H επίδρασή του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Υπερρεαλισμός είναι μία διαρκής επανάσταση στην ιστορία της τέχνης και όπως γνωρίζουμε όλες οι επαναστάσεις λίγο έως πολύ κυοφορούν μέσα τους το στοιχείο της κοινωνικής και ιστορικής αλλαγής, εκδηλώνοντάς το άλλοτε με βίαιο και άλλοτε με ειρηνικό τρόπο. Άλλωστε και η τέχνη, μέσα στην οποία εμπεριέχεται και το κίνημα του υπερρεαλισμού, ετυμολογικά παράγεται από το ρήμα «τίκτω» που σημαίνει γεννώ, φέρω στον κόσμο.

Η τέχνη είναι λοιπόν, όπως θα δηλώσει ο Ελύτης το 1945 σε κείμενό του στο περιοδικό Νέα Εστία – ενδεχομένως επηρεασμένος από τους Γάλλους υπερρεαλιστές – ακόμη και η πιο ισορροπημένη, ακόμη και η πιο κλασική, μία επανάσταση. Μία επανάσταση που κάνει τον καλλιτέχνη να προχωράει αποσπασμένος πέρα από κάθε ατομικό ή ταξικό συμφέρον και προβάλει ως κριτήριο το ήθος της αφιλοκέρδειας. Ένα ήθος που κάνει ένα πνευματικό άνθρωπο να θεάται θα λέγαμε τον κόσμο μέσα από την κατανόηση μίας βαθιάς και ουσιαστικής οικουμενικότητας.

Βέβαια ο Ελύτης, αν και σαφώς επηρεασμένος από τους προδρόμους του υπερρεαλισμού όπως τον Ρεμπώ, τον Λωτρεαμόν, αλλά και αργότερα από τον Πωλ Ελυάρ, θα γράψει στο ίδιο άρθρο πως η αδεξιότητα των υλιστών θα ντύσει την αφιλοκέρδεια με αδιαφορία για τον άνθρωπο, αριστοκρατισμό και απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Καταλήγοντας έτσι, πως η Τέχνη για την Τέχνη – η οποία αποτελεί μία από τις βασικές αρχές του Υπερρεαλισμού – είναι απλώς ένα ατυχές σχήμα λόγου, μιας και καμία εκδήλωση της ζωής δεν είναι αυτόνομη. Όλες βρίσκονται σε απόλυτη συνάρτηση ανάμεσά τους, υπάρχουν το ένα χάρη στο άλλο και με την αμοιβαιότητα της λειτουργίας τους συναποτελούν ό,τι εμείς ονομάζουμε ζωή.

Πολύ ορθά λοιπόν ο Γιάννης Η. Ιωάννου, Καθηγητής Γαλλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας, στο έργο του «Οδυσσέας Ελύτης, Από τις καταβολές του Υπερρεαλισμού στις εκβολές του μύθου» θα τονίσει πως: «Ο Ελύτης δεν προσχώρησε στον Υπερρεαλισμό, αλλά εμπνεύστηκε ή επηρεάστηκε από μία ολόκληρη επαναστατική γενεαλογία  Γάλλων ποιητών που προετοίμασαν την εμφάνιση του κινήματος, μία γενεαλογία που έχει αφετηρία τα έργα του Ρεμπώ και του Λωτρεαμόν…» 

Εξάλλου ο Ελύτης στην εισαγωγή του στη «Δεύτερη Γραφή» θα δηλώσει για τον Αρθούρο Ρεμπώ: [Από τους «πατέρες» όπως τους ονόμασα πριν, ο Ρεμπώ εξακολουθεί αναμφισβήτητα να είναι ο μεγαλοφυέστερος (μαζί με τον Γερμανό Χαίλντερλιν) ποιητής που εγνώρισαν ποτέ τα Ευρωπαϊκά Γράμματα].

Στην μεταπολεμική περίοδο οι Έλληνες καλλιτέχνες θα προσαρμόσουν ορισμένα στοιχεία του υπερρεαλισμού κυρίως στη δική τους ιδιοσυγκρασία, δηλαδή από μία σκοπιά όχι κοινωνική αλλά κυρίως ατομιστική, μιας και εξέλιπε το πνεύμα ενός οργανωμένου ομαδικού κινήματος.

Για τον Ελύτη τόσο ο Θεόφιλος όσο και ο Μακρυγιάννης, στα κείμενά του ενσαρκώνουν την ελληνική ψυχή, κατορθώνοντας έτσι να ταυτίσει τον υπερρεαλισμό με τις διαχρονικές λαϊκές καταβολές.

Οι Έλληνες καλλιτέχνες υπερρεαλιστές επηρεάζονται από το παράλογο της αρχαίας τραγωδίας και τη μαγεία της δημιουργικής φαντασίας μέσα από την ελληνική μυθολογία.

Ο ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος (1907 – 1985) ήδη από την περίοδο του μεσοπολέμου, αλλά και αργότερα σε πολλούς πίνακές του όπως: Το πνεύμα της μοναξιάς, 1939 – Ομηρικό με τον ήρωα, 1938 – Σύνθεσις, 1939 – Ήρωες, 1950 – Θησέας και Μινώταυρος, 1960 κλπ., θα εκφράσει ένα ελληνοκεντρικό σουρεαλισμό, ο οποίος προσπαθεί να συνενώσει την ελληνική μυθολογία με την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αποφεύγοντας να βαδίσει έτσι επάνω στις ράγες ενός γνήσιου ανατρεπτικού σουρεαλισμού ο οποίος εκφράζει τις πολλαπλές εκδοχές του ατομικού υποσυνείδητου αποδομώντας τις όποιες βεβαιότητες. Ενώ η υπερρεαλιστική του γραφή, μέσα στην εποχή της μεταξικής δικτατορίας, αλλά και αργότερα, λειτουργεί κυρίως ανατρεπτικά, υμνώντας την αέναη συνειδησιακή επανάσταση εναντίων της επιβολής κάθε καταπίεσης.

Ιδού μερικοί στίχοι από το ποίημά «Μπολιβάρ» το οποίο έγραψε κατά την διάρκεια της ελληνικής κατοχής το χειμώνα του 1942-1943 και αναφέρεται στα απελευθερωτικά κινήματα των λαών της Νότιας Αμερικής από τους Ισπανούς, μέσα από την δράση μίας ηγετικής μορφής που είναι ο El Libertador, δηλαδή Ελευθερωτής Σιμόν Μπολιβάρ:

 «…Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
            Μπολιβάρ, γιατί ως να ‘ρθεις η Νότια Αμερική ολόκληρη
            ήτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
            Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική,
            και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
            Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Oρινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
            Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
            Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου…»

Στην ποίηση του ο Ανδρέας Εμπειρίκος (1901 – 1975) ο οποίος συνδέθηκε άμεσα με τον κύκλο των υπερρεαλιστών κατά την περίοδο της παραμονής του στο Παρίσι από το 1926 έως το 1931, θα αποτελέσει τον κύριο εισηγητή του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Ενώ από το σύνολο του έργου του, κυρίως η πρώτη του ποιητική συλλογή «Υψικάμινος, 1935» ένα έργο χωρίς προφανή λογικό ειρμό, μιας και ακολουθεί τις επιταγές τις αυτόματης γραφής, όπου η εκφραστική δύναμη της καθαρεύουσας ενισχύει τις λέξεις, ενώ συχνά η μία λέξη εξοντώνει την άλλη, όπως για παράδειγμα στο κείμενο «Τα σπιρούνια των κοριτσιών και η ταχύτις των υδάτων» θεωρείται το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό ποιητικό έργο στην Ελλάδα, για το οποίο όμως του ασκήθηκε έντονη πολεμική κριτική ακόμη και από γνωστούς λόγιους της εποχής, μιας και υπήρχε άγνοια περί των βασικών θέσεων του υπερρεαλιστικού κινήματος.

Το έργο αρχικώς κυκλοφόρησε σε διακόσια πενήντα αντίτυπα και όπως θα δηλώσει ο Εμπειρίκος το 1967 με μία δόση πικρίας, εξαντλήθηκε όχι από ενδιαφέρον, αλλά διότι θεωρήθηκε ένα βιβλίο σκανδαλώδες, από ένα παράφρονα.

Ο Ιταλός ερευνητής της νέας ελληνικής λογοτεχνίας Μάριο Βίττι στο έργο του  (Η γενιά του τριάντα – Ιδεολογία και Μορφή) θα τονίσει πως: (στον Υπερρεαλισμό όπως τον εφαρμόζει ο Εμπειρίκος στο «Υψικάμινος»…οι λέξεις διεκδικούν την ανεξαρτησία τους απέναντι στη συνηθισμένη λογική που αποβλέπει στο «νόημα» υποτάσσονται όμως στην αφηρημένοι και αυστηρή λογική της συντακτικής δομής).

Από την άλλη ο Νίκος Γκάτσος (1911 -1992) στη μοναδική του ποιητική σύνθεση «Αμοργός» την οποία εξέδωσε το 1945, επηρεασμένος από την δημοτική ισπανική ποίηση του Φρειδερίκου Γκαρσία Λόρκα, παντρεύει στοιχεία υπερρεαλισμού με την δημοτική ποίηση.

Ιδού μερικοί στίχοι από το προτελευταίο ποίημα αυτή της ποιητικής συλλογής με τίτλο «Ο ιππότης κι ο θάνατος» (1513):

            «…Μα συ θα μένεις ακίνητος
            Με του Ακρίτα τ᾿ άλογο και το κοντάρι τ᾿ Αη-Γιωργιού θα ταξιδεύεις στα χρόνια
           Ένας ανήσυχος κυνηγός απ᾿ τη γενιά των ηρώων
           Μ᾿ αυτές τις σκοτεινές μορφές που θα σε παραστέκουν αιώνια
           Ώσπου μια μέρα να σβηστείς και συ παντοτινά μαζί τους
           Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιά μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
           Ώσπου και πάλι στις σπηλιές των ποταμιών ν᾿ αντηχήσουν
           Βαριά σφυριά της υπομονής
            Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιά
            Αλλά για κλαδευτήρια κι αλέτρια…»

Πολύ ορθά λοιπόν ο Μάριο Βίττι θα διαπιστώσει σχετικά, πως ο Υπερρεαλισμός θα φτάσει στην Ελλάδα ακρωτηριασμένος. «Μόνο σαν ατομική επανάσταση, απελευθέρωση των υποσυνείδητων δυνάμεων, επιβολή του ονείρου, ενώ το πρόγραμμα της κοινωνικής επανάστασης μένει στο σκοτάδι».

 

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο

error: