Διαγωνισμός Διηγήματος

Ο Μαρίτσα είχε βαφτεί κόκκινος

Αγγουρούδης Αλέξανδρος

Ο Μαρίτσα είχε βαφτεί κόκκινος

Καλημέρα συνάδελφοι. Για όσους δεν με γνωρίζουν, ονομάζομαι Λεβέντ Καρατζάογλου και μαζί θα κάνουμε την Βυζαντινή Ιστορία του εξαμήνου. Σε αυτήν την πρώτη διάλεξη αποφάσισα να παραβλέψω εντελώς το σημερινό θέμα και αντ’ αυτού να σας διηγηθώ μίαν άλλη ιστορία, προσωπική, αλλά συνάμα και σχετική με την επιστήμη της Ιστορίας και μάλιστα με τον τομέα εξειδίκευσης μου, την Βυζαντινολογία.

Σήμερα μπορεί να κατοικώ εδώ στην Ιστάνμπουλ, αλλά η ιδιαίτερη καταγωγή μου αίρεται από ένα μικρό χωριουδάκι της τουρκοελληνικής μεθορίου, δίπλα στις όχθες του ποταμού Μέριτς. Το όνομα του είναι Σαραϊάκπουναρ. Είχε όμως και ένα παλιότερο όνομα, το Σουρμπ Σιντιί, που στα παλιά τουρκικά σημαίνει ‘η Καταστροφή των Σέρβων’. Πάντα με απασχολούσε αυτό το παράξενο όνομα, γιατί από μικρό παιδάκι με τραβούσε η Ιστορία και η Γεωγραφία. Είχα μάθει πως οι Σέρβοι ζούσαν σε μία εκ των περιοχών της τότε Γιουγκοσλαβίας, την Σερβία. Χιλιόμετρα μακριά! Τί δουλειά είχαν λοιπόν εδώ στην Θράκη μας, Σέρβοι; Πότε πέρασαν από τα μέρη μας; Και τι πάει να πει καταστράφηκαν;

Την απάντηση, μου την έδωσε το πιο αγαπημένο πρόσωπο των παιδικών μου χρόνων. Ο παππούς μου. Από μικρά παιδάκια, ο παππούς μου, μας έλεγε ένα σωρό ιστορίες, για ηρωικές μάχες, πολιορκίες, προδοσίες στο πεδίο της μάχης, βασιλιάδες και πρίγκιπες, θρυλικούς θησαυρούς, κάστρα. Ήταν πολύ μορφωμένος για την εποχή του. Κατάγονταν από πλούσια οικογένεια και έτσι ήταν από τους λίγους που πήγε σχολείο και μάλιστα τελείωσε το λύκειο στην Εντίρνε. Σχεδόν πάντα τον έβλεπες με ένα βιβλίο στο χέρι. Δανειζόταν βιβλία από την βιβλιοθήκη της Εντίρνε, αλλά κυρίως τα αγόραζε. Και τα αγόραζε συνήθως στα επαγγελματικά του ταξίδια, που έκανε στην Ιστάνμπουλ παρέα με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν καπνέμπορος.
Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος μου έλυσε κάθε απορία σχετικά με το παλιό όνομα του χωριού μας:

«Θες να μάθεις γιατί το έλεγαν παλιά Σουρμπ Σιντιί; Κάθισε να ακούσεις μια πολύ ωραία ιστορία, και θα μάθεις γιατί. Μια φορά και έναν καιρό, πολύ παλιά όταν την Ιστάνμπουλ την είχαν ακόμα οι Ρωμαίοι, και οι Οθωμανοί είχαν τότε ακόμα για πρωτεύουσα τους την Εντίρνε, η χώρα έπρεπε να περάσει μια πολύ δύσκολη δοκιμασία. Ενώ ο Σουλτάνος Μουράτ έλειπε στην Ανατόλια με όλον σχεδόν τον στρατό του για να αντιμετωπίσει τους εκεί Πασάδες που είχαν σηκώσει δικό τους μπαϊράκι, έκανε την εμφάνιση του ένας πολυάριθμος στρατός Σέρβων με πορεία προς την Εντίρνε.

Φτάνοντας πολύ κοντά στην πόλη οι Σέρβοι σταμάτησαν για να ανασυνταχθούν, λίγο έξω από ένα σλαβοχώρι, το Τσέρνομεν, που στα σλάβικα θα πει μαύροι άνθρωποι. Το χωριό αυτό σήμερα βρίσκεται στην απέναντι όχθη του Μέριτς, στην ελληνική πλευρά. Οι Έλληνες σήμερα το ονόμασαν Ορμένιο. Εκεί στρατοπέδευσαν λοιπόν οι Σέρβοι, για να ανασυνταχτούν και έπειτα να διασχίσουν τον Μαρίτσα, όπως τον έλεγαν τότε τον Μέριτς. Οι δικοί μας ήταν πολύ λίγοι. Στην πρωτεύουσα υπήρχε μόνο μια μικρή φρουρά 800 μαχητών. Οι Σέρβοι ξέρεις πόσοι ήταν; Κρατήσου μικρέ! 70.000!

Και τί κάνεις σε τέτοιες περιπτώσεις; Το βάζεις στα πόδια; Όχι αν έχεις για αρχηγούς τον Λάλα Σιααχίν Πασιά και τον Γκααζί Εβρενός! Ειδικά αυτός ο Γαζής ο Εβρενός, ο οποίος είχε ρωμαϊκή καταγωγή αλλά και τόση αγάπη και πίστη στον Αλλάχ, ήταν σίγουρος πως 800 πιστοί μπορούσαν να νικήσουν 70.000 απίστους. Αυτός με τον φλογερό του λόγο ανύψωσε το ηθικό των κατατρομαγμένων μουσουλμάνων:

««Πριν οχτώ χρόνια ήμουν κ’ εγώ εκεί. Σε εκείνο το μέρος που τώρα ονομάζεται ‘η Καταστροφή των Σέρβων’. Αυτοί οι άπιστοι έχουν για θεό τους, έναν απ’ τους προφήτες μας, τον Ιησού, και κάθε τόσο στέλνουν στρατό κουβαλώντας μπροστά έναν μεγάλο σταυρό για να μας πολεμήσουν. Τους στέλνει ο δειλός ο Πάπας. Αυτούς εδώ τους είχε στείλει για να βοηθήσουν τάχαμου τους άλλους τους άπιστους, τους Ρωμαίους που είχαν κλειστεί πάλι πίσω από τα τείχη τους γιατί δεν ήθελαν να πληρώνουν άλλο φόρο στον Σουλτάνο μας. Ο μέγας Ρωμαίος Αυτοκράτορας, θέλει να τον αφήσουμε ήσυχο, στο σκόρπιο του βασίλειο, που έχει μια πόλη εδώ, μια πόλη εκεί και δυο νησάκια παρά εκεί, αλλά δεν θέλει να πληρώνει για αυτό. Χα! Έρχεται κι η σειρά του. Αλλά τότε πρώτα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε όλα τα άλλα τα σκυλιά. Σέρβοι, Βούλγαροι, Βόσνιοι, Βλάχοι, Ούγγροι. Όλες οι φυλές των απίστων. Ήταν τρεις φορές περισσότεροι από εμάς. Εμείς ήμασταν όλο κι όλο 10.000 μαχητές του Αλλάχ. Ο Σουλτάνος, έλειπε για να αντιμετωπίσει τους Καταλανούς στο Τσιανάκκαλε, ο Λάλα Σιααχίν Πασιά πολεμούσε τους Φράγκους στον Μοριά και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού μας βρισκόταν στην Ανατόλια γιατί περιμέναμε καινούρια μογγολική επίθεση. Οι άπιστοι μόλις είχαν διασχίσει τον Μαρίτσα, και στρατοπέδευσαν λίγο έξω από την Εντίρνε.

Ήταν τόσο σίγουροι ότι την επομένη θα καταλάμβαναν την πόλη, που είχαν ήδη στήσει γλέντι και όλο το βράδυ μεθοκοπούσαν! Ο αρχηγός μας, ο Χατζί Ιλμπέι, δεν κάθισε να περιμένει καμιά ενίσχυση. Έδωσε το σύνθημα και η επίθεση ξεκίνησε το ίδιο βράδυ. Μάλιστα έδωσε εντολή να ανάψουμε δύο πυρσούς για να τους μπερδέψουμε και να νομίσουν ότι κατέφθασε για βοήθεια ο Σουλτάνος από το Τσιανάκκαλε. Έπιασε το κόλπο! Νυσταγμένοι και πιωμένοι όπως ήταν όλοι τράπηκαν σε φυγή πέφτοντας μέσα στον Μαρίτσα και κολύμπησαν. Πολλοί πνίγηκαν. Τελικά το πρωί αντικρίσαμε το θέαμα! Ο Μαρίτσα είχε βαφτεί κόκκινος από το αίμα. Συνολικά είχαν πέσει 8.000 εχθροί. Δικοί μας; Μόνο 1000! Να γιατί ο Αλλάχ είναι μεγάλος! Και τώρα; Τώρα θα σας πω εγώ τί θα κάνουμε! Τώρα δεν θα τους περιμένουμε να ξανάρθουν αυτοί σε μας. Τώρα θα πάμε εμείς σ’ αυτούς! Θα διασχίσουμε το βράδυ ήσυχα τον ποταμό, και θα τους επιτεθούμε την ώρα που κοιμούνται. Θα τους σφάξουμε όλους! Έναν, έναν! Αν προλάβουμε και δεν το βάλουν πάλι στα πόδια. Αυτή την φορά θα είναι η τελειωτική τους ήττα! Δεν θα ξανακούσουμε ποτέ πια για αυτούς! Θα τους σβήσουμε μια για πάντα, γιατί ο Αλλάχ είναι μεγάλος!»»

Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν το ίδιο βράδυ οι υπερασπιστές για το Τσέρνομεν. Οπλισμένοι πάνω από όλα με την πίστη τους για την νίκη, χάρη σε αυτόν τον Γαζή. Διέσχισαν αθόρυβα τον Μαρίτσα και παρατάχθηκαν στο δυτικό άκρο του σερβικού στρατοπέδου. Ο Λάλα Σιααχίν Πασιά θεώρησε πως αυτή θα ήταν η καλύτερη τακτική. Να αποκλείσουν τους Σέρβους ανάμεσα σε αυτούς και στον Μαρίτσα, έτσι ώστε όσοι θα προσπαθούσαν να τραπούν σε φυγή να πέσουν μέσα στον ποταμό και να πνιγούν. Όσοι θα δοκίμαζαν να διαφύγουν νότια θα τους περίμενε μια καινούρια έκπληξη. Ο Γκααζί Εβρενός με ένα μικρότερο μέρος του οθωμανικού στρατού θα ενέδρευε εκεί και θα αιφνιδίαζε εκ νέου τους Σέρβους, καθώς η νύχτα θα έκρυβε το πραγματικό τους μέγεθος. Η μόνη πλευρά του στρατοπέδου που αφέθηκε επίτηδες αφύλακτη ήταν η βόρεια. Ο σκοπός ήταν να αφήσουν τον σερβικό στρατό να δραπετεύσει προς τον βορρά. Από κει που ήρθε. Αυτό ήταν το σχέδιο του Πασά, μικρέ. Να τους διώξουν. Όχι να τους σφάξουν έναν έναν όπως έλεγε ο Γαζής. Αυτό άλλωστε θα ήταν αδύνατον. Αλλά για εμψύχωση ήταν αναγκαίο να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Ένα αναγκαίο ψέμα. Ξέρεις, χρειάζεται πού και πού μικρέ. Για το καλό μας.

Έγιναν όλα όπως τα περίμεναν. Κι ακόμα καλύτερα! Οι Σέρβοι αιφνιδιάστηκαν και αμέσως τράπηκαν σε φυγή. Σχεδόν στο σύνολο τους έτρεξαν να σωθούν πέφτοντας στον ποταμό. Οι περισσότεροι πνίγηκαν παρά σφάχτηκαν εκείνο το βράδυ. Το επόμενο πρωί οι Οθωμανοί αντίκρισαν ξανά το ίδιο θέαμα. Ο ποταμός Μαρίτσα είχε ξαναβαφτεί κόκκινος από το αίμα. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, μικρέ.

Τελικά ο Γαζής είχε δίκιο. Μετά από αυτήν την ήττα δεν ξαναεμφανίστηκαν οι Σέρβοι στα μέρη μας. Και μετά από 20 χρόνια πήγε ο ίδιος ο Σουλτάνος Μουράτ και τους τιμώρησε νικώντας τους μια για πάντα. Στην μάχη του Κοσσόβου.

Αυτή ήταν η ιστορία του μικρού χωριού που κάποτε ονομάζονταν ‘η Καταστροφή των Σέρβων’! Στα αλήθεια αγόρι μου, σου άρεσε;»

Πραγματικά συνάδελφοι, μου είχε αρέσει πολύ εκείνη η ιστορία. Τόσο πολύ που από τότε έβαζα συνέχεια τον παππού μου, να μου διηγείται παρόμοιες ιστορίες. Ουσιαστικά ότι συναρπαστικό διάβαζε σε κάποιο βιβλίο, μου το διηγούνταν με δικά του λόγια. Αυτός ήταν η αιτία που αγάπησα τόσο πολύ την Ιστορία και που στράφηκα προς αυτήν την επιστήμη. Αυτός επίσης ήταν ο λόγος που με έκανε να αγαπήσω ακόμα περισσότερο την Ιστορία του Μεσαίωνα και ειδικότερα την ιστορία του τότε ρωμαϊκού κράτους, και έτσι να γίνω Βυζαντινολόγος.

Είμαι σίγουρος πως όλοι εσείς δεν βρίσκεστε τυχαία εδώ μέσα. Βρίσκεστε εδώ επειδή αγαπάτε την Ιστορία. Επειδή αγαπάτε πραγματικά την Ιστορία. Και δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι η Ιστορία είναι πάνω από όλα διήγηση. Μια ιστορία εδώ, μια περιπέτεια εκεί. Ένα καινούριο επεισόδιο μετέπειτα. Γεγονότα. Είναι μια συρραφή συναρπαστικών ιστοριών, διηγήσεων, παραμυθιών. Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό για σας, και δεν θα πρέπει ποτέ να το ξεχνάτε. Έτσι πρέπει να μελετάτε την Ιστορία. Να την ζείτε. Είμαι σίγουρος πως για να την αγαπήσατε τόσο πολύ, ώστε να φτάσετε ως εδώ, είχατε από μικροί κάποιον δικό σας που σας μετέδωσε αυτήν του την αγάπη. Ίσως ήταν ο πατέρας σας, ίσως η μητέρα σας. Εμένα πάντως ήταν ο παππούς μου. Όποιος κι αν ήταν πείτε του ένα μεγάλο ευχαριστώ, από εμένα.

Αυτά για σήμερα. Θα τα πούμε την επόμενη φορά. Να είστε προετοιμασμένοι με το επόμενο θέμα συν το σημερινό. Μην νομίζετε ότι θα την γλυτώνατε! Είστε ελεύθεροι.

 

Βιογραφικό

Ο Αλέξανδρος Αγγουρούδης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1977 και είναι απόφοιτος του Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου Αλεξανδρούπολης.
Είναι οδοντίατρος και ασκεί το επάγγελμά του στην Αλεξανδρούπολη. Μιλάει Αγγλικά και Βουλγαρικά και τον ενδιαφέρουν τα βιβλία, η μουσική, τα ταξίδια, η ιστορία, η αρχαιολογία και η γεωγραφία.

Σχετικά με τον συντάκτη

Η Γνωμη

Η Γνωμη

Γράψτε ένα σχόλιο

error: