Διαγωνισμός Διηγήματος

Ζαφείρι Μαδαγασκάρης

ΑΝΑΣΤΑΣIΑ ΚΑΤΣIΚΑ

Ζαφείρι Μαδαγασκάρης

Κρύα, σκληρά, άχρωμα. Ποτέ δεν του άρεσαν τα διαμάντια. Στέκεται ακίνητος στο βάθος του μαγαζιού, με τα βελούδινα κουτάκια ανοιχτά μπροστά του. Ο έμπορος κοιτάζει ανήσυχος δεξιά – αριστερά. Τα χρυσά γυαλιά του έχουν θαμπώσει. Δεν ξέρει τι άλλο να του δείξει. Στο τέλος σκύβει, βγάζει μια μαύρη θήκη από το τελευταίο συρτάρι και την ανοίγει αργά. Το δαχτυλίδι με τη σκαλιστή γαλάζια πέτρα μαζεύει όλο το φως πάνω του.

«Ζαφείρι Μαδαγασκάρης», μουρμουρίζει ο έμπορος. Γαλάζιο εκτυφλωτικό. Τα μάτια της. Βουτιά σε εξωτικά νερά. Όνειρα.

Το πρωί, δεν μπορεί ν’αφήσει το δαχτυλίδι στην εργένικη γκαρσονιέρα του. Το κρύβει στην πλαϊνή τσέπη του στρατιωτικού παντελονιού του. Κλείνει με προσοχή το φερμουάρ. Το βάρος του απολαυστικό καθώς περπατάει.

Βαδίζει μόνος στην όχθη του ποταμού. Οι μπότες του βουλιάζουν στις λάσπες. Φτερουγίσματα πουλιών, θόρυβοι από μικρά ζώα που τρέχουν κυνηγημένα. Τα νερά του Έβρου κατρακυλούν φουσκωμένα. Μια καινούρια μέρα αρχίζει.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου διαπερνούν την πράσινη ομπρέλα των φύλλων. Το βάρος του δαχτυλιδιού τον ακολουθεί ηδονικά σε κάθε βήμα. Με τα κιάλια κοιτάζει μακριά. Ούτε βάρκα, ούτε σωσίβιο.

Έχει πια απομακρυνθεί αρκετά από το φυλάκιο. Ελέγχει τις φωτοβολίδες και το κουτί με τις πρώτες βοήθειες. Τα πόδια του χώνονται βαθιά στις λάσπες.

«ΜΑγικό ΔΑχτυλίδι ΓΑλάζιο ΣΚΑλιστό για τη ΡΗνα μου», μουρμούριζε. «ΜΑ-ΔΑ-ΓΑ-ΣΚΑ-ΡΗ», λέει και δίνει ρυθμό στα βήματά του. Δεν του αρέσει που είναι μόνος.

Σε κάθε στροφή παραμονεύουν σκιές. Ανθρώπινες ομάδες με βρώμικα ρούχα και πεινασμένα μάτια. Άνδρες με σάκους και κουβέρτες. Γυναίκες με μαντίλια και κρυμμένα πρόσωπα. Παιδιά σιωπηλά, με κοκαλωμένο βλέμμα. Βυθισμένες βάρκες και ψεύτικα σωσίβια.

Το δαχτυλίδι τρίβεται στο γόνατό του. Με τη Ρήνα στη Μαδαγασκάρη. Οι ρυτίδες σχηματίζουν βεντάλια στα μάτια του. Δώδεκα μοίρες κάτω από τον Ισημερινό, στην Αφρική. Τα αφρισμένα νερά του Ινδικού. Άρωμα βανίλιας και γεύση από κακάο. Ρύζι και ζαχαροκάλαμα. Αιώρες μπλεγμένες με μπαομπάμπ. Ανήσυχα πουλιά και τολμηρά λουλούδια. Το καταγάλανο φως στο χέρι της, η αγάπη τους.

Τα μαύρα πουλιά κάνουν κύκλους πάνω από το κεφάλι του. Σημαδεύουν με το ράμφος, κατεβαίνουν κατακόρυφα, βουτούν στα νερά του ποταμού κι ανεβαίνουν ψηλά. Στις γκριζοπράσινες όχθες οι κορμοί μένουν ασάλευτοι. Τον παραμονεύουν.

Κοιτάζει προσεκτικά. Ένας πεσμένος κορμός γεμάτος ξερά φύλλα και κλαδιά. Κάτι σκούρο και κάτι πορτοκαλί. Πλησιάζει. Ένας σάκος κι ένα αθλητικό παπούτσι. Το άψυχο σώμα του άντρα, μπρούμυτα. Πολλά μαύρα μαλλιά, πράσινο μπουφάν και γκρίζα φόρμα. Το σωσίβιο σκισμένο, μπλεγμένο στα κλαδιά, δεν αφήνει τα νερά να τον παρασύρουν.

Ρίχνει βιαστικά δυο φωτοβολίδες, τη μια πίσω από την άλλη. Αρπάζει το σακίδιο. Το παπούτσι στροβιλίζεται. Ελάτε γρήγορα, ελάτε γρήγορα. Βηματίζει πάνω κάτω, γυρίζει την πλάτη στον ποταμό και με τη μπότα σκάβει το υγρό χώμα. Ένα μοναχικό πουλί κρύβεται στη σκιά. Οι ακτίνες κυνηγούν την ομίχλη.

Η ομάδα φτάνει. Ανοίγουν το φορείο, σέρνουν, γυρνούν, σκεπάζουν, μεταφέρουν αμίλητοι, συντονισμένοι κι αποτελεσματικοί. «Πολύ νέος, παλικάρι», ακούει τον αρχηγό να λέει. Κουνάει το κεφάλι πάνω- κάτω. Λέξεις στριμώχνονται στο λαιμό του και μένει αμίλητος.

Του αφήνουν το σακίδιο να το μεταφέρει στο φυλάκιο και φεύγουν. Κάθεται βαριά στο χώμα. Προσπαθεί να πιάσει το όνειρο από κει που τ’ άφησε. Ασύμμετρες δυνάμεις παραμορφώνουν τώρα τη γη. Ο ισημερινός δεν την κόβει πια στα δυο. Η βανίλια χάνει σιγά-σιγά το άρωμά της. Το κακάο μυρίζει πετρέλαιο. Πουλιά και φρούτα φαγώθηκαν ένα- ένα. Δάκρυα με πικρή γεύση κατρακυλούν. Ο Έβρος ζαρώνει τα φρύδια. Κι αυτός πολύ νέος θυσιάστηκε.

Σηκώνεται και πλένει το πρόσωπο και τα χέρια στα νερά του θεού ποταμού. Ανοίγει αργά το ξένο σακίδιο. Λίγα ρούχα διπλωμένα με φροντίδα. Σαγιονάρες και τριμμένες κάλτσες. Φτηνά ξυριστικά, ο νυχοκόπτης, το ψαλιδάκι και η πλαστική θήκη με τις φωτογραφίες.

Η μάνα με σταυρωμένα τα χέρια, ο πατέρας μικρόσωμος και ζαρωμένος, τα μικρότερα αδέλφια. Ένα χαμηλό σπίτι με λίγες γλάστρες και τελευταία η αγάπη. Το κορίτσι με τα μαύρα μαλλιά και τα τόξα για φρύδια. Η ομορφιά να κολλάει σα μέλι. Τα χέρια τους σφιχτοδεμένα και το δαχτυλίδι να λάμπει. Η φωτογραφία είναι ασπρόμαυρη. Δε διακρίνει το χρώμα της πέτρας.

Πετάγεται επάνω. Ανοίγει το βελούδινο κουτί. Ζαλίζεται από το χρώμα. Σέρνει το δαχτυλίδι πάνω στα σκληρά γένια του. Το χέρι της Ρήνας, το χάδι, ο έρωτας. Ψάχνει το γαλάζιο όνειρο.

Περπατάει πάνω κάτω. « ΜΑγικό ΔΑχτυλίδι ΓΑλάζιο ΣΚΑλιστό για τη ΡΗνα μου», φωνάζει ξανά και ξανά.

Ο ήλιος χτυπάει το πρόσωπό του και τα βρεγμένα ρούχα του αχνίζουν. Σηκώνει τα κιάλια. Τα σύννεφα κρέμονται στον ουρανό μοναχικά κι ανέγγιχτα. Δεν του αρέσει που είναι μόνος. Μια μυρωδιά φόβου απλώνεται γύρω του. Τα ζώα κρύβονται στις φωλιές τους. Ο Έβρος τρέχει στον ποταμό κυνηγημένος από τον πατέρα. Συκοφαντημένος βυθίζεται στα νερά του.

Δοκιμάζει το δαχτυλίδι. Είναι πολύ μικρό για το χέρι του. Έτσι μικρή είναι κι η αγάπη. Όλοι κινδυνεύουμε αφού δεν μπορούμε να κρυφτούμε στ’ όνειρό της.

Διαλέγει από τα ξένα ρούχα ένα άσπρο πουκάμισο, γέρνει πάνω σ’ έναν κορμό και το κουρελιάζει. Μακριές, άσπρες κορδέλες. Θέλει να ξορκίσει το κακό. Τις δένει μία- μία στο δέντρο που τα κλαδιά του ακουμπούν στο νερό. Ο ποταμός δε δέχεται την προσφορά του. Αγριεύει και φουσκώνει. Θυμάται μόνο την αδικία, τον πόνο και την απόγνωση.

Μαζί του ξυπνούν κι οι φωνές των άλλων που χάθηκαν προσπαθώντας να βρουν τον καινούργιο δρόμο. Ξεσηκώνονται, διαμαρτύρονται κουνώντας τα άψυχα χέρια τους. Πετάει τα κουρέλια στο νερό. Σχηματίζεται δίνη. Πετάει το σακίδιο. Χορεύει σαν τρελό.

Με το ψαλίδι κόβει τούφες από τα μαλλιά του. Τα προσφέρει σπονδή στον ποταμό μουρμουρίζοντας: «Μαγικό, δαχτυλίδι γαλάζιο σκαλιστό…» Ο ποταμός δεν τα δέχεται. Ανεβαίνει στις όχθες, τον περικυκλώνει. Ο Πόλεμος ρίχνει μια-μια όλες τις χώρες στο πέτρινο γουδί. Ο Έβρος συκοφαντημένος και θυσιασμένος. Η Ειρήνη χαμένη στη σπηλιά.

Βόμβες και σφαίρες. Τρέχουν ανάμεσα στα ερείπια, υποφέρουν. Κυνηγούν μια άλλη μοίρα και βρίσκουν το θάνατο στην ξένη γη.

Η Μαδαγασκάρη ταξιδεύει στα νερά του Ινδικού. Απομακρύνεται από την Αφρική κυνηγημένη από τους καρχαρίες. Οι άνθρωποι-δούλοι σκάβουν με τα νύχια στα ορυχεία για να βρουν το ζαφείρι. Κρύο, άψυχο, σκληρό. Στην παραγκούπολη έσβησε και το τελευταίο φως.

Το ζαφείρι βαραίνει στο χέρι του. Μπαίνει στον ποταμό. Προχωράει αργά. Το δαχτυλίδι τον τραβάει προς τα κάτω. Βυθίζεται. Τα νερά κλείνουν από πάνω του. Ηρεμούν. Το ακουμπάει στο βυθό. Για τελευταία φορά συγκεντρώνει όλο το φως πάνω του. Κατρακυλάει μαζί με το χώμα και τις πέτρες. Αρχίζει το ταξίδι του. Ο Έβρος κλείνει τα μάτια κι ονειρεύεται. Θα φτάσει στην ανοιχτή θάλασσα;

 

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Αναστασία Κάτσικα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα μαζί με τις δύο κόρες της. Είναι δασκάλα και διδάσκει στη δημοτικό σχολείο Βριλησσίων. Εκτός από το βασικό πτυχίο, έχει παρακολουθήσει διετές πρόγραμμα μετεκπαίδευσης στο Μαράσλειο Διδασκαλείο.
Έχει γράψει πολλούς διαλόγους, μικρά και μεγάλα θεατρικά παραμύθια και ιστορίες για να ευχαριστήσει, να διασκεδάσει και να διδάξει τους μαθητές της. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής, με δάσκαλο τον Χρίστο Οικονόμου.

Σχετικά με τον συντάκτη

Η Γνωμη

Η Γνωμη

Γράψτε ένα σχόλιο

error: