Διαγωνισμός Διηγήματος

Εφτά ζωές

ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗ

Εφτά ζωές

Πρώτη

Καθόμουν στον καναπέ. Η γριά μου είχε βγει για ψώνια στην αγορά. Είχε πει θα έπαιρνε λυθρίνια. Το πρωί έβγαλε τρεις ντομάτες από το ψυγείο. Ξερίζωσε δυο κρεμμυδάκια, έκοψε τρεις καυτερές πιπεριές από τη γλάστρα της αυλής κι ένα κλωνάρι ρίγανη από το μπουκέτο που είχε κρεμασμένο ανάποδα για να ξεραθεί. Έλαμπε ο μαρμαρένιος πάγκος, κι όλα τα υλικά μαζί με τα σκεύη μαγειρικής ήταν τοποθετημένα με ακρίβεια το ένα δίπλα στο άλλο.

Σαν βγήκε από το σπίτι, σηκώθηκα κι άρχισα την εξερεύνηση. Έψαξα για φαγητό στα καλάθια των φρούτων κι ύστερα κατέβηκα στην αποθήκη. Σκάλισα τα αποξηραμένα σύκα, έγλειψα το κρασί που έσταζε από το ξυλοβάρελο κι έπαιξα λίγο μ΄ ένα σκόρδο.

Η γριά, όπως όλες τις μέρες γύρισε γρήγορα. Συνήθως ερχόταν φορτωμένη με ένα σωρό τσάντες γεμάτες με πίτες, χουρμάδες, μούρα, πατάτες ή ξερά σύκα. Εκείνη τη μέρα κουβαλούσε μόνο ένα λυθρίνι τυλιγμένο με χαρτί σε σχήμα χωνιού. Η μυρωδιά του φρέσκου ψαριού άρχισε να με βασανίζει. Τρίφτηκα με ευγνωμοσύνη στις γάμπες της γριάς. Εκείνη έσκυψε να μου χαϊδέψει την ουρά και η καμπούρα της σαν να σχημάτισε ένα πέταλο.

«Κάνε υπομονή. Γρήγορα θα φάμε.»

Έβγαλε από το συρτάρι ένα μικρό μαχαίρι με ξύλινη λαβή. Έκανε μια τομή στο ψάρι και έχωσε τα δάκτυλα της στη κοιλιά του. Οκτώ χρόνια τώρα την ήξερα και κάθε χρόνο λες και μεγάλωναν τα χέρια της. Έτσι τραχιά που ήταν η επιδερμίδα, με μακριά δάκτυλα και τρισδιάστατες φλέβες έμοιαζαν παράταιρα σε σχέση με το μικροκαμωμένο σώμα της. Στην προσπάθεια μου να την πείσω να μου δώσει τα σπλάχνα του λυθρινιού σηκώθηκα στα δυο μου πόδια. Εκείνη με έσπρωξε κάτω απαλά.

«Δε σε έχω για τέτοια εσένα. Να περιμένεις να φάμε μαζί.»

Και περίμενα. Σαν τελειώσαμε το φαΐ, η γριά έπλυνε τα πιάτα κι ύστερα κλειδώθηκε στην κάμαρη της. Έβαλα την πατούσα μου κάτω από την πόρτα, έξυσα λίγο τη γωνιά του ξύλου αλλά τίποτα, δεν κατάφερα να την ανοίξω. Σε λίγο πρόβαλε με ένα λευκό μαντίλι στο κεφάλι της κρατώντας ένα πελώριο σάκο. Πήγε στην κουζίνα, έβαλε την τάπα στον νεροχύτη και τον γέμισε με νερό.

Άνοιξε το χάρτινο κουτί και έριξε στο μπολ μου χρωματιστές μπουκίτσες. Έτρεξα προς το μέρος της. Η γριά με χάιδεψε τρυφερά πίσω από τα αφτιά. Δεν πεινούσα πολύ αλλά δεν ήθελα να σταματήσω να τρώω αυτό το καινούριο φαγητό.

Μόνο σαν ένιωσα την κοιλιά μου γεμάτη ανασήκωσα το κεφάλι κι έριξα μια ματιά στο δωμάτιο. Άφαντη η γριά. Έτρεξα να την προφτάσω. Μπήκα στην τουαλέτα, ανέβηκα στο παράθυρο, πέρασα μέσα από τη σκισμένη σίτα και πήδηξα από το περβάζι. Δεν πρόλαβα όμως να γαντζωθώ στον απέναντι φράκτη κι έπεσα στο κενό.

Δεύτερη

Σηκώθηκα ζαλισμένη. Ένιωσα μια αλλόκοτη ανατριχίλα και τράνταξα το σώμα μου μια φορά για να την αποβάλλω. Ύστερα περπάτησα τον δρόμο που οδηγεί στο λιμάνι. Συνάντησα έναν κεραμιδόγατο που προσπάθησε να μου επιτεθεί. Δεν είχα ώρα για μπλεξίματα και ειδικά με αυτόν τον μπουνταλά τον μονομάτη. Συνέχισα ακάθεκτη τη πορεία μου ώσπου έφτασα στον προορισμό μου. Αν και το θαλασσινό νερό πάντα με έλκυε, γιατί όταν το μύριζα ονειρευόμουν ένα σωρό ψάρια και θαλασσινά, γρήγορα διέκρινα τη μυρωδιά της γριάς μου στο τέλος της αποβάθρας.

Ανέβηκαν σε μια βάρκα με τον γιο της και κάποιους άλλους ανθρώπους κι έφυγαν. Έμεινα πίσω να τους κοιτώ να απομακρύνονται. Κάτι μου έλεγε πως η γριά θα πήγαινε μεγάλο ταξίδι. Γιατί όμως δεν με πήρε μαζί της; Μήπως φοβόταν πως δεν θα ήθελα να την ακολουθήσω; Δυο επιλογές είχα. Ή να έπεφτα στο νερό και να την έφτανα κολυμπώντας ή να ταξίδευα με μια άλλη βάρκα.

Παρόλο που σιχαινόμουν την αίσθηση του νερού, έπεσα στη θάλασσα. Κολύμπησα για λίγο ώσπου χωρίς να το καταλάβω με παρέσυρε το ρεύμα προς το μέρος ενός μεγάλου καϊκιού, μπλέχτηκα στην προπέλα της μηχανής του κι έχασα τις αισθήσεις μου.

Τρίτη

Γαντζωμένη πάνω από τη μηχανή του καϊκιού με την προπέλα να στροβιλίζεται μανιωδώς πάλευα να κρατηθώ. Ο θόρυβος της μηχανής, τα κύματα και οι φωνές των επιβατών του πλοίου μου προκαλούσαν υπερένταση. Είχα βραχεί και το πόδι μου πονούσε. Προσπάθησα να πηδήξω στο κατάστρωμα. Σκαρφάλωσα λίγο ακόμα ώσπου ένιωσα να χάνω τις δυνάμεις μου. Δεν ήθελα να πέσω πάλι στο νερό. Πάνω στην απελπισία μου το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να… Να νιαουρίσω. Ήμουν πολύ περήφανη και σιχαινόμουν που έπρεπε να ζητήσω βοήθεια. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Νιαούριζα ασταμάτητα ώσπου με άκουσε τελικά ένα αγοράκι. Σκαρφάλωσε στην κουπαστή και μου άπλωσε το χέρι. Τον κοίταξα τρομαγμένη. Με πλησίασε φιλικά. Πήρα θάρρος από την κίνηση του και προσπάθησα να μετακινηθώ προς το μέρος του. Το πόδι μου αιμορραγούσε. Προσπάθησα να γαντζωθώ από το κάγκελο της πρύμνης. Το αγόρι έγειρε προς το μέρος μου. Πήδηξα με την ελπίδα να προσγειωθώ πάνω στον ώμο του. Το αγόρι γλίστρησε τελικά κι έτσι βρεθήκαμε και οι δυο μέσα στο νερό.

Τέταρτη

Ώρες μετά, το αγοράκι κλαίγοντας, ξέμπλεξε τα πόδια μου από ένα βρόμικο δίχτυ Σαν τα κατάφερε άρχισε να με χαϊδεύει με τα μικροκαμωμένα δαχτυλάκια. Γουργούρισα για λίγο. Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές. Μια τρομαγμένη γυναίκα έτρεξε προς το μέρος μας. Είχα μια παράξενη αίσθηση. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ένιωσα το τρίχωμα μου να ανασηκώνεται. Ένας δυνατός κρότος, καπνός, και σκόνη. Το αγόρι έπεσε στο χώμα. Του έγλειψα το μάγουλο πριν χάσω τις αισθήσεις μου.

Πέμπτη

Όταν άνοιξα τα μάτια μου βρέθηκα σ’ ένα μεγάλο δρόμο. Κόσμος πολύς φώναζε, κάποια παιδιά έκλαιγαν. Έψαξα κάτι να φάω. Μια νεαρή γυναίκα με κοίταξε έντονα. Φοβήθηκα μη μου επιτεθεί. Το μισό της κορμί ήταν ξαπλωμένο πάνω σε μια βαλίτσα και το άλλο μισό στην άσφαλτο. Η γυναίκα έβγαλε ένα κομμάτι ψωμί και μου το πέταξε. Πλησίασα και το μύρισα. Ήταν ξερό. Δεν μου άρεσε μα πεινούσα πολύ. Ένα φορτηγό σταμάτησε μπροστά μου. Δεν πρόλαβα να γλείψω λίγο το τρίχωμα μου και να απομακρύνω τα ψίχουλα από το στέρνο μου. Δεκάδες άντρες με μεγάλα όπλα στα χέρια πήδηξαν από την καρότσα. Το ποδοβολητό από τις χοντρές μπότες σήκωσε σκόνη. Έτρεξα πανικόβλητη προς το δρόμο. Απέφυγα ένα μηχανάκι, ένα μικρό φορτηγό αλλά δεν κατάφερα να ξεφύγω από το πράσινο τζιπ.

Έκτη

Κινήθηκα παράλληλα με την όχθη του ποταμού. Τα εμπιστευόμουν τα ποτάμια περισσότερο από τη θάλασσα. Αν τα ακολουθήσεις θα σε βγάλουν στο σωστό δρόμο. Ώρες μετά συνάντησα μια σαύρα Άφησα την αξιοπρέπεια μου στην άκρη και όρμησα κατά πάνω της. Κρύφτηκε κάτω από ένα ξεραμένο φυτό. Με τα νύχια μου τρύπησα τα καφετιά φύλλα. Η πρασινωπή της ουρά ξεπρόβαλε. Με μια απότομη κίνηση της δάγκωσα το λαιμό. Δεν άργησε να μου παραδοθεί. Έκλεισα τα μάτια κι ονειρεύτηκα πως έτρωγα τα φρέσκα λυθρίνια που έψηνε η γριά. Πήρα δυνάμεις και συνέχισα την πορεία μου. Στο σκοτάδι έβλεπα καλύτερα. Σταμάτησα μόνο για να πιω λίγο νερό από μικρές χωμάτινες λακκούβες. Με την ανατολή του ήλιου κοντά σε ένα πέτρινο σπίτι συνάντησα μια ομάδα ανθρώπων. Οι πιο πολλοί ήταν σκεπασμένοι με χοντρές κουβέρτες. Τα άκρα τους ήταν γεμάτα λάσπη. Νεροχελίδονα και μελισσοφάγοι πετούσαν από πάνω τους. Θαύμασα για λίγο την αψεγάδιαστη χορογραφία της φύσης. Ύστερα πλησίασα τα νεροκάστανα. Πίσω τους ένας νανόκυκνος λίγων εβδομάδων βουτούσε το κεφάλι του στο νερό. Δεν είχα δύναμη μα κάτι μέσα μου με έσπρωξε να βουτήξω στο νερό. Έπεσα κατά πάνω του. Μέσα από τα αγριοκάλαμα ξεπρόβαλλαν απότομα δυο μεγαλύτεροι νανόκυκνοι και μου επιτέθηκαν. Ο ένας με χτύπησε αρκετές φορές με τα φαρδιά φτερά του. Ό άλλος με δάγκωσε στο σβέρκο. Προσπάθησα να πιαστώ από ένα νούφαρο αλλά δεν τα κατάφερα.

Έβδομη

Ένιωσα δυο χέρια να με πιάνουν από την κοιλιά και να με βγάζουν από το νερό. Άνοιξα τα μάτια δειλά. Ήμουν τόσο κουρασμένη που ούτε τα μουστάκια μου δεν μπορούσα να κουνήσω. Τα χέρια με σκούπισαν με ένα μάλλινο σεντόνι. Ύστερα το σεντόνι με τρεις κόμπους έγινε αυτοσχέδια τσάντα. Κρεμάστηκε από τη ράχη του ανθρώπου που με βαριά βήματα συνέχισε το ταξίδι του. Δεν ήξερα που πάμε μα τον εμπιστευόμουν μιας και ακολουθούσε τη ροή του ποταμού. Πέρασαν μέρες και νύχτες. Σχεδόν σε κάθε βήμα συναντούσαμε κι άλλους ανθρώπους. Είχαν γοργό βήμα και καμένα πρόσωπα από τον ήλιο. Κρατούσαν όλοι τσάντες και μπόγους. Ήμουν βέβαιη πως πήγαιναν εκεί που πήγαινε η γριά μου. Ένα βράδυ έφτασε ένα παλιό φορτηγό και μας πήρε. Μετά από λίγες ώρες ένα μεγάλο τρένο όπως εκείνα στο σταθμό του Χαλέπι μας προσπέρασε. Ο θόρυβος του τρένου μπλέχτηκε με ανθρώπινες φωνές. Από την κορφή του λόφου οι άνθρωποι έμοιαζαν με χρωματιστά λουλούδια σπαρμένα στην καταπράσινη πεδιάδα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Έτρεξα με δύναμη κατηφορίζοντας την πλαγιά. Προσπέρασα σκηνές, μάλλινες κουβέρτες, θλιμμένα παιδάκια που συνέχιζαν ακάθεκτα το παιχνίδι τους. Μυρωδιές από ανθρώπινο ιδρώτα ανακατεύτηκαν στα ρουθούνια μου μαζί με βραστά όσπρια, σκόνη και καπνό από τσιγάρα. Έτρεχα όλο και πιο γρήγορα, μακριά από τη φωτιά ή τα ζεστά κάρβουνα ώσπου η μυρωδιά γινόταν όλο και πιο οικεία. Κοντοστάθηκα για λίγο και κοίταξα καθαρά. Με την γνώριμη πεταλωτή καμπούρα της. Με χέρια αταίριαστα σαν δαγκάνες σκουριασμένες. Έτριψε με τα ροζιασμένα δάκτυλα τα μάτια της για να δει καλύτερα. Δεν πρόλαβε να απομακρύνει από τα βλέφαρα τα δάκρυα και τη σκόνη μιας βρέθηκα ανάμεσα στις γάμπες της να γουργουρίζω από χαρά.

 

Βιογραφικό συγγραφέως

Η Ειρήνη Δερμιτζάκη γεννήθηκε το 1982 στη Σητεία. Σπούδασε βιομηχανικό σχέδιο και θέατρο στην Ελλάδα, και κινηματογράφο στο Λονδίνο. Γράφει σε διάφορα ιστολόγια και περιοδικά λογοτεχνίας (maga.gr, idoctv.gr, περιοδικό fresh κ.ά.). Διηγήματά της έχουν εκδοθεί σε συλλογές από τις εκδόσεις Ανάτυπο, Σαΐτα και I-write. Έχει επίσης γράψει διάφορα κείμενα για comics, θεατρικά κείμενα και σενάρια για ταινίες μικρού μήκους. Έχει κερδίσει πέντε βραβεία διηγήματος. Θεατρικά της έργα έχουν ανεβεί σε θέατρα του Λονδίνου και έχουν επιδοτηθεί από το Υπουργείου Πολιτισμού της Μεγάλης Βρετανίας. Το 2013 ίδρυσε με την Μάιρα Στεργίου την θεατρική εταιρία Vertebra.
Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο.

e-mail: www.riraki.com

Σχετικά με τον συντάκτη

Η Γνωμη

Η Γνωμη

Γράψτε ένα σχόλιο