικών καθηκόντων με φρόνηση και ικανότητα διάκρισης του καλού από το κακό.

Πως όμως μπορεί να φθάσει στο σημείο να επιλέγει το αγαθόν;

Ο Αριστοτέλης είναι σαφής, η παιδεία που οδηγεί στην αρετή και εκδηλώνεται στην πολιτεία μέσα από την ενεργή δράση των πολιτών, δημιουργώντας μία αυτόνομη κοινωνία που ο λαός ρυθμίζει τους νόμους της και γνωρίζει πως δεν υπάρχει υπερβατική πηγή των θεσμών και των νόμων.

Γιατί τα βιβλία μπορεί να προσφέρουν γνώση, η δράση όμως μεταφράζει την γνώση σε κατανόηση. Εξάλλου για τον Αριστοτέλη Πολίτες μιας πόλης είναι οι μετέχοντες κρίσεως και αρχής.

Ο άνθρωπος καθοδηγείται πλέον από ηγέτες και σωτήρες, έχει χάσει το βλέμμα του προς το κοινό, το πολιτικό αίτημα του ανθρώπου να είναι ατομικά κοινωνικός έχει χαθεί. Ο ξένος στον Οθέλο ήμαστε εμείς, γιατί ο φόβος γεννάει ξένους.

Για τον Αριστοτέλη όμως ο καλός πολίτης πρέπει να ξέρει και να κυβερνάει και να κυβερνιέται.

Αλήθεια ποιος μπορεί να πει σήμερα ότι αισθάνεται πολίτης, την στιγμή που εκχωρεί την πολιτική αρμοδιότητα στα πολιτικά κόμματα χωρίς να ερωτάτε για τίποτε;

Σήμερα ο καθένας μας έχει την ατομική ελευθερία να διαδηλώνει στους δρόμους διότι πιστεύει πως το συμφέρον του πλήττεται από τα μέτρα που ψηφίζουν σε βάρος του οι πολιτικοί,  οι οποίοι μάλιστα επαίρονται γιατί έχουν διαφορετική γνώμη από αυτήν που εκφράζει η κοινωνία. Το έχουμε ζήσει με την επιβολή όλων των  μνημονίων τα οποία ψηφίστηκαν στην βουλή παρά την κάθετη αντίδραση της κοινωνίας.   

Η κοινωνία έχει χάσει πλέον την συλλογικότητά της, η οποία θα μπορούσε να αντιταχθεί στην λογική της ολιγαρχίας και των αγορών.

Ο Ελληνικός πολιτισμός στηρίχτηκε στην συλλογικότητα της κοινής πολιτικής διαπαιδαγώγησης πρώτα μέσα από το άρχεσθε και μετά από το άρχειν.

Εξάλλου ο Αριστοτέλης στα πολιτικά του, κάνει λόγο για νομοθετημένη κοινή δημόσια παιδεία.:

«Ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον περὶ παιδείας καὶ ταύτην κοινὴν ποιητέον, φανερόν».

Είναι δηλαδή αναγκαία η κοινή διαπαιδαγώγηση σε όλους τους πολίτες από τη στιγμή που και οι στόχοι της πόλης είναι κοινοί, καθώς η παραμέληση της αγωγής των πολιτών βλάπτει το ίδιο το πολίτευμα, διότι αυξάνει την έλλειψη ευαισθησίας των πολιτών ως προς τις υποχρεώσεις τους προς το κοινό συμφέρον.

Για τον Αριστοτέλη τόσο στα Ηθικά Νικομάχεια, όσο και στα Ηθικά Ευδήμεια η φιλία ως ηθική αρετή της συλλογικής ζωής τοποθετείται σε υψηλότερο βαθμό ακόμη και από την δικαιοσύνη, η οποία καθίσταται σχεδόν περιττή, αφού η ομόνοια και η αρμονική συμβίωση των πολιτών εξασφαλίζονται από την φιλία. Διότι φίλοι είναι πάντα οι «συγγενείς» που εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε να έχουμε στην ζωή μας και όπως έλεγε η Αμερικανίδα συγγραφέας Έλεν Κέλερ (1880 – 1968) η οποία υπήρξε τυφλή και κωφάλαλη, το να περπατάς μ’ ένα φίλο στο σκοτάδι είναι προτιμότερο από το να περπατάς μόνος στο φως.

Αλήθεια έχετε αναλογιστεί πόσο έχουμε απομακρυνθεί σήμερα από τα διδάγματα του Αριστοτέλη για την κοινωνική συμβίωση, για την φιλία, για την έλλειψη της πολιτικής ελευθερίας και της γνώμης μας, ως μία μορφή αντιπροσώπευσης και συλλογικότητας της κοινωνίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα το οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίζει την κοινωνία ως ισότιμο εταίρο;

Τα πολιτικά ενεργούμενα της χώρας χάσανε το μέτρο, περιφρόνησαν την μεσότητα, το επιθυμητικό τους βρίσκεται σε ασυμφωνία με τον λόγο τους και τώρα αναρωτιόμαστε όλοι γύρω μας γιατί υπάρχει τόση υπερβολή ασχήμιας ή αν θέλετε τόση έλλειψη ομορφιάς.

Αν τα ίχνη από τα βήματα του Αριστοτέλη δεν άξιζαν την δωρεά του χρόνου, τότε άδικα η ζωή εμφύσησε μέσα μας τον λόγο, που ήταν προορισμένος να γίνει η μνήμη και η πρόβλεψη του κόσμου και αυτός ο  Νους, που είναι ο θεός μέσα μας, άδικα μας κατοίκησε, γιατί ποτέ δεν θα πάρουμε ό,τι έχει να μας δώσει. Αφήστε λοιπόν, την ιδέα του αγαθού (ως μεσότητα) να περάσει μέσα σας, να γίνει από ιδέα σώμα και τότε να είστε σίγουροι πως θα σας μεταμορφώσει.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο