Ησίοδος : «Έργα και Ημέραι»

Ο Ησίοδος (μέσα 8ου π.Χ. αι.) αρχαίος Έλληνας ποιητής, για τον οποίο μιλήσαμε σε προηγούμενο άρθρο, θεωρείται ο πατέρας του διδακτικού έπους. To «Έργα και Ημέραι» θεωρείται ως  ένα από τα πιο γνωστά διδακτικά επικά ποιήματα του. Αποτελείται από 828 εξάμετρους στίχους και γράφτηκε με αφορμή την πιθανός επινοημένη δικαστική διαμάχη που είχε με τον αδελφό του Πέρση για την πατρική κληρονομιά. Η υπόθεση έφτασε στους δικαστές που, δωροδοκημένοι από τον Πέρση, έδωσαν σ’ εκείνον το δίκιο. Το εύρημα αυτό επέτρεψε στον Ησίοδο να απευθύνει παραινέσεις ηθικού χαρακτήρα, αλλά και διδαχές με καθαρά πρακτικό περιεχόμενο.

Ο μουσόληπτος ποιητής Ησίοδος, έζησε ως βοσκός σε μία εποχή μεγάλων κοινωνικών αντιθέσεων, που είχαν να κάνουν ανάμεσα στην  αναπτυσσόμενη βιοτεχνική  οικονομία και τους παλιούς θεσμούς της αριστοκρατίας. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες είχαν υποδουλώσει μεγάλες μάζες του πληθυσμού, ενώ αυτές αγωνίζονταν να πετύχουν καλύτερες συνθήκες. Η εναντίωση του Ησιόδου αντικατοπτρίζεται πιστά σε αυτή την προσπάθεια αποδίδοντας την εικόνα της εποχής.

«Τι τώρα την κληρονομιά μοιράσαμε και άλλα πολλά επήρες βασιλείς πιάνοντας δωροχάφτες, που και αυτή μας πρόκειται τη δίκη να δικάσουν».

Στο προοίμιο ο ποιητής επικαλείται τις Μούσες και το Δία και μετά απευθύνεται ευθέως στον αδελφό του με τον οποίο βρίσκονται ακόμα σε δικαστική διαμάχη, ζητώντας του ν’ ακολουθήσουν και οι δύο την θεία δικαιοσύνη.

«Μόνο ας συμβιβαστούμε με δίκαια κρίση που και ο Ζευς τη θέλει για το καλό μας».

Περιγράφει διάφορες ανθρώπινες αδυναμίες, όπως η ζήλεια και η απληστία, αλλά και το γεγονός ότι η Έρις έχει δύο όψεις. Η μία είναι η καλή, έχει το πρόσωπο της άμιλλας μεταξύ των ανθρώπων και οδηγεί στην προκοπή τους. Η άλλη είναι η κακή, έχει τη μορφή του φθόνου που αναπτύσσεται στην ψυχή των ανθρώπων, οδηγώντας στην αρπαγή και στον πόλεμο με καταστροφικές συνέπειες.

Στην συνέχεια ο ποιητής αναφέρεται στον μύθο του Προμηθέα του Επιμηθέα και της Πανδώρας. Οι θεοί θύμωσαν με τη φωτιά που πήραν οι άνθρωποι και για να τιμωρήσουν αυτούς και τον Προμηθέα, που τους την έδωσε, έπλασαν την Πανδώρα, η οποία άνοιξε το πιθάρι όπου μέσα της ήταν κλεισμένα όλα τα καλά. Έτσι αυτά βγήκαν και πέταξαν μακριά εκτός από την ελπίδα, την οποία άφησε ο Δίας στους ανθρώπους, ως παρηγοριά για τα παθήματά τους. Στερώντας τους έτσι την δυνατότητα να αποκτούν με ευκολία τα αγαθά τους.

«Έ του Ιαπετού υγιέ, πιο πονηρέ απ’ όλους χαίρεσαι που ‘κλεψες το πυρ και γέλασες και μένα, μα συμφορά θα ‘ναι για σε και τους θνητούς μεγάλη.».

Στη συνέχεια ο Ησίοδος αναφέρεται στο θρύλο των πέντε γενεών της ανθρωπότητας (το χρυσό, το αργυρό, το χάλκινο, το γένος των ηρώων, το οποίο πολέμησε στην εποχή του Τρωικού πολέμου και τέλος το σιδερένιο γένος, στο οποίο αφήνει να εννοηθεί ότι ανήκει ο ίδιος και ο αδελφός του) θυμίζοντας του έτσι, ότι οι θεοί έπλασαν από το ίδιο υλικό ανθρώπους και ημίθεους ή ήρωες, υπονοώντας ότι ο άνθρωπος έχει την επιλογή να γίνει καλός ή κακός. Πέντε γένη ανθρώπων διαδέχονται στη διάρκεια του χρόνου το ένα το άλλο σε μια πορεία σταδιακής κατάπτωσης, πλην του γένους των ηρώων, το οποίο οι θεοί φρόντισαν να φτιάξουν καλύτερο από τα τρία προηγούμενα.

«Αφού η Γης όμως κι’ αυτό εσκέπασε το γένος, τέταρτον άλλο έπλασσεν ο Ζευς στη γη τη θρέπτρα πιο δίκαιο κι’ ανδρειότερο, το γένος των ηρώων, που λέγονται κι’ ημίθεοι κι’ είν’ από τη δική μας η προτυνότερη γενιά στη γη  τη μυριοπλήθα».

Ο ποιητής στη συνέχεια κάνει λόγο για την αυθαιρεσία των δυνατών και επιχειρεί να συνετίσει τους άρχοντες αναφέροντας το μύθο με το αηδόνι και το γεράκι.

«Και τώρα ένα θε να πω στους βασιλιάδες μύθο κι’ ας είν’ οι ίδιοι γνωστικοί…Γρουσούζικο τι σκούζεις; Κρατεί σε δυνατότερος πολύ. και θα πηγαίνεις όπου εγώ σε κουβαλώ τραγουδιστής κι αν είσαι».

Όλο το υπόλοιπο έπος περιέχει ποικίλες συμβουλές κάθε είδους. Ο Ησίοδος περνά ξανά στο ζήτημα με τον αδερφό του και του ζητά να μην είναι βίαιος και άδικος, καθώς ο μόνος τίμιος τρόπος για να πλουτίσει κανείς είναι η δουλειά και όχι η αρπαγή, δίνοντας του συμβουλές.

«Μα συ Πέρση, το δίκαιο θέλε κι όχι τη βία.».

Ο Ησίοδος προχωρεί σε διάφορες συμβουλές για το πώς πρέπει να ζει ένας καλός άνδρας, να εργάζεται, να φροντίζει τη γη του, να θυσιάζει στους θεούς, και ο λόγος αρχίζει να γίνεται λιγότερο προσωπικός. Παρέχει οδηγίες για τις γεωργικές ασχολίες, την ναυτιλία, το εμπόριο, το γάμο και διάφορα βιοτικά ζητήματα, δίνοντας έτσι εντελώς πρακτικές συμβουλές, για το πότε πρέπει να σπέρνεις, να θερίζεις, να ταξιδεύεις με πλοίο κ.λπ.

«Όταν σ’ ακρότατο κλαδί συκιάς φανεί μπουμπούκι μεγάλο όσο πάτημα κουρούνας τότες είναι για τα ταξίδια η θάλασσα κατάλληλη και τότες αρχίζουν τ’ ανοιξιάτικα».

Η πορεία του γεωργικού μόχθου, συσχετίζεται με την πορεία των άστρων, που φαίνονται να δίνουν κίνηση και πνοή στο ίδιο το ποίημα, του οποίου ένα μεγάλο μέρος αποτελεί ύμνο στη γεωργική καλλιέργεια.

«Άμα η Πούλια τ’ Άτλαντα η κόρη ανατέλλει ν’ αρχίζετε το θερισμό και τη σπορά άμα δύει».

Και αλλού:

«Κι’ οπόταν ο Ωρίωνας μεσουρανεί κι’ ο Σείριος κι’ η ροδοδάχτυλη αυγή χαμογέλα τ’ Αρκτούρου τρύγα και φέρνε σπίτι σου, ω Πέρση τα σταφύλια και δέκα ημερόνυχτα στον ήλιο να τ’ αφήσεις και άλλα πέντε στη σκιά, την έκτη βάλε μέσα του πρόσχαρου Διόνυσου τα δώρα στα δοχεία».

Το έργο αυτό του Ησιόδου, πέραν όλων των άλλων, θεωρείται ως  το πρώτο γεωργικό σύγγραμμα, περιγράφοντας ακόμη και το άροτρο, αναφέροντας ότι ήταν ξύλινο. Γι’ αυτό τα ξύλινα άροτρα λέγονταν «Ησιόδεια».

«Γι’ αλέτρι δεκαπάλαμο, τριπίθαμο να κόψεις αρμό, πολλά στραβόξυλα στους κάμπους και στα όρη υπάρχουν, μα συ πρίνινο σταβάρι να διαλέξεις και να το φέρεις σπίτι σου…».

Αργότερα Κλασικοί συγγραφείς της αρχαιότητας, όπως ο Ξενοφώντας, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος έγραψαν έργα που περιείχαν γνώσεις εδαφολογίας, αρδεύσεων και στραγγίσεων, μεθόδων σποράς και συγκομιδής, αλλά και θεωρητικές απόψεις για τις αρχές που αφορούν τη γεωργία, έτσι ώστε οι αρχαίοι Έλληνες να θεωρούνται ότι προετοίμασαν το δρόμο για την εξέλιξη της γεωργίας από τέχνη σε επιστήμη.

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο