Η Αλεξανδρούπολη με το Βλέμμα στο Μέλλον (5): «Δήμος και Δημότες τον 21ο Αιώνα»

Σκέψεις και προτάσεις για τη σχέση και τον ρόλο Δήμου – Δημοτών.
Του Χατζόπουλου Ορέστη, υποψήφιου Δημ. Συμβούλου με την παράταξη «Δήμος για Όλους – Πρώτα ΕΣΥ!»

«Η πόλη είναι… η πιο επιτυχημένη προσπάθεια του ανθρώπου να ανακατασκευάσει τον κόσμο στον οποίο ζει ώστε να συμφωνεί περισσότερο με τις επιθυμίες της καρδιάς του».

Robert E. Park (1864-1944), αστικός κοινωνιολόγος, “Σχολή του Σικάγου”

Η συγκρότηση του ανθρώπου σε οργανωμένες κοινωνίες σηματοδότησε μια θεμελιώδη αλλαγή στην μετέπειτα πορεία της ανθρωπότητας. Αυτή η τάση ενισχύθηκε περαιτέρω με αποτέλεσμα την δημιουργία των πόλεων, οι οποίες, ήδη από την αρχαιότητα, αποτέλεσαν την βασική δομή οργάνωσης της κοινωνίας.

Η αρχαία πόλη στη Ελλάδα μάλιστα ήταν αυτή που εισήγαγε την ιδέα της δημοκρατίας και της ενεργούς συμμετοχής του πολίτη στα κοινά, μέσα από θεσμούς και διαδικασίες (π.χ. Εκκλησία του Δήμου), αναβαθμίζοντας τον ρόλο του στην κοινωνία και προσδίδοντας εν τέλει, σύμφωνα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, νόημα στην ίδια την ύπαρξη του ατόμου, καθότι αυτό (κατά τον ίδιο) δεν ενυπάρχει εγγενώς στο άτομο αλλά αντίθετα δημιουργείται μέσα από τέτοιες συλλογικές διεργασίες[1].

Ως προέκταση αυτού, ο Δήμος, πέραν του ρόλου του ως διοικητικής δομής που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων (στον βαθμό που του επιτρέπει το πεδίο των αρμοδιοτήτων του), αποτελεί παράλληλα τον τόπο όπου εκδηλώνονται και αναπτύσσονται όλες οι εκφάνσεις της ανθρώπινης υπόστασης, ήτοι η πολιτική (συμμετοχή στα κοινά), η πολιτισμική (τέχνες) η οικονομική (επιχειρηματική δραστηριότητα) και η κοινωνική (επικοινωνία και αλληλεπίδραση). Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση Δήμου και Δημότη είναι μια σχέση αμφίδρομη, όπου το άτομο αποτελεί δέκτη αλλά και τροφοδότη όλων των διαδικασιών που συντελούνται εντός της πόλης.

Η Αλεξανδρούπολη με το βλέμμα στο μέλλον: προκλήσεις, στόχοι και προτάσεις

Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται ένας εντυπωσιακός κοινωνικός μετασχηματισμός, μέσα από την συγκέντρωση πληθυσμών στα αστικά κέντρα προς αναζήτηση των ευκαιριών που τους παρέχει μία πόλη όπως η εργασία, οι σύνθετες υπηρεσίες, η ψυχαγωγία, κλπ. Αποτέλεσμα αυτού η δημιουργία πόλεων με μέγεθος και οικονομική ισχύ ισοδύναμη μιας ολόκληρης χώρας! Καθόλου υπερβολικός λοιπόν, ο ισχυρισμός ότι «αν ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας των κρατών, ο 21ος θα είναι ο αιώνας των πόλεων»[2].

Εντούτοις, αυτή η συγκέντρωση σε περιορισμένες χωρικά περιοχές συνοδεύεται από προβλήματα που αφενός υπονομεύουν την ποιότητα ζωής που τους προσφέρει το περιβάλλον στο οποίο ζουν (κυκλοφοριακό, ρύπανση, έλλειψη δημόσιων χώρων, κ.ά.), αφετέρου δημιουργούν συνθήκες αποξένωσης (ακόμα και μεταξύ κατοίκων που διαβιούν στην ίδια γειτονιά) όσο και μιας πολιτικής απομόνωσης που μεταφράζεται σε μειωμένο ενδιαφέρον και συμμετοχή του δημότη σε ζητήματα που αφορούν τον Δήμο.

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σε ένα στάδιο μετάβασης από μια μικρού μεγέθους πόλη προς μια μητρόπολη, δεδομένης της πληθυσμιακής της αύξησης (άνω του 20% ανά 10ετία) καθώς και της αναπτυξιακής της προοπτικής λόγω γεωστρατηγικής θέσης. Ως εκ τούτου, τα διλήμματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο Δήμος (τόσο ως πολιτική οντότητα, όσο και ως κοινωνικό σύνολο) είναι πολλαπλά και πολυσύνθετα και έχουν να κάνουν με το ποια θέλουμε να είναι η εικόνα της πόλης μας στο μέλλον. Θέλουμε δηλαδή:

  • μια πόλη απρόσωπη ή μια πόλη με επίκεντρο τον άνθρωπο?
  • μια πόλη που θα στηρίζεται σε «επενδύσεις» αποικιακού τύπου ή θα κινείται στην κατεύθυνση της αειφόρου ανάπτυξης?
  • μια πόλη που θα αποκλείει τους δημότες από τις εξελίξεις ή μια πόλη που θα λειτουργεί ως πρότυπο δημοκρατικής συμμετοχής?

Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα, ο Δανός Jan Gelh, ο αρχιτέκτονας που άλλαξε την όψη της Κοπεγχάγης, είναι ξεκάθαρος: «οι πόλεις δεν πρέπει να σχεδιάζονται για το φαίνεσθαι, αλλά για το ευ ζην των κατοίκων τους… να εξασφαλίζουν δηλαδή μια διαμονή βασισμένη στην ανθρώπινη διάσταση»[3]. Για εμάς εδώ στην πόλη μας, αυτό πρέπει να μεταφράζεται σε πολιτικές που θα στοχεύουν στο α) να προσφέρουν ευκαιρίες για χαλάρωση, άθληση και κοινωνικοποίηση των κατοίκων (πάρκα, γήπεδα, ζώνες για πεζούς κ.ά.), β) να βελτιώνουν τη ζωή στην καθημερινότητά τους («έξυπνες» υπηρεσίες εξυπηρέτησης δημοτών, καθαριότητα και «κυκλική» διαχείριση απορριμμάτων, βιώσιμο σύστημα μετακίνησης βασισμένο στις δημόσιες συγκοινωνίες και στις εναλλακτικές του αυτοκινήτου επιλογές), γ) να διασφαλίζουν καλές συνθήκες διαβίωσης και πρόσβαση για όλες τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες σε αγαθά και υπηρεσίες (άποροι, ΑΜΕΑ, ηλικιωμένοι), και δ) να απελευθερώνουν τις δημιουργικές δυνάμεις του πολιτισμού και της τέχνης για έργα και εκδηλώσεις που θα προσφέρουν ψυχαγωγία, ενισχύοντας παράλληλα την πολιτισμική μας ταυτότητα. Δηλαδή πολιτικές για έναν… «Δήμο για Όλους!».

Πηγή: https://perierga.gr

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ερώτημα, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η ανάπτυξη αποτελεί προϋπόθεση για έναν οικονομικά ισχυρό Δήμο που διασφαλίζει εισόδημα και απασχόληση, κατ’ επέκταση την ευημερία των κατοίκων του. Ως εκ τούτου, ο Δήμος θα πρέπει να δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες ώστε αφενός να προσελκύει επενδύσεις σε τομείς που συνδέονται με την αναπτυξιακή φυσιογνωμία του τόπου μας (πρωτογενής τομέας, ενέργεια, τουρισμός κλπ), αφετέρου να κινητοποιεί το ενδογενές αναπτυξιακό δυναμικό της περιοχής μας, με άλλα λόγια να στηρίζει με στοχευμένες ενέργειες την τοπική επιχειρηματικότητα. Ήδη σε πολλές περιοχές στήνονται αντίστοιχες δομές που θέτουν συγκεκριμένους στόχους, όπως η ανάπτυξη νεοφυών επιχειρήσεων (βλέπε παράδειγμα Δήμου Τρικάλων με την ίδρυση Κόμβου Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας – GiSeMi), και τα καταφέρνουν.

Εδώ βέβαια θα πρέπει να διασαφηνιστεί η στάση του Δήμου σε σχέση με το κομμάτι των επενδύσεων, ειδικότερα αυτών που χαρακτηρίζονται ως «εθνικής σημασίας». Σε αυτό η Δημοτική Αρχή θα πρέπει να έχει ξεκάθαρη θέση: θετική σε όποια επένδυση συνάδει με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης (την ισόρροπη επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης, της περιβαλλοντικής προστασίας και της κοινωνικής συνοχής), και, αντιθέτως, αρνητική σε όποια «επένδυση» δεν πληροί το κριτήριο αυτό. Και αν, κατά το πρόσφατο παρελθόν, θεσμικοί φορείς και τοπική κοινωνία επέδειξαν αξιοσημείωτα αντανακλαστικά, με δράσεις ενημέρωσης που τελικώς οδήγησαν σε αποφάσεις και σειρά από δυναμικές κινητοποιήσεις ενάντια στην καταστροφική για τον τόπο (όπως αποδεικνύεται και σε άλλες περιπτώσεις – βλ. Ολυμπιάδα στην Χαλκιδική) εξόρυξη χρυσού στο Πέραμα, δεν συνέβη το ίδιο και με την σχεδιαζόμενη εγκατάσταση του πλωτού σταθμού υγροποιημένου αερίου (LNG).

Εύλογα λοιπόν διατυπώνεται η απορία γιατί μέχρι στιγμής δεν οργανώθηκε ένας ευρύς δημόσιος διάλογος που θα ενημερώνει πολίτες και θεσμικούς για τα οφέλη του έργου αλλά και τις συνακόλουθες επιπτώσεις του στην τοπική κοινωνία, που θα μπορούσε αργότερα να οδηγήσει ενδεχομένως και στην διεξαγωγή δημοψηφίσματος[4], έστω και συμβουλευτικού χαρακτήρα, όπως εξάλλου προβλέπεται και στον «Κλεισθένη Ι» (Ν.4555/2018, Κεφ. ΄Ζ), που θα αποτυπώνει τη βούληση των δημοτών και θα αξιοποιηθεί ως μέσο πίεσης για την διεκδίκηση κάποιων στοιχειωδών διασφαλίσεων για το περιβάλλον και τα επαγγέλματα που θα επηρεαστούν από την λειτουργία του (αλιεία, τουρισμός κλπ).

Με αφορμή το τελευταίο, οδηγούμαστε στο τρίτο ζήτημα, αυτό της ενεργούς συμμετοχής όχι απλώς ως αναγκαιότητα αλλά ως πολιτικό πρόταγμα. Η τοπική κοινωνία δεν θα πρέπει να παραμένει αποκομμένη από τις τοπικές εξελίξεις ή η συμμετοχή της να περιορίζεται απλώς στην εκλογική διαδικασία κάθε 4 χρόνια, αλλά να επεκτείνεται σε όλα τα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τον Δήμο, από την καθημερινή του λειτουργία μέχρι ζητήματα αναπτυξιακής φύσεως, πολιτισμού, περιβάλλοντος κλπ.

Εμείς πιστεύουμε ότι ο Δήμος οφείλει να λειτουργεί κατά τρόπο που να ευνοεί την συμμετοχή των δημοτών στον σχεδιασμό πολιτικών και την λήψη αποφάσεων. Αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες θέλουμε να συμβάλλουμε στην δημιουργία ενός νέου μοντέλου τοπικής διακυβέρνησης μέσα στο οποίο η φωνή του κάθε δημότη αποκτά αξία. Προς επίτευξη αυτού, το πρόγραμμά μας περιλαμβάνει συγκεκριμένες ενέργειες όπως, μεταξύ άλλων:

  • Ηλεκτρονική Διαβούλευση, η οποία δίνει την δυνατότητα στους δημότες, μέσω ειδικής πλατφόρμας, να συμμετέχουν και να προσφέρουν με ιδέες και προτάσεις επί συγκεκριμένων σχεδιασμών που αφορούν τον Δήμο (για παράδειγμα, μια τέτοια πλατφόρμα έχει δημιουργήσει ο Δήμος Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του Σχεδιασμού για την Βιώσιμη Αστική Κινητικότητα – svakthess.imet.gr/Συμμετέχω-Ενεργά).
  • Ψηφιακός Δημότης, για την αξιολόγηση των υπηρεσιών και για την καταγραφή παραπόνων ή προβλημάτων. Εδώ, μέσω ειδικής εφαρμογής, οι πολίτες θα μπορούν να παρέχουν πρωτογενή πληροφόρηση στον Δήμο αναφορικά με την λειτουργία μιας υπηρεσίας (βαθμός ικανοποίησης, κλπ) ή να ενημερώνουν για τυχόν προβλήματα, υποβάλλοντας σχετικά αιτήματα προς επίλυση, βελτιώνοντας έτσι την καθημερινότητα και επιτυγχάνοντας έναν καλύτερο προγραμματισμό των υπηρεσιών του (η πρακτική αυτή αρχίζει να εφαρμόζεται σε αρκετούς Δήμους με θεαματικά αποτελέσματα).
  • Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση. Αφορά την συμμετοχή στην διαμόρφωση πολιτικών και τον εμπλουτισμό τους με προτάσεις «από τα κάτω», οι οποίες, κατόπιν αξιολόγησης, θα εντάσσονται ως θέματα στην ατζέντα του Δημοτικού Συμβουλίου. Ένα βήμα πιο πέρα, η εισαγωγή αρχών και διαδικασιών συμμετοχικού προϋπολογισμού, η οποία σταδιακά υιοθετείται από πολλούς Δήμους στην Ελλάδα (Αθηνών – βλ. φωτογραφία παρακάτω, Κιφισιάς κλπ) ακολουθώντας το παράδειγμα πολλών ευρωπαϊκών πόλεων. Μέσω αυτού δίνεται η δυνατότητα στον δημότη να εμπλακεί πιο ενεργά στην κατανομή του δημοτικού προϋπολογισμού μέσα από την συμμετοχή του στην διαμόρφωση του ετήσιου τεχνικού προγράμματος, σε συγκεκριμένα θεματικά πεδία του Δήμου (όπως έργα πρασίνου, αναπλάσεις, παρκινγκ, κλπ)
  • Ηλεκτρονική καμπάνια για τον συμμετοχικό προϋπολογισμό στον Δήμο Αθηνών. Πηγή: http://budget.ismart.gr
 «Ο Δήμος είμαστε εμείς!»

Είναι κρίσιμο να αντιληφθούμε ότι ο Δήμος δεν αποτελεί απλώς μια γραφειοκρατική έννοια αλλά ένα ζωντανό, οργανικό, κοινωνικό σύνολο που αναπτύσσεται μέσα από την αλληλεπίδραση όλων των συστατικών του μερών. Πρόκειται δηλαδή για μια ευρύτερη θεώρηση σε ό,τι αφορά την ζωή του ανθρώπου μέσα στην πόλη, μια ζωή που, κατά τον Γάλλο κοινωνιολόγο Henri Lefebvre πρέπει να είναι «λιγότερο αποξενωμένη, περισσότερο εποικοδομητική… και διαλεκτική, ανοιχτή σε διεργασίες, σε αντιπαραθέσεις»[5].

Αυτό φυσικά προϋποθέτει μια διαφορετική αντίληψη του πως διοικείται ένας Δήμος. Μακριά από συγκεντρωτικές, προσωποκεντρικές, αντιλήψεις στη λογική του «L’État, c’est moi» που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια στον Δήμο μας, εμείς πιστεύουμε σε μια άλλη φιλοσοφία, αυτή της πολυσυμμετοχικότητας, του πλουραλισμού και της προσέγγισης «από τα κάτω προς τα πάνω». Οι στόχοι είναι συλλογικοί και η επίτευξή τους (τόσο με όρους ποιότητας ως προς τη διαδικασία όσο και με όρους αποτελεσματικότητας) απαιτεί την συμμετοχή όλων: από τους αιρετούς και την διοίκηση, μέχρι τους φορείς που συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε «κοινωνία των πολιτών» και τον κάθε δημότη ατομικά.

Η διάθεση των πολιτών για περισσότερη συμμετοχή είναι το μεγάλο ζητούμενο. Εξάλλου, ο Δημότης δεν απολαμβάνει μόνο δικαιώματα αλλά φέρει και το «βάρος» της ευθύνης που απορρέει από την ιδιότητά του αυτή. Και είναι ακριβώς η στάση του απέναντι στην κοινωνία και η συμπεριφορά του στην καθημερινή του ζωή που ενσαρκώνει το όραμα για το τι είδους πόλη θέλουμε. Από τις απλές συνήθειες (όπως η τοποθέτηση των σκουπιδιών στο σωστό κάδο ή η συνετή χρήση του αυτοκινήτου του) μέχρι την συμμετοχή του σε εθελοντικές ομάδες κοινωνικού, πολιτιστικού, περιβαλλοντικού κλπ ενδιαφέροντος, μπορούν να γίνουν φορείς κοινωνικής αλλαγής. «Να αλλάξουμε τους εαυτούς μας για να αλλάξουμε την κοινωνία!» για να δανειστώ ένα παλιό αλλά διαχρονικό σύνθημα του Μάη του “68. Το πεδίο δράσης είναι απεριόριστο! Ένα παράδειγμα τέτοιας αλλαγής που εντοπίζεται σε αρκετές πόλης της Ευρώπης είναι εκείνο της συνεργασίας τοπικών οργανώσεων αλληλεγγύης με σούπερ μάρκετ, όπου τα τελευταία τους παραδίδουν τα προϊόντα που είναι να λήξουν και αυτές με τη σειρά τους τα προμηθεύουν στις δομές κοινωνικής στήριξης.

Βέβαια, για να τα πετύχουμε όλα αυτά πρέπει πρώτα να μάθουμε να αγαπήσουμε την πόλη μας… να την αγαπήσουμε με έναν «τρόπο ερωτικό», όπως ακριβώς ο Περικλής προέτρεπε τους Αθηναίους: «ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς» (Περικλέους Επιτάφιος)[6]. Μπορούμε?

Αλεξανδρούπολη, 15/05/2019

———————

[1] Σχετικά, μπορεί να ανατρέξει κανείς σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις», διαθέσιμη στο https://vimeo.com/24953161.

[2] Γαλδαλάς, Ά. «Smart Cities: Eχουν και οι πόλεις IQ;», άρθρο δημοσιευμένο στο Βήμα, 19/11/2017.

[3] Στη Γιούτα, Α. «Ο Γιαν Γκιλ περιγράφει τις ανθρώπινες πόλεις», ΤΕΧΝΟ 12/463, 15/05/13. [4] Επ’ αυτού βλ. επίσης ένα ενδιαφέρον άρθρο του Δημ. Μακροδημόπουλου με τίτλο «Γιατί η Τοπική Αυτοδιοίκηση φοβάται τη Δημοκρατία?», Παρατηρητής της Θράκης 08/03/2016,  www.paratiritis-news.gr/article/178716/Giati-i-Topiki-Autodioikisi-fobatai-ti-Dimokratia.

[5] Στον Harvey, D. «Εξεγερμένες Πόλεις», 2013, σελ 13. Αναλυτικά, βλ. Μαυρίδη Σ. «Το Ανθρώπινο δικαίωμα στην Πόλη», Academic Journal of Education and Social Sciences, Vol. 2, No. 2, 12/2014, http://hrmars.com/hrmars_papers/ The_Human_Right_to_the_City.pdf.

[6] Γιατρομανωλάκης, Γ. «Οι εραστές του Δήμου», άρθρο δημοσιευμένο στο Βήμα, 22/02/2014.

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο

error: