Βαταμιδης

Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Μάνα Κουράγιο». Δοκιμασία δίχως ήρωες

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο κόσμος δεν διψούσε για καλοσύνη, διψούσε για αίμα. Ο κόσμος πάντα θα  διψάει για εκδίκηση και για αίμα. Μα για τους θεατές η εξιλέωση κρύβεται στο ξεκαθάρισμα των λογαριασμών – ίσως με κάποιες συνέχειες. Κρύβεται στο αίσιο τέλος μίας περίπλοκης ή και γελοίας υπόθεσης,   τραβηγμένης θα λέγαμε από τα μαλλιά από μέρους του σκηνοθέτη, που πάντα θα χρησιμοποιεί τον πρωταγωνιστή στο ρόλο του καλού ήρωα ή αν πρόκειται για πολεμική ταινία στην επιστροφή του στην οικογενειακή εστία ή για λίγο περισσότερο μελόδραμα σε κάποιο απρόσμενο τέλος του ήρωα και ένα στημένο  ανδριάντα στο κέντρο ενός πάρκου που πήρε το όνομά του (όπως στις περισσότερες μελοδραματικές ταινίες του Χόλυγουντ που επενδύουν πάντα στον υπερβάλλον συναισθηματισμό του φιλοθεάμονος κοινού) έτσι, για να μας θυμίζουν πάντα (κάθε φορά δηλαδή που βλέπουμε και ξαναβλέπουμε την ίδια ταινία) το πόσο ξεχωριστή και ηρωική φυσιογνωμία υπήρξε ο μακαρίτης.

Για τον Γερμανό όμως δραματουργό, σκηνοθέτη και ποιητή, Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 – 1956) ο ήρωας δεν είναι καθόλου μία ξεχωριστή προσωπικότητα. Απλώς, όταν δεν πρόκειται για κοινονικοαπελευθερωτικούς πολέμους, εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, η οποία βρίσκεται πίσω από κάθε πόλεμο και συνήθως παίρνει το μεγάλο κομμάτι της κερδισμένης πίττας. Έτσι, αν είναι τυχερός και φέρει εις πέρας τον αντικειμενικό σκοπό εις τον οποίο ετάχθη από τους ανωτέρους του, χωρίς να πέσει επάνω σε κάποιο σπαθί ή βόλι του εχθρού, ηρωοποιείται. Σε αυτό ακριβώς όμως το σημείο για τον Μπρεχτ οι έννοιες άνθρωπος και ήρωας αλληλοαναιρούνται. Εκεί που υπάρχει ο ήρωας δεν υπάρχει πια ο άνθρωπος. Στο θεατρικό του έργο «Η ζωή του Γαλιλαίου, 1937» ο Μπρεχτ απαντά μέσα από το στόμα του προταγωνιστή: «Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες!» θέλοντας να τονίσει πως οι χώρες που έχουν ανάγκη από θρύλους και όχι από ανθρώπους για να ορθοποδήσουν είναι αξιοθρήνητες.  

Η αντεστραμμένη αντανάκλαση της ανθρωπότητας που είναι ο πόλεμος, δεν είναι παρά η αναίρεση του ίδιου του ανθρώπου. Ακόμη και του καλουπωμένου ανθρώπου που είναι έτοιμος για τα πάντα, υπάκουος σε κάθε διαταγή, ακόμη και να σκοτώσει. Αρκεί να έχει πάρει έγκριση από άνωθεν, από τους πολιτικούς και θρησκευτικούς του ηγέτες. Τότε ο πόλεμος δεν είναι παρά μία γιορτή. Για τον Μπρεχτ όμως οι συμφορές του πολέμου οφείλονται στην δική μας κρίση. Στο θεατρικό έργο του «Η ανάκριση του Λούκουλλου, 1939» ο κριτής των νεκρών απαντάει στον Λούκουλλο: «κριτές του πολέμου είναι οι μανάδες των σκοτωμένων στρατιωτών».

Εξάλλου οι μανάδες που περιμένουν με αγωνία και δάκρια τα παιδιά τους να γυρίσουν από τον πόλεμο είναι πολλές στα θεατρικά έργα του Μπρεχτ.

Το 1939, αυτοεξόριστος στη Σουηδία, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ αρχίζει να γράφει το αντιπολεμικό θεατρικό του έργο «Μάνα Κουράγιο» με τον υπότιτλο «Ένα χρονικό από τον Τριακονταετή Πόλεμο» το οποίο έμελλε να κάνει πρεμιέρα στη Γερμανία μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1949.

Η Μάνα Κουράγιο είναι ένα Μπρεχτικό πρόσωπο με πολλές αντιφάσεις.  Είναι και Μάνα και εμπόρισσα που ακολουθεί το στράτευμα με το κάρο της, πουλώντας προμήθειες και ποτό για τους στρατιώτες. Κατά την διάρκεια των δώδεκα χρόνων στα οποία διαδραματίζεται το έργο, η «Μάνα Κουράγιο» ζει από τον πόλεμο. Έχει τρία παιδιά από διαφορετικούς πατέρες, όμως στην πορεία θα χάσει και τα δυο της αγόρια στον πόλεμο. Η μουγκή κόρη της Κατερίνα πεθαίνει και αυτή χτυπημένη από σφαίρα καθώς προσπαθεί μ’ ένα τύμπανο να στείλει μήνυμα στην πόλη Χάλλε για μια επερχόμενη επίθεση. Η Μάνα Κουράγιο απομένει μοναχή της με τον αραμπά της, γριά, ωστόσο αποφασισμένη να συνεχίσει το εμπόριό της.

Η «Μάνα Κουράγιο» είναι γυναίκα του λαού. Αυτή η λαϊκή σοφία δεν της επιτρέπει να βλέπει τα πράγματα έξω από την αισθητή πραγματικότητα. Δεν επαναπαύεται στα μεγάλα λόγια και τους ηρωισμούς. – στο λοχία, που μιλώντας για τον πατέρα του γιου της Άιλιφ λέει: «Πέθανε σαν γενναίος, το είπες και μόνη σου» εκείνη απαντάει «Πέθανε αυτό είναι όλο». Παρόλα αυτά ζει από τον πόλεμο, επομένως και τον ηρωισμό. Έτσι, ο λοχίας (υπεύθυνος της επιστράτευσης) θα της αντιτάξει: «Θέλεις να ζήσεις από τον πόλεμο, τους δικούς σου όμως να τους κρατήσεις απόξω, έτσι; […] Σα θέλεις απ’ τον πόλεμο να ζήσεις, τον οβολό σου μην του τόνε στερήσεις». Και τα δέχεται όλα: «Αν τολμήσω και σηκώσω κεφάλι, θα κάνω ζημιά στη δουλειά μου» λέει, και τραγουδάει το Τραγούδι της μεγάλης συνθηκολόγησης.  Ενώ στην κορυφή της εμπορικής σταδιοδρομίας της θα πει: «Όχι, δε σας αφήνω να μου κακολογάτε τον πόλεμο. Λένε βέβαια ότι εξοντώνει τους φτωχούς, μα ετούτοι δε την γλιτώνουν ούτε στην ειρήνη. Μονάχα ο πόλεμος βάζει τάξη στα πράγματα». Όμως αυτή η υποτακτική αποδοχή της «Μάνας Κουράγιο» δίνει ουσιαστικά στο όνομα Κουράγιο μία διάσταση ειρωνική.

Έτσι πολύ ορθά ο Γάλλος κριτικός και συγγραφέας Μπερνάρ Ντορτ στο δοκίμιο του «Ανάγνωση του Μπρεχτ» θα σημειώσει πως η Μάνα Κουράγιο δεν έχει καταλάβει τίποτα για όσα συμβαίνουν γύρω της. Πιστεύει πως μπορεί ατιμώρητα να είναι συγχρόνως και Μάνα (μάνα του Άιλιφ, του Σβάιτσερκαζ – που θα τον χάσει παζαρεύοντας μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω τα λίτρα που θα τον έσωναν – καθώς και της Κατρίν, που κι αυτή θα πεθάνει εξαιτίας της) και Κουράγιο (που θα πει αυτή που φοβάται μη χάσει τ’ αγαθά της και θέλει με κάθε θυσία να διατηρήσει και να τα αυξήσει). Προσπάθεια παράλογη που στο τέλος θα της στοιχίσει και τα παιδιά της και τ’ αγαθά της και τη διορατικότητά της: Όταν τελειώνει το έργο η Μάνα Κουράγιο έχει απομείνει μόνο Κουράγιο (μία κουράγιο κατεστραμμένη, γερασμένη, καμπουριασμένη από το βάρος των χρόνων και του πολέμου που δεν λέει να τελειώσει) μολονότι νομίζει πως είναι πάντα Μάνα.[…] Όπως γράφει γι’ αυτήν ο Μπρεχτ: «Διαβλέπει τον καθαρά εμπορικό χαρακτήρα του πολέμου. Ακριβώς αυτός την ελκύει. Θα πιστεύει στον πόλεμο ως το τέλος. Δεν της περνάει από το μυαλό ότι για να κόψει κανείς το μερτικό του από τον πόλεμο θέλει μεγάλο μαχαίρι».   

Η αδυναμία της να υπερβεί τις αντιφάσεις της θα την οδηγήσουν αναπόφευκτα στον διχασμό, δεν μπορεί να κατέχει πια τις δύο θεμελιώδεις ιδιότητές της, να είναι και Μάνα και Κουράγιο. Εξαιτίας του πολέμου χάνει όλα όσα είχε, όσα την συναποτελούσαν. Όπως θα σημειώσει ο Μπερνάρ Ντορτ ο διχασμός κατέληξε σε ακρωτηριασμό.

 

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο