Δύο Μέρες

ΛΟΥΚΑΣ ΠΗΛΟΙΔΗΣ

Δύο Μέρες

Ξύπνησε. Μόρφασε, καθώς το φως μπήκε διάχυτο μέσα στις διασταλμένες κόρες του. Σιγά σιγά όμως συνήθισε, και το τοπίο άρχισε να ξεθολώνει. Ολόγυρά του υπήρχαν δέντρα, λουλούδια, και χόρτα. Μπροστά του ένας ποταμός που κυλούσε ατέρμονα. Ήρεμα, σχεδόν κοροϊδευτικά, του γαργαλούσε τα αυτιά το κελάρυσμα του νερού. Τα βότσαλα που κάθονταν στον πυθμένα έδιναν έναν γκρίζο, μελαγχολικό τόνο, στην απόλυτη ηρεμία.

Τα δέντρα έγερναν ελαφρώς στο πλάι από τον νοτιά που φυσούσε. Αχ αυτός ο γλυκός, δροσερός Νοτιάς του Ιουνίου. Το νερό στο ποτάμι γυάλιζε από έναν αστραφτερό ήλιο που γελούσε με όλη του την καρδιά από ψηλά. Που και που, ένα δύο συννεφάκια πασπάλιζαν τον ουρανό με λίγο άσπρο χρώμα, τόσο ώστε να τον κάνει ακόμα πιο ελκυστικό.

Έβγαλε τις μπότες του, τις ακούμπησε πάνω στα βότσαλα που ήταν νωπά από τον σιγανό παφλασμό του νερού. Έβγαλε τις κάλτσες του, το χιτώνιο, το μπλουζάκι του. Σηκώθηκε πάνω, έβγαλε το παντελόνι, και το εσώρουχό του.

Έμεινε για μια στιγμή έτσι, τελείως γυμνός, στην ατελείωτη μεγαλειότητα της φύσης. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, βούτηξε στα παγωμένα νερά. Αισθάνθηκε σαν να του έμπηγαν χιλιάδες καρφιά, σε όλα τα νεύρα του σώματός του. Κραύγασε, αλλά ήταν από ευχαρίστηση. Πραγματικά, μερικές στιγμές μετά, ένιωσε μια γλυκιά δροσιά να διαπερνάει την ραχοκοκαλιά του.

Βγαίνοντας, ξάπλωσε, έτσι, ανάσκελα, γυμνός, στα βότσαλα. Τα ένιωθε στην πλάτη του και στα πόδια του. Ένιωθε ότι γινόταν ένα με την φύση όλο και πιο πολύ. Απόλαυσε μερικές ανάσες χωρίς να σκέφτεται. Για μια στιγμή δεν τον ένοιαζε τίποτα απολύτως. Η φύση και εκείνος που γίνονταν ένα, αυτό σκεφτόταν μόνο.

«Γιατί να έχουμε μόνο πέντε αισθήσεις;» Η λαιμαργία του ήταν τόση, που έμπηγε τα πόδια του στα χαλίκια, άνοιγε τα μάτια του και κοιτούσε με πάθος γύρω του, έπινε νερό απ’ το ποτάμι, μύριζε το άρωμα των δέντρων, το άρωμα του πρωινού ποταμού. «Η μυρωδιά του Ιουνίου,» σκέφτηκε, «Πόσο μου έχει λείψει η μυρωδιά του Ιουνίου.»

Αργά αργά σηκώθηκε, σαν να μην ήθελε ποτέ να τελειώσει αυτή η ηδονική επαφή με την μητέρα γη. Πλησίασε προς τα πράγματά του, άνοιξε το δισάκι του. Έβγαλε μία φωτογραφία. Την έφερε κοντά στο μέτωπό του, μετά στην καρδιά του, και τελευταία στα χείλη του, όπου και την φίλησε με πάθος, σαν να ήταν πραγματικό πρόσωπο.

Ένα περιστέρι ήρθε και έκατσε λίγο πιο δίπλα. Για κάποιο λόγο δεν φάνηκε να τον φοβάται. Τον περιεργαζόταν με τα στρογγυλά του μάτια. Το κοίταζε και εκείνος, μαγεμένος, σαν να ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ζωντανό πλάσμα. «Λευκό περιστέρι», κάγχασε, «τυχαίο;». Και σαν να περίμενε απάντηση στάθηκε για μια στιγμή, μέχρι που αποκρίθηκε στον εαυτό του. «Τίποτα δεν είναι τυχαίο, αρκεί να βρεις το νόημά του».

Ψηλάφισε λίγο πιο δίπλα, και έπιασε ένα άλλο αντικείμενο που είχε φέρει. Ήταν χρώματος χακί, μεταλλικό, με πλαστική λαβή. Στο σώμα του έφερε περήφανο το όνομα “G3A3”. Με σίγουρες κινήσεις, άνοιξε το δισάκι του ξανά, έβγαλε μία γεμιστήρα ιδίου χρώματος, την όπλισε στο όπλο, και άκουσε το κλακ. Κοιτώντας πάντα το περιστέρι, βρήκε την σκανδάλη ψηλαφίζοντας. Έφερε το σκόπευτρο στο ύψος των ματιών του. Κοίταξε κατάματα το περιστέρι μέσα από αυτό.

«Όλοι είμαστε πουλιά», είπε στον φτερωτό συνομιλητή του. «Απλά δεν μαθαίνουμε όλοι να πετάμε με τον ίδιο τρόπο». Του έκλεισε το μάτι. Γύρισε την κάννη του όπλου του προς εκείνον. Τώρα σημάδευε κατ’ ευθείαν στο κούτελό του. Και έπειτα, με έναν εκκωφαντικό ήχο, το περιστέρι βάφτηκε με ανθρώπινο αίμα.

«Κύριε λοχαγέ», είπε ο στρατιώτης, «πρέπει να το δείτε αυτό». Ο λοχαγός γύρισε προς τον στρατιώτη, του έγνεψε καταφατικά, και κραύγασε προς το υπόλοιπο άγημα να τον ακολουθήσει. Προχώρησαν με τα όπλα στο ισχίο για δύο λεπτά περίπου, μέχρι που σταμάτησαν αποσβολωμένοι. Έβλεπαν και εκείνοι την ίδια εικόνα της απόλυτης ηρεμίας, αλλά όχι ακριβώς. Μπροστά τους κείτονταν ένας συνάδελφός τους, με το αίμα του να ποτίζει τα βότσαλα, και το ποτάμι να το σκορπίζει όλο και πιο μακριά.

«Κύριε λοχαγέ», είπε ο ένας απ’ το άγημα, «αυτός είναι ο…». «Ξέρω ποιος είναι», απάντησε κοφτά ο λοχαγός. «Δύο μέρες τον καταζητούμε για λιποταξία. Έφυγε απ’ το στρατόπεδο χωρίς άδεια.» Κοίταξε τριγύρω. Τα στρατιωτικά ρούχα του νεκρού στρατιώτη ήταν διπλωμένα με σεβασμό. Πάνω τους, το δισάκι του.

Ο λοχαγός άνοιξε το δισάκι με τρεμάμενα χέρια. Έβγαλε ένα παγούρι γεμάτο νερό, ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, μια φωτογραφία. Την κοίταξε. Ήταν μια κοπέλα. Χαμογελούσε πονηρά. Στο πίσω μέρος υπήρχε ένα φιλί φτιαγμένο από χείλη με κραγιόν κολλημένα στο χαρτί. Οι παλμοί του άρχισαν να ανεβαίνουν. Την τσαλάκωσε και την πέταξε στο δισάκι.

Ψαχουλεύοντας λίγο ακόμα, βρήκε ένα γράμμα. «Περίεργο», σκέφτηκε, «στις μέρες μας όλοι γράφουν sms. Ποιος στέλνει γράμματα;» Έκατσε κάτω. Ψαχούλεψε την τσέπη του αλλά δεν βρήκε αυτό που έψαχνε και έβρισε. «Ποιος έχει ένα τσιγάρο;» φώναξε στους φαντάρους του που συζητούσαν λίγο πιο πέρα με σκυμμένα κεφάλια. Ένας σηκώθηκε και προσέφερε τσιγάρο και φωτιά στον λοχαγό.

Αφού κατέβασε μία τζούρα, ηρέμησε λιγάκι. Το περιεργάστηκε. Δεν είχε αποστολέα ή παραλήπτη, και δεν είχε γραμματόσημο. Το άνοιξε όλο περιέργεια. Μέσα βρήκε μία κόλλα Α4 μουτζουρωμένη με γράμματα, σταγόνες από ένα διάφανο υγρό, και μία υπογραφή. Ξεκίνησε να διαβάζει:

Δεν έφταιγα… έκανα ότι μπορούσα για να τους μεταπείσω, αλλά δεν με άκουσαν. Μου είπαν ότι αν δεν τους αφήσω να περάσουν, θα με σκοτώσουν. Και ήταν πολύ τρομακτικοί. Ένα παιδί της πόλης είμαι. Τέσσερις άνθρωποι με όπλα να σε σημαδεύουν είναι τρομακτικό, αλήθεια. Και είμαι στην μέση του πουθενά. Απ’ την Αθήνα είμαι, δεν ξέρω τίποτα για τον Έβρο. Γιατί με έφεραν εδώ; Δεν είχα καλό βύσμα; Ήθελαν να με εκδικηθούν;

Τους ρώτησα ποιοι είναι. Δεν απάντησαν. Τους ρώτησα γιατί να τους αφήσω να περάσουν; Είναι τα σύνορα, δεν περνάει όποιος και όποιος, ο λοχαγός μου το είχε απαγορέψει. Με απείλησαν με όπλα. Τους άφησα. Ήταν τέσσερις, με κουκούλες. Είχαν και δύο κορίτσια που δεν μίλαγαν. Δεν είχαν όπλα. Τρεις σκοπιές μετά, έμαθα ότι το εμπόριο λευκής σαρκός οργιάζει στα σύνορα. Δεν έτρωγα, δεν κοιμόμουν καθόλου. Δύο βδομάδες μετά ξαναπέρασαν. Δεν τους άφησα αυτή την φορά. Τους είπα ότι δεν θα τους αφήσω να καταστρέψουν και άλλες ανθρώπινες ζωές. Τότε, λίγο πιο πίσω απ’ τα σύνορα, κατέβασαν απ’ το βανάκι τους την μία κοπέλα, και της έκοψαν τον λαιμό μπροστά μου. Τρομοκρατήθηκα. Έβαλα τα κλάματα. Πήγα κοντά της. Οι άλλοι πέρασαν ανενόχλητοι.

Δεν ξέρω γιατί, έφυγα. Πήρα το όπλο μου, πήρα μια καναδέζα, και αποφάσισα να τους ακολουθήσω. Δεν θα έπαιρναν άλλη ζωή, το ορκίστηκα. Μία μέρα έψαχνα, δεν τους βρήκα. Την δεύτερη, άκουσα στο ραδιόφωνο πως αναζητείται φαντάρος που εγκατέλειψε το πόστο του για λιποταξία. Πανικοβλήθηκα. Νόμιζα πως όλοι θα με κοιτούσαν. Είπα να γυρίσω πίσω, και να τα πω όλα στον λοχαγό. Αυτός είναι καλός μαζί μας. Θα με άκουγε.

Πολύ κοντά στα σύνορα, μου έστειλε μήνυμα η Κορίννα. Δεν άντεχε άλλο την απόσταση, μου είπε. Εδώ και βδομάδες είμαι απόμακρος, έγραφε, και αισθάνεται ότι ο κόσμος της έχει αλλάξει. Πόσο εύκολο είναι τελικά να αλλάξει ο κόσμος σου…

Ζούμε ογδόντα χρόνια και παραπονιόμαστε ότι είναι λίγα. Δύο μέρες φτάνουν για να γίνει ο κόσμος από παράδεισος κόλαση. Καθώς τα γράφω αυτά, δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Φέρνω ντροπή στην οικογένειά μου. Κλαίω, γιατί κλαίω; Όλα τα έκανα λάθος, και όμως εγώ ακόμα μέσα μου κλαίω, γιατί πιστεύω πως δεν έφταιγα…

Ο λοχαγός σκούπισε ένα δάκρυ. «Και όμως έφταιγες, μικρέ μου φίλε» σκέφτηκε. «Ό κόσμος είναι σάπιος, οι άνθρωποι φέρονται χειρότερα απ’ τα ζώα. Αλλά φταις γιατί δεν άνοιξες σε κανέναν την καρδιά σου.» Ρούφηξε την τελευταία τζούρα του και παρατήρησε ένα λευκό περιστέρι που έκανε ένα ημικύκλιο πάνω απ’ το κεφάλι του. Στάθηκε απέναντί του στητό, με μάτια που γυάλιζαν. «Έχει κάτι πολύ παράξενο αυτό το πουλί» είπε. Παρατήρησε μία κόκκινη κορδέλα πιτσιλισμένη διαγώνια στον λαιμό και στα φτερά του. «Και όμως, δεν είναι αυτό», παρατήρησε ο λοχαγός. «Αυτό το πουλί έχει την έπαρση της γνώσης.»

Βιογραφικό συγγραφέως

Ο Λουκάς Πηλοίδης γεννήθηκε στις 18/04/1993
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως διαιτητής καλαθοσφαίρισης
Είναι παντρεμένος.
Είναι απόφοιτος του 3ου Γενικού Λυκείου Αργυρούπολης και σπουδαστής Αμερικανικού κολλεγίου Ελλάδος Deree (ACG)

Email: loukasmalias@hotmail.com

0 Σχόλιο

Αφήστε ένα σχόλιο