Απόψεις

Ο έναρθρος λόγος ως μέσο διαλεκτικής

Ο πλουραλισμός αποτελεί κινητήριο δύναμη της διαλεκτικής θα έλεγε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρήντριχ Χέγκελ (1770 – 1831) ο οποίος έγινε γνωστός για την διαλεκτική θεωρία του, αλλά τι γίνετε όταν ο καθένας ακούει μόνο τον εαυτό του;

Όταν υπάρχουν τόσες γνώμες όσες και οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε μία συζήτηση τότε η διαλεκτική αναζήτηση της αλήθειας μεταπίπτει σε επίπεδο καφενείου ή ποδοσφαιροποίησης.

Συνήθως οι περισσότεροι μιλάμε με εικασίες, ενδείξεις, κάποιες φορές ελάχιστα με αποδείξεις, αλλά πόσες φορές και πόσοι από εμάς σκεφτήκαμε αν έχουμε αλάθητο τεκμήριο για την γνησιότητα της προσωπικής μας γνώμης; Θα έλεγα ελάχιστοι. Παρ’ όλα αυτά κανείς ή σχεδόν κανείς δεν διάλεξε από μόνος του να πιστεύει ή να νομίζει στην καλλίτερη των περιπτώσεων ότι αυτό που λέει είναι σωστό.

Δεδομένου ότι ο άγραφος πίνακας του χαρακτήρα ή αλλιώς του χαραγμένου, έχει προ πολλού χαραχθεί από μία σειρά προσλαμβάνουσων εμπειριών όπως το σπίτι, το σχολείο, την εκπαίδευση, την καφετζού της γειτονιάς, έως και τα μαζικά μέσα μαζικής χειραγώγησης τα περιθώρια επίτευξης της προσωπικής βούλησης στενεύουν ασφυκτικά. Γι’ αυτό αν και ο αντικειμενικός κόσμος είναι ίδιος για όλους δεν γίνεται ομοίως αντιληπτός απ’ όλους.

Άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες επειδή το γνώριζαν πολύ καλά αυτό, περιορίζονταν περισσότερο στην διδαχή των νέων, η οποία οδηγεί στο πνεύμα της κοινής ωφέλειας της πολιτείας και όχι στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης για την εξυπηρέτηση μίας συγκεκριμένης τάξης ή κάστας, η οποία μπορεί να τεμαχιστεί σε επιμέρους πολλές ομαδικές γνώμες και αυτές με τη σειρά τους να γεννήσουν άπειρες προσωπικές.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι οι περισσότεροι όταν τους ζητείται να πάρουνε θέση σε θέματα δισεπίλυτα όπως οι θρησκευτικές, πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις τους, στις περισσότερες των περιπτώσεων ξεκινάνε με τις φράσεις (για μένα, νομίζω, θεωρώ κλπ) παρά του ότι ο Αριστοτέλης μας προτρέπει τονίζοντας ότι ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό. και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο «ὁ δὲ λόγος ἐπὶ τῷ δηλοῦν ἐστι τὸ συμφέρον καὶ τὸ βλαβερόν, ὥστε καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον·».

Γι’ αυτό και οι κοινωνίες στην αρχαία Ελλάδα, όπως έχει επισημάνει σε άρθρα ο Έλληνας σύγχρονος φιλόσοφος Γιώργος Δραγώνας, ήταν λογοκρατικές, δηλαδή ο λόγος προηγούνταν και η αλήθεια έπονταν ως αποτέλεσμα της ορθότητας των λόγων τους. Το αντίθετο δηλαδή απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, που οι κοινωνίες είναι βουλησιαρχικές, όπου το θέλω προηγείται του γιατί. Δηλαδή τα επιχειρήματα οδηγούσαν στην γνώμη ή γνώση ενός πράγματος και δεν έπονταν ως δεκανίκι πάνω στα θέλω του καθενός.

Εξάλλου ο άνθρωπος ως ύπαρξη μέσα από το λόγο ή τη σκέψη εξελίσσεται συνεχώς, βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ένα διαρκές γίγνεσθαι. Αυτή η συνεχής ροή του κόσμου, που μέσα σ’ αυτόν ενυπάρχει και τελευτά η ανθρώπινη οντότητα, οδηγεί τον άνθρωπο σε μία πορεία συλλογισμού και δράσης ή αλλιώς θα λέγαμε συμμετοχής και επιλογής οδηγώντας τον άνθρωπο σε μία διαρκή μεταμόρφωση, ένα «μεταξύ» ανάμεσα στο είναι και το γίγνεσθαι ή το επέκεινα.

Ο λόγος ως δεύτερο συνθετικό της διαλεκτικής, απαντάτε στον Όμηρο, όπου το βασικό στοιχείο συγκρότησης του λέγω είναι ο έρως, ο οποίος για τους έλληνες είναι στοιχείο κοσμογονίας, αρχής γενομένης από την ορφική κοσμογονία, όπου ο Φάνης Έρως αναδύεται και συνδέει τον νοητό με τον αισθητό κόσμο των μορφών. Όπως μας διασώζει ο Αριστοφάνης στο έργο του «Όρνιθες» οι ορφικοί δέχονταν πως από το έρεβος και το χάος γεννήθηκε «λαμπρό αυγό» απ’ όπου εξήλθε ο Έρως. Ερέβους δ’ εν απείροσι κόλποις τίκτει πρώτιστον νύξ η μελανόπτερος ΩΟΝ εξ ου περιστελλομέναις ώρες έβλαστεν ΕΡΩΣ ο ποθηνός χρυσαίν πτερύγειν εικώς ανεμώκεσιν δύνες.

Η λειτουργία του λέγω στον Όμηρο εντοπίζεται ως μία κατεξοχήν ερωτική λειτουργία, στην Ιλιάδα -ο πάνσοφος Ζευς παρελέξατο με την Λαοδάμεια η οποία έτεκε τον Σαρπηδόνα (Ζ198). «Λαοδαμείῃ μὲν παρελέξατο μητίετα Ζεύς ἣ δ᾽ ἔτεκ᾽ ἀντίθεον Σαρπηδόνα χαλκοκορυστήν». Όπως και στο (Ξ 350) ο ίδιος ο θεός παρελέξατο με την Ήρα. Εξάλλου η λέξη λεχώνα, δηλαδή η γυναίκα που μόλις έχει γεννήσει ή η λέξη ἄ-λοχος, δηλαδή ερωτικός σύντροφος (κατά το λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας Liddel & Scott) είναι παράγωγα του λέγω.

Η λέξη διαλεκτικός, -η, ον είναι επίθετο παράγωγο από το διαλέγομαι που σημαίνει συζητώ μιλώ με άλλους, ενώ η διαλεκτική είναι η τέχνη ή μέθοδος του να συζητεί κανείς ένα θέμα με ερωταποκρίσεις. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι πρώτος ο Ζήνων ο Ελεάτης ανακάλυψε τη διαλεκτική, ο οποίος επιχειρούσε να βγάζει αντιφατικά συμπεράσματα από τις θεωρίες και υποθέσεις των αντιπάλων του.

Ουσιαστικός όμως πατέρας της Διαλεκτικής, ο οποίος εμπλούτισε την έννοια, κάτι το οποίο αναγνωρίζει και ο Αριστοτέλης, θεωρείται ο Πλάτων, ο οποίος επηρεάσθηκε από τον μεγάλο δάσκαλό του Σωκράτη. Πρώτη φορά κάνει χρήση της λέξης ο Πλάτων στον Κρατύλο, όπου γράφει: (390 c) «Τον δε ερωτάν και αποκρίνασθαι επιστάμενον άλλο τι συ καλείς ή διαλεκτικόν;» (Αυτόν που κατέχει την τέχνη του να ρωτάει και να αποκρίνεται πώς αλλιώς τον αποκαλείς εκτός από διαλεκτικό;).

Άλλωστε ο Πλάτων στον Μένων ομολογεί πως αν οι άνθρωποι θέλουν να συζητήσουν μεταξύ τους πρέπει να διαλέγονται με πραότητα και σεβόμενοι την συζήτηση, προτρέποντας έτσι πως Ο μαλακός τόνος είναι πιο ταιριαστός στη διαλεκτική μέθοδο, η οποία συνίσταται στο ότι, όχι μόνο πρέπει κάποιος να απαντά στην αλήθεια, αλλά και να αξιοποιεί όσα ο ερωτόμενος ομολογεί ότι γνωρίζει.

Μάλιστα ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (121 – 180 μ.Χ.) ο οποίος κατά το πέρασμά του από την Αθήνα είχε μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, επηρεασμένος από την ελληνική σκέψη και κυρίως τη στωική φιλοσοφία, θεωρεί πως για την δημιουργία πνεύματος φιλομάθειας, καθώς και την ανάπτυξη κριτικής ικανότητας και σύγκρισης απόψεων επιβάλλεται η διαδικασία της καλλιέργειας και της μάθησης. Γι’ αυτό και προτρέπει χωρίς καμία επιφύλαξη ότι: (Οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν ο ένας για τον άλλο. Κοίταξε λοιπόν ή να τους διδάσκεις ή να τούς υποφέρεις). «Οι άνθρωποι γεγόνασιν αλλήλων ένεκα. Ή δίδασκε ούν ή φέρε».

Είμαστε, λοιπόν, άνθρωποι στο βαθμό που μπορούμε να καθρεφτιζόμαστε στα μάτια του άλλου χωρίς να ντρεπόμαστε, στο βαθμό που από άνθρωποι γινόμαστε συνάνθρωποι και εν τέλει στο βαθμό που τίποτε από τ’ ανθρώπινα δεν θεωρούμε ξένο προς εμάς, γιατί το ξένο, σε μία διαλεκτική σχέση με τον εαυτό μας, είναι αυτό που δεν βαδίσαμε ακόμη, είναι το άγνωστο και σκοτεινό μονοπάτι μέσα μας.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Γράψτε ένα σχόλιο