alexis-800x140

Κική Δημουλά: Η δημιουργία ως γέφυρα ανάμεσα στο δίπολο της μνήμης και της λήθης

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Η ζωή διαρκεί ένα δευτερόλεπτο και μετά άλλο ένα και μετά άλλο ένα. Ζούμε ανάμεσα στα δευτερόλεπτα. Βέβαια κάθε δευτερόλεπτο έχει τη δική του αξία: αναπνέουμε, αγαπάμε, πονάμε, ερωτευόμαστε, μα εν τέλη ο χρόνος δεν είναι παρά ένα ράφι πάνω στο οποίο τοποθετούμε την ιστορία μας. Όλα στον κόσμο έχουν ένα απύθμενο βάθος. Για τον άνθρωπο όμως δεν υπάρχει χρόνος έξω από τη μνήμη παρά μόνο ως λήθη. Αυτό το δίπολο (μνήμης -λήθης) στη σχέση του με τη ροή του χρόνου διαπραγματεύεται η μεγάλη ελληνίδα ποιήτρια Κική Δημουλά στην ποιητική συλλογή της «Εφηβεία της λήθης» για την οποία τιμήθηκε το 1995 με το βραβείο του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών.

Στο εναρκτήριο και ομώνυμο ποίημά αυτής της συλλογής το 1994 θα γράψει:

«Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια […]

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
στον ενικό θα μας μιλούσε ἡ νοσταλγία.[…]

Βέβαια, αν δεν υπήρχε η απόσταση
δεν θα ῾τανε σαν άστρο μακρινό εκείνος ο πλησίον […]

Αν δεν υπήρχες εσύ απόσταση
θα πέρναγε πολύ ευκολότερα
πιο γρήγορα εν μια νυκτὶ η λήθη
τη δύσκολη παρατεταμένη εφηβεία της
αυτό που χάριν ευφωνίας ονομάζουμε μνήμη.[…]»

Αλήθεια πόσο μικρή είναι η αιωνιότητα ώστε να μπορεί να χωρέσει σ’ ένα ποίημα; Η καρδιά δεν έχει μνήμη. Είναι πάντα νέα, πάντα φρέσκια. Όπως μία φωτογραφία που βγάλαμε όταν ήμασταν ακόμη παιδιά. Η φωτογραφία είναι ο μεγαλύτερος σύμμαχος της πορείας μας, των συναισθημάτων μας, της μνήμης μας.

Ο τρόπος με τον οποίο η Κική Δημουλά καταπιάνεται με αυτή την πάλη της μνήμης και της λήθης εμφανίζεται μέσο της φωτογραφίας. Στο ποίημά της «Μαύρη Γραβάτα» από τη συλλογή «Το λίγο του Κόσμου, 1971» θα γράψει:

«Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες.
Τις πιο παλιές μητέρες μου.
Τις λεπτές κι όμορφες,
των παραθύρων ερωμένες,
αρπίστριες του αγναντέματος,
που τις επήρε απρόφταστες ο θάνατος
κι αυτές μακροημερεύουν μητρικές
σε σαλονιού φωτογραφίες
και σε κεντήματα.»

Ο συγγραφέας και κριτικός Νίκος Δήμου στις σημειώσεις του «Στην τετράγωνη νύχτα της φωτογραφίας» αναφερόμενος σε ποιήματα της Κικής Δημουλά, γράφει:

«Κάθε φωτογραφία και η πιο ταπεινή, είναι η παρουσία μιας απουσίας. Και η ποίηση της Κικής Δημουλά, ως ποίηση του μη όντος, όλο γύρω στην απουσία τριγυρίζει. Τα όσα έχουν πεθάνει μπορεί να μην υπάρχουν όλα σε φωτογραφία –αλλά όσα υπάρχουν σε φωτογραφία έχουν σίγουρα πεθάνει. Η στιγμή πεθαίνει στο στιγμιότυπο».

Στο ποίημα «Πέρασα» από τη συλλογή της «Το λίγο του Κόσμου» θα γράψει:

«Όχι δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
Στους φανοστάτες στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
Και να χάνω χέρια.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.[…]
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.[…]

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.[…]

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.»

Η απώλεια του χρόνου και η φθορά πάνω στο έδαφος της απουσίας, που αυτή η απώλεια συνεπάγεται, διαφαίνεται στην ποίησή της μέσα από την βαθιά υπαρξιακή της αγωνία. Παρόλα αυτά η ποιήτρια συμφιλιώνεται με όσα έγιναν και όσα δεν έμελε να συμβούν. Κάτι το οποίο φαίνεται από τον επαναλαμβανόμενα απολογητικό χαρακτήρα της ποίησής της:

 «Όχι, δεν είμαι λυπημένη/ Σε σωστή ώρα νυχτώνει».

 Η Κική Δημουλά γεννήθηκε το 1931 στην Αθήνα, όπου και ζει. Παντρεύτηκε τον ποιητή Άθω Δημουλά (1921-1985), με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ παράλληλα το διάστημα αυτό εξασκείται  με την ποίηση στον ελεύθερο χρόνο της, όπου και θα τιμηθεί αρκετές φορές μέχρι σήμερα για το ποιητικό της έργο εντός και εκτός Ελλάδος, ενώ παράλληλα ποιήματά της θα μεταφραστούν σε αρκετές γλώσσες. Κατά την τελετή υποδοχής της στην Ακαδημία Αθηνών θ’ αναφερθεί στο λόγο για των οποίο έχει στραφεί στην ποίηση:

«Γράφω, γιατί αυτό έτυχε να είναι το μόνο υψωματάκι που μου παραχωρήθηκε, όπου κυματίζουν θαρρετά, πλησίστια οι βαθιές ρίζες της γλώσσας από την οποία κατάγομαι».

Και πράγματι, χαρακτηριστική είναι η γλωσσική της τόλμη που συχνά την οδηγεί σε μία ιδιαίτερα ευρηματική λεξιπλασία.

Ο Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Άρης Δικταίος (1919 – 1983) ο οποίος ήταν ήδη από τους πρώτους που έγραψαν κριτική για τα ποιήματά της, θα τονίσει στο περιοδικό «Καινούρια Εποχή» το φθινόπωρο του 1958:

«Λόγος πυκνός. Λόγος, κι αυτός είναι ο πιο δύσκολος να επιτευχθεί, έμμεσος, υπαινικτικός και ταυτόχρονα καίριος. Η Κική Δημουλά είναι το σημαντικότερο κέρδος της νεοελληνικής Ποιήσεως αυτής της ώρας».

Ενώ ο Έλληνας ποιητής, πεζογράφος και μεταφραστής Τίτος Πατρίκιος θα γράψει στο περιοδικό (Εντευκτήριο, τχ. 83, 2008): 

«Μόλις διαβάσει κανείς μερικούς στίχους της Κικής Δημουλά, στους οποίους όμως δεν παρατίθεται το όνομά της, αναγνωρίζει πως είναι δικοί της. Αυτή η αναγνωρισιμότητα είναι χαρακτηριστικό όλων των χαρισματικών ποιητών».

Η σκέψη στην ποίηση, ως απόσταγμα, είναι περισσότερο προϊόν ευαισθησίας και ως εκ τούτου θα λέγαμε ανήκει στους καλλιτέχνες, στους ονειροπόλους, στους ευαίσθητους, μα πάνω απ’ όλα στους δημιουργούς.  Έτσι λοιπόν, κλείνοντας, αξίζει να τονίσουμε πώς ακόμα και το αίσθημα της φθοράς, της λήθης ή της απουσίας μέσα από την ποιητική φαντασία της Κικής Δημουλά  αποκτά μία αίσθηση υπαρκτότητας, μιας και η ίδια σε ομιλία της για την ποίηση όρισε το ποίημα με το δικό της μοναδικό τρόπο ως δημιουργία, λέγοντας:

«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο