Βαταμιδης

Υπόσχεση

της Γιώτας Αγαπητού

Ο Μπαρμπα Τάκης, γέρος τώρα πια, στα 82 του, καθισμένος στη βεράντα του σπιτιού του μαζί με τον πιστό και γέρικο σκύλο του παρακολουθούν τον κηπουρό που φροντίζει τη μοναδική και τελευταία ίσως αγάπη που έχει απομείνει στη ζωή του, τον κήπο του. Ένα σχετικά μεγάλο κήπο με τριανταφυλλιές.

Οι τριανταφυλλιές είναι ότι έχει απομείνει πέρα από τις αναμνήσεις του που του θυμίζουν τη γυναίκα του, την Πολυτίμη. Μια γυναίκα που σημάδεψε τη ζωή του όπως και κείνος τη δική της.

Γνωρίστηκαν τυχαία πριν από ούτε και κείνος θυμάται ποσά χρόνια. Αγαπήθηκαν όπως αγαπάει ο πιστός τον άγιό του. Έδωσαν όρκους αιώνιας αγάπης και πίστης και τους τήρησαν. Παιδιά δεν μπόρεσαν να κάνουν, έτσι το ήθελε ο θεός, έλεγε πάντα η Πολιτίμη κρύβοντας ένα δάκρυ που προσπαθούσε λαθραία να κυλήσει στα μάγουλά της.

Εκείνη είχε αφοσιωθεί εξ’ ολοκλήρου στον Τάκη και στις τριανταφυλλιές της, τα παιδιά της όπως αποκαλούσε.

Ο Τάκης χαμένος τώρα πια μέσα στις θύμησες του παρελθόντος  κάθετε στη βαριά από μνήμες αγαπημένη του πολυθρόνα και πίνει μηχανικά μια γουλιά από τον καφέ του στρίβοντας για συντροφιά ένα τσιγάρο. Ελληνικός βαρύγλυκός, μερακλίδικος όπως του άρεσε πάντα να λέει, χτυπώντας τα δυο του χείλη από απόλαυση.

Εδώ και ένα χρόνο, από την ημέρα που έχασε τη γυναίκα της ζωής του, συνεχίζει σαν ιεροτελεστία να κάνει ότι κάνανε μαζί. Έτσι λοιπόν κάθε πρωί μόλις βγαίνει ο ήλιος στη βεράντα, ο Τάκης με μια κούπα καφέ και με ένα κουλουράκι κανέλας, τα οποία παλιότερα έφτιαχνε η Πολιτίμη μέχρι που αρρώστησε, απολαμβάνει το πρωινό του.

Σήμερα γι’ αυτόν είναι μία δύσκολη μέρα, παραμονή του θανάτου της αγαπημένης του συντρόφου. Ο κηπουρός του, ο Αχμέτ, φροντίζει τον κήπο με τις κόκκινες και ροζ εκατοντάφυλλες τριανταφυλλιές, μία ποικιλία πολύ σπάνια και μοναδική, όπως έλεγε η Πόλιτίμη.

  • Αχμέτ, πρόσεχε μην κάνεις καμιά ζημιά στα μπουμπούκια!
  • Προσέχω καλέ κύριε, προσέχω, απαντάει ο Αχμέτ με τα σπασμένα του ελληνικά.

Να όμως που δεν πρόσεξε.

Μια αδέξια κίνηση με το κλαδευτήρι και ένα μεγάλο κατακόκκινο μπουμπούκι πέφτει στο χώμα. Ο ήχος από την πτώση του εκκωφαντικός και σκληρός όπως ο θάνατος.

Ο Μπαρμπα Τάκης με μία αργή κίνηση σηκώθηκε το πήρε ευλαβικά μέσα στα χέρια του και το τοποθέτησε σ’ ένα βάζο για να το πάει την άλλη μέρα στο μνήμα της αγαπημένης του.

Αύριο συμπληρώνεται ένας χρόνος από τότε που έφυγε.

  • Θα σε περιμένω, του είπε, αφήνοντας την τελευταία της πνοή στα χέρια του.
  • Θα έρθω σύντομα, της απάντησε εκείνος, κλείνοντάς της τα μάτια και δίνοντας της το τελευταίο φιλί.

Όλη την ημέρα την πέρασε κοιτώντας το τριαντάφυλλο με μία γλυκιά ανυπομονησία, σαν να ήξερε ότι κάτι μεγάλο θα συμβεί.

Έπεσε για ύπνο την ώρα που έπεφτε πάντα, γύρω στης 11:00.

Έξω φυσούσε δυνατά και άρχισε να βρέχει.

Σκεφτόταν τα τριαντάφυλλα του τι  θα απογίνουν με τέτοια κακοκαιρία.

Πριν καλά καλά όμως τελειώσει τις σκέψεις του τον πήρε ο ύπνος και η βροχή έγινε χαλάζι σκοτώνοντας τα αγαπημένα του τριαντάφυλλα.

Την άλλη μέρα η φύση μύριζε βροχή.

Ο Αχμέτ είχε αργήσει σήμερα να ‘ρθει. Όταν έφτασε, βλέποντας τα κατεστραμμένα τριαντάφυλλα δάκρυσε. Αγαπούσε αυτόν τον κήπο σαν να ήταν δικός του και νοιαζόταν τον Τάκη γιατί στο πρόσωπό του έβλεπε τον γέρο πατέρα του που ζούσε πολύ μακριά, στη δική του πατρίδα. Εξάλλου τον ένοιωθε ως τον πιο δικό του άνθρωπο εδώ στην Ελλάδα.

Είχε ξημερώσει Κυριακή. Κυριακή ήταν και η μέρα που πέθανε η Πολιτίμη. Ο Αχμετ χτύπησε διστακτικά την πόρτα σκεπτόμενος την αντίδραση του Τάκη όταν θα έβλεπε τον κατεστραμμένο του κήπο. Όμως δεν πήρε καμία απάντηση. Του φαινόταν παράξενο που ακόμη δεν είχε σηκωθεί να πιει τον καφέ του στη βεράντα. Χτύπησε ακόμη πιο δυνατά, όμως τίποτα.

Στο τέλος αποφάσισε να παραβιάσει την πόρτα σπρώχνοντας την με όλη του τη δύναμη. Κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα στην κρεβατοκάμαρα γεμάτος αγωνία. Μπαίνοντας αντίκρισε τον σκύλο να κάθεται λυπημένα μπροστά στο κρεβάτι γρυλίζοντας.

Ο μπάρμπα Τάκης ξαπλωμένος είχε  ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του μία έκφραση γαλήνης και ηρεμίας, μα και συνάμα ευτυχίας. Κράτησε πιστά την υπόσχεση που είχε δώσει πριν από ένα χρόνο στην Πολιτίμη. Πήγε να την συναντήσει στη γειτονιά των αγγέλων, κρατώντας στα χέρια του, για να της προσφέρει, το αγαπημένο της τριαντάφυλλο.

 

 

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο