Διαγωνισμός Διηγήματος

Ο έρωτας σύνορα δεν αναγνωρίζει

Μπαμπουρδά Παναγιώτα

Ο έρωτας σύνορα δεν αναγνωρίζει

Δευτέρα. Η Μαρίνα οδηγούσε το αυτοκίνητο της. Δίπλα της, στη θέση του συνοδηγού η φίλη της η  Άννα. Φοιτήτριες και οι δύο στην ακριτική Ορεστιάδα.  Αποφάσισαν να πάνε βόλτα στην άλλη πλευρά του ποταμού Έβρου, στην Ανδριανούπολη. Δεν άργησε να φανεί μπροστά τους η πινακίδα που έγραφε «Καστανιές». Μπήκαν στο χωριό, πέρασαν το υδραγωγείο, το δημοτικό σχολείο, την πλατεία και έφτασαν στο τελωνείο.  Αφού πέρασαν τον τυπικό έλεγχο, κατευθύνθηκαν προς το μαγαζί με τα αφορολόγητα είδη. Αγόρασαν κρασί, σοκολάτες και τσιγάρα που τους είχε παραγγείλει ένας συμφοιτητής τους. Μπήκαν πάλι στο αυτοκίνητο και συνέχισαν. Σταμάτησαν στο Τούρκικο τελωνείο. Πέρασαν τον έλεγχο και συνέχισαν. Χωράφια και δέντρα, λεύκες κυρίως, δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Σε λίγο φάνηκε μπροστά τους ένα Τούρκικο δημοτικό σχολείο και η πινακίδα που έγραφε «Edirne». Διαφημιστικές πινακίδες, για μαγαζιά με ρούχα και πολυκαταστήματα στην Ανδριανούπολη έκαναν την εμφάνιση τους. Πέρασαν ανάμεσα από χαμηλά σπίτια. Ο πρώτος μιναρές ξεπρόβαλλε. Λίγο πιο κάτω, στα αριστερά τους, είδαν ένα μεγάλο κτήριο, περιφραγμένο, πρώην μύλο που ανήκε σε ελληνική οικογένεια, καλοδιατηρημένο,  απομεινάρι από την εποχή που έμεναν Έλληνες στην Ανδριανούπολη. Μπροστά από το κτήριο ένας διακοσμητικός νερόμυλος. Συνέχισαν. Η άσφαλτος μετατράπηκε σε πλακόστρωτο. Πάγκοι με φράουλες, κεράσια, μαρούλια και άλλα λαχανικά και φρούτα εποχής, εκατέρωθεν του δρόμου.

Πλησίαζαν στον ποταμό Έβρο. Οι αμαξάδες περίμεναν τους ρομαντικούς τουρίστες συζητώντας μεταξύ τους.  Στις όχθες του ποταμού καφετέριες, εστιατόρια και πολύ πράσινο, γρασίδι και δέντρα. Διέσχισαν τη γέφυρα με το ποτάμι να κυλάει ήρεμο από κάτω τους. Το πλακόστρωτο έδωσε τη θέση του στην άσφαλτο, μόλις τελείωσε η γέφυρα. Μετά από μερικά μέτρα, συνάντησαν τον Τούντζα (ή Τόνζο) ποταμό, παραπόταμο του Έβρου. Διέσχισαν τη γέφυρα και κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της πόλης. Άφησαν το αυτοκίνητο σε ένα φυλασσόμενο πάρκινγκ στην αρχή του πεζόδρομου. Περπάτησαν στα πλακόστρωτα δρομάκια που οδηγούσαν στον πεζόδρομο με τα εμπορικά μαγαζιά. Έκαναν βόλτα στον πεζόδρομο. Κόσμος γύρω από τα σιντριβάνια, στα παγκάκια, στα εμπορικά και στις καφετέριες. Μπήκαν σε μαγαζιά με ρούχα και παπούτσια και κατέληξαν με αρκετές σακούλες.«Δεν πάμε να φάμε τίποτα;» πρότεινε η Μαρίνα κι η Άννα συμφώνησε.

Κάθισαν σε ένα μαγαζί στον πεζόδρομο που έφτιαχνε παραδοσιακό κεμπάπ, καφεδάκια, σουτζουκάκια κι άλλα κρεατικά, στα κάρβουνα. Άφησαν τις σακούλες κάτω και βολεύτηκαν σε ένα τραπεζάκι. Ο σερβιτόρος δεν άργησε να έρθει. Η Μαρίνα σήκωσε τα μάτια της από τον κατάλογο και τον αντίκρυσε. Μελαχρινός, με πυκνό περιποιημένο μούσι, γύρω στα 20. Εκείνος της χαμογέλασε. Είχε το πιο όμορφο χαμόγελο που είχε δει στη ζωή της. «Merhaba» είπε ο σερβιτόρος «Ξέρεις καθόλου ελληνικά;» ρώτησε η Μαρίνα. Το πρόσωπο του φωτίστηκε πάλι από το αστραφτερό χαμόγελο του. «Φυσικά! Σπουδάζω Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία σε ένα πανεπιστήμιο εδώ στην πόλη. Είμαι στο 3ο έτος.» απάντησε με ενθουσιασμό. Η Μαρίνα δεν έχασε την ευκαιρία να συνεχίσει την κουβέντα. «Τέλεια! Κι εμείς φοιτήτριες είμαστε. Στην Ορεστιάδα.» απάντησε. «Πώς σας λένε;» ρώτησε ο σερβιτόρος. « Μαρίνα εμένα κι από εδώ η φίλη μου η Άννα. Εσένα;» είπε η Μαρίνα. «Ιμπραήμ. Χάρηκα.» είπε χαρίζοντας τους το γοητευτικό του χαμόγελο και συνέχισε:  «Λοιπόν, τι να σας φέρω;» Παρήγγειλαν κι ο Ιμπραήμ έφυγε για να δώσει την παραγγελία μέσα. Μόλις ο σερβιτόρος χάθηκε από το  οπτικό τους πεδίο, η Άννα κοίταξε με νόημα την Μαρίνα και της είπε: «Ρε συ, είδες πώς σε κοίταζε; Από τη στιγμή που ήρθε δεν πήρε τα μάτια του από πάνω σου. Καις καρδιές, Μαρίνα!» και η Μαρίνα απάντησε: «Μπα, δε νομίζω. Απλώς ήταν ευγενικός ο άνθρωπος.» αν και της άρεσε η ιδέα. Μετά από λίγη ώρα, ο Ιμπραήμ τους έφερε την παραγγελία τους, αλλά επειδή είχε μαζευτεί κόσμος στο μαγαζί δεν συνέχισαν τη συζήτηση. Αφού έφαγαν, ζήτησαν λογαριασμό. Προς μεγάλη τους απογοήτευση ένας άλλος σερβιτόρος τους έφερε την απόδειξη. Η Μαρίνα πήρε στα χέρια της την απόδειξη. Καθώς την κρατούσε στο φως είδε κάτι γραμμένο στην πίσω πλευρά της:. Την γύρισε και διάβασε:«Κυριακή, 10π.μ., Σελιμιγιέ Τζαμί». Η Μαρίνα αναζήτησε με το βλέμμα της τον Ιμπραήμ. Δεν τον είδε πουθενά. Πλήρωσαν και σηκώθηκαν να φύγουν.

Μόλις απομακρύνθηκαν, έδειξε την απόδειξη στην Άννα. «Επιμένεις ακόμα ότι δεν άρεσες στον Τούρκο;» είπε η  Άννα. Η Μαρίνα δεν απάντησε. Πήγαν στο πάρκινγκ. Πήραν το αυτοκίνητο κι έφυγαν.. «Λοιπόν, τι σκέφτεσαι να κάνεις; Μη μου πεις ότι σκέφτεσαι να πας να συναντήσεις τον Τούρκο;» ρώτησε η Άννα. «Δεν ξέρω, Δεν έχω αποφασίσει ακόμα» είπε η Μαρίνα, αν και είχε ήδη αποφασίσει να πάει στο ραντεβού, απλώς ήξερε την άποψη της φίλης της για τους Τούρκους και δεν της είπε τίποτα. Καθώς περνούσαν πάνω από τον Έβρο ποταμό, η Μαρίνα σκεφτόταν «Τόσο κοντά στην Ορεστιάδα, ένας κόσμος τόσο ίδιος αλλά και τόσο διαφορετικός». Σ’ όλη τη διαδρομή το μυαλό της ήταν στον Ιμπραήμ Ούτε που κατάλαβε πότε έφτασαν στην Ορεστιάδα.

Η Μαρίνα πήγε σπίτι της άλλαξε, ξεκουράστηκε λίγο και το βράδυ βγήκε έξω με τον πρώτο της ξάδερφο της τον Κώστα. Αφού κάθισαν σε ένα μπαράκι στον πεζόδρομο, του εξιστόρησε το συμβάν με τον σερβιτόρο. «Εσύ τι λες; Να πάω;» ρώτησε στο τέλος η Μαρίνα. «Εσύ θες να πας;» τη ρώτησε ο Κώστας. «Ναι, πολύ! Έχει το πιο υπέροχο  χαμόγελο που έχω δει. Θέλω οπωσδήποτε να τον ξαναδώ.» είπε η Μαρίνα χωρίς να το πολυσκεφτεί. Ήξερε ότι στον Κώστα μπορεί να πει τα πάντα. Από μικροί ήταν αχώριστοι , σαν αδέρφια. Χάρηκαν όταν πέρασαν και οι δυο κοντά. Εκείνος στο Διδυμότειχο στη σχολή Αστυφυλάκων κι εκείνη στην Ορεστιάδα, Γεωπονία.  «Τότε, να πας και να περάσεις καλά. Αλλά να προσέχεις.» είπε ο Κώστας μετά από σκέψη. «Σε ευχαριστώ, ξαδερφούλη μου! Το ‘ξερα ότι θα με καταλάβαινες . Θα προσέχω . Μην ανησυχείς. Μην ξεχνάς ότι έχω μαύρη ζώνη στο Τάε Κβο Ντο.» είπε η Μαρίνα, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, ανακουφισμένη από την απάντηση του. Όλη τη βδομάδα η Μαρίνα δε μπορούσε να συγκεντρωθεί στο μάθημα. Το μυαλό της έφευγε από το αμφιθέατρο, από την Ορεστιάδα και πήγαινε στην άλλη όχθη του Έβρου. Πότε τον φανταζόταν να κάνει μάθημα στο αμφιθέατρο και να μαθαίνει για τον Καβάφη και άλλους ποιητές και λογοτέχνες και πότε τον φανταζόταν να σερβίρει στο εστιατόριο. Άραγε εκείνος τη σκεφτόταν καθόλου; Είχε μιλήσει στους φίλους του για την Ελληνίδα που γνώρισε;

Οι μέρες πέρασαν. Ήρθε η πολυπόθητη μέρα, η Κυριακή. Η Μαρίνα κατευθύνονταν προς την Ανδριανούπολη. Δεν άργησε να φτάσει. Πάρκαρε στο πάρκινγκ πίσω από το τζαμί.. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Κι αν δεν εμφανιζόταν; Κατέβηκε από το αμάξι και προχώρησε μερικά βήματα. Τότε, τον είδε. Στεκόταν στην είσοδο του τζαμιού και κοιτούσε συνέχεια τριγύρω νευρικά. Μόλις την είδε να πλησιάζει, χαμογέλασε με αυτό το χαμόγελο που είχε ερωτευτεί η Μαρίνα σε εκείνον. Του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Καλημέρα! Δεν άργησα.» είπε η Μαρίνα μόλις πλησίασε. «Καλημέρα! Όχι, καθόλου.» είπε ο Ιμπραήμ και φωτίστηκε το πρόσωπο του. « Εσύ ,πάντως, άργησες να έρθεις στη ζωή μου, αυτό είναι σίγουρο» σκέφτηκε η Μαρίνα αλλά δεν το είπε.

Κατηφόρισαν προς τον πεζόδρομο. «Πού πάμε, Ιμπραήμ;» ρώτησε η Μαρίνα. «Θα δεις, υπομονή.» Διέσχισαν τον πεζόδρομο. Σε όλη τη διαδρομή μιλούσαν, πότε για τη σχολή, πότε για την πόλη του ο καθένας. Εκείνος την κοίταζε μέσα στα μάτια. Στο τέλος σταμάτησαν σ’ ένα μαγαζί που νοίκιαζε ποδήλατα. Ο Ιμπραήμ συνεννοήθηκε με τον καταστηματάρχη. Ανέβηκαν στα ποδήλατα και συνέχισαν τη βόλτα τους. Πέρασαν πάνω από τον παραπόταμο του Έβρου. Προχώρησαν. Έφτασαν στη δεύτερη γέφυρα που περνούσε πάνω από τον Έβρο. Δεν την διέσχισαν. Σταμάτησαν στην αρχή της. Κλείδωσαν τα ποδήλατα και κατέβηκαν στην όχθη του ποταμού. Το καταπράσινο χορτάρι απλωνόταν κάτω από τα πόδια τους. Τα δέντρα δέσποζαν επιβλητικά Δεξιά τους. Αριστερά τους το ποτάμι λαμπύριζε καθώς οι ακτίνες του ήλιου άγγιζαν την επιφάνεια του. Περπάτησαν κατά μήκος της όχθης του ποταμού. Μίλησαν για τα ενδιαφέροντα τους, πώς περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους. Τελικά, αν και διαφορετικές χώρες η φοιτητική ζωή δεν διέφερε και πολύ, καφέδες, ποτά, ξενύχτια, ατέλειωτες συζητήσεις με φίλους. Σε κάποια στιγμή, ο Ιμπραήμ είπε: «Έχεις πολύ ωραία μάτια, Μαρίνα». Η Μαρίνα κοκκίνισε ελαφρώς και ψέλλισε αμήχανα: «Σε ευχαριστώ». «Ξέρεις, όλες αυτές τις μέρες σε σκεφτόμουν. Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ σε ό,τι κι αν έκανα. Δεν ήξερα αν θα έρθεις. Αλλά έλπιζα. Ανυπομονούσα να σε ξαναδώ. Θα τρελαινόμουν αν δε σε έβλεπα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου, Μαρίνα» είπε ο Ιμπραήμ σε άπταιστα ελληνικά. «Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, κόλλησα με το απίστευτο χαμόγελο σου.» εκείνος της χαμογέλασε πλατιά και εκείνη συνέχισε: « Όλη τη βδομάδα δε βγήκες στιγμή από το μυαλό μου. Από τη στιγμή που διάβασα το σημείωμα σου, είχα αποφασίσει να έρθω. Κι ας δε σε ήξερα καθόλου. Κι ας ακουγόταν τρελό. Κι εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί σου, Ιμπραήμ». Μόλις τελείωσε, κοιτάζονταν για μερικά δευτερόλεπτα χωρίς να μιλάνε. Τότε, ο Ιμπραήμ πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της. Την τράβηξε προς το μέρος του και τη φίλησε με πάθος.  Ο Έβρος έγινε μάρτυρας αυτού του φιλιού. Το ποτάμι που χώριζε επί χρόνια τους δύο λαούς,  εκείνη τη μέρα, στις όχθες του, τους ένωσε.

 

Βιογραφικό

Η Μπαμπουρδά Παναγιώτα γεννήθηκε στην Ορεστιάδα  το 1993 και αποφοίτησε από το 2ο Γενικό Λύκειο της πόλης. Παρακολουθεί το προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά και συνεργάζεται με την   εταιρεία HerbalifNutristion.

Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής

Σχετικά με τον συντάκτη

Η Γνωμη

Η Γνωμη

Γράψτε ένα σχόλιο