Απόψεις

Οι μάσκες ως προσωπείο μεταμφίεσης και ως ρόλοι

Αλήθεια πότε είμαστε ο εαυτός μας και πότε γινόμαστε αυτό που οι άλλοι θέλουν να είμαστε;

Πόσες φορές δεν καθρεφτίζουμε την εικόνα εκείνη, που οι άλλοι επιθυμούν να βλέπουν για μας;

Πότε λέμε καλημέρα γιατί το πιστεύουμε και πότε από συμφέρον;

Πόσες φορές δεν έχουμε μπει σε ένα κατάστημα ρούχων, κινητής τηλεφωνίας ή εστιατόριο και  δεν νιώσαμε επιτέλους να μας προσέχουν, να μας μιλούν ευγενικά κάνοντάς μας να αισθανθούμε επιτέλους ότι είμαστε κάποιοι, ότι ξανακερδίσαμε την χαμένη μας αξία που μέχρι τότε κανείς δεν την  είχε προσέξει;

Μάλιστα στην εξέλιξη αυτής της «φιλικής» σχέσης, η προσφορά του προϊόντος διαδέχεται την πληρωμή και η ευγένεια των πολιτών ή πωλητριών κατά κύριο λόγο, εξαργυρώνεται, θα λέγαμε, μέσα από την δική μας γενναιοδωρία και το δικό τους φιλικό χαμόγελο. Κάποια στιγμή ίσως να στεκόμαστε και αποσβολωμένοι με τόση φιλική διάθεση γύρω μας, τελικά όμως όταν η ευγένεια δίνει ξανά τη θέση της στη σκληρή πραγματικότητα, απορημένοι αναρωτιόμαστε πως φτάσαμε να αγοράσουμε ένα σωρό περιττά πράγματα που δεν τα χρειαζόμαστε. Στην ουσία όμως η συναλλαγή ήταν βαθύτερη, ήταν μία εκατέρωθεν ανταλλαγή εξυπηρέτησης βαθύτερων αναγκών, μέσα από την χρήση του κατάλληλου προσωπείου.

Εξάλλου ετυμολογικά η λέξη μάσκα προέρχεται από το λατινικό masca, το οποίο σημαίνει προσωπίδα. Γι’ αυτό και η χρήση του όρου μασκαράς χρησιμοποιείται συχνά από την λαϊκή σοφία για να προσδιορίσει την έλλειψη αξιοπιστίας ανάμεσα στον λόγο και την δράση των άλλων, κυρίως την συναντούμε σε πολιτικούς αριβίστες και όχι μόνο.

Βεβαίως όλοι στις καθημερινές μας σχέσεις φοράμε τη μάσκα που ταιριάζει  στην κάθε περίσταση και ανεβάζουμε την προσωπική μας τραγωδία ή κωμωδία.

Στη δουλειά, στο σπίτι, τις παρέες ο συνήθης ρόλος του θύματος και του αδικημένου μας κάνει ευάλωτους και αδύναμους στα μάτια των άλλων, προστατεύοντάς μας από τυχών απαιτήσεις τους. Από την άλλη μας κάνει να εφησυχάζουμε μέσα μας, εφόσον η αίσθηση της ευθύνης για την πραγματικότητά μας μετατοπίζεται στους άλλους.

Δεν είναι λίγες οι φορές μάλιστα που πιάνουμε τον εαυτό μας να παίζει το ρόλο του τρομοκράτη, ακολουθώντας τη γνωστή αλάνθαστη συνταγή ότι αυτός που φωνάζει περισσότερο έχει πάντα δίκαιο και άλλες φορές του ανακριτή ή του απόμακρου.

Αν θέλαμε μάλιστα να διαχωρίσουμε τις μάσκες κατά φύλλο, θα λέγαμε ότι στις γυναίκες θα ταίριαζε περισσότερο η μάσκα του θύματος ή του ανακριτή και στους άντρες του απόμακρου δημιουργώντας την ανάγκη στον άλλο να τον πλησιάσει ή του τρομοκράτη.

Έτσι λοιπόν δεν είναι τυχαίο πως όταν μας κριτικάρουν οι άλλοι εμείς γινόμαστε απόμακροι και όταν μας βάζουν τις φωνές μπαίνουμε στο ρόλο του θύματος.

Συνήθως τα παιδιά γίνονται απόμακρα γιατί δεν αντέχουν τις φωνές ή την κριτική των γονιών τους.

Γενικώς οι άνθρωποι μέσα από τους ρόλους τους προσπαθούν λανθανόντος να βρουν την αξία τους από τους άλλους και λέω λανθανόντος, διότι δεν έχουν μάθει να ζητάνε πραγματικά, χωρίς ρόλους ή μάσκες αυτό που θέλουν από τους άλλους.

Ωστόσο οι μάσκα (του καλού παιδιού για παράδειγμα) μας προφυλάσσει από την αρνητική κρητική του πάντα επικίνδυνου άλλου -όπως θα έλεγε ο Σαρτρ- που προσπαθεί να διεισδύσει μέσα μας και να προσβάλει το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Γι’ αυτό ακριβώς, θα έλεγε κανείς, ότι υπάρχουν τόσες μάσκες όσοι και οι άνθρωποι και ίσως και περισσότερες λόγω της ανθρώπινης πολυπλοκότητας.

Από μία άλλη άποψη ο Όσκαρ Ουάιτ (1854 – 1900) Ιρλανδός συγγραφέας, γνώριζε πολύ καλά πως η καλύτερη δυνατότητα να πλησιάσουμε τον εαυτό μας περνάει μέσα από την ικανότητά μας να τον δούμε ως άλλοι. Μας λέει συγκεκριμένα ότι «Ο άνθρωπος είναι λιγότερο ο εαυτός του όταν μιλάει ως ο εαυτός του. Δώσ’ του μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια».

Σο αρχαίο θέατρο η χρήση της μάσκας, εάν επρόκειτο για θρησκευτικό προσωπείο, απέδιδε χαρακτήρα τελεστικό ή ιερουργικό θα λέγαμε καλύτερα, γι’ αυτό  άλλωστε δεν είναι τυχαία και η χρήση της στους τάφους των φαραώ ή των βασιλιάδων της Ασίας. Η διασημότερη όμως, παγκοσμίως, νεκρική μάσκα, που έχει βρεθεί είναι αυτή του Φαραώ Τουτανγχαμών.

Γενικά λέγετε ότι στο θέατρο ο ηθοποιός που φοράει τη μάσκα υπόκειται σε μία ψυχολογική αλλαγή, όπου το εγώ του είναι υποταγμένο, αφομοιώνοντας όλες τις μαγικές δυνάμεις της μάσκας.

Η μάσκα όμως με την ισχυρότερη δύναμη, ισχυρίζονται οι ψυχαναλυτές, θα παραμένει πάντα αυτή που φοράμε όλοι στην καθημερινότητα μας και η οποία βεβαίως αλλάζει κάθε φορά ανάλογα με τον ρόλο που υιοθετούμε απέναντι στους άλλους.

Σήμερα η χρήση της μάσκας, πέρα από τις όποιες θεραπευτικές της  ιδιότητες για το πρόσωπο, εμφανίζεται κυρίως τις ημέρες του καρναβαλιού  ως εθιμοτυπική παράδοση, με βασικό κυρίως στόχο την απόκρυψη της αληθινής ταυτότητας του  ατόμου και της παραπλάνησης των άλλων με σκοπό την διακωμώδηση και την γελοιοποίηση ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που είναι.

Ίσως η περίοδος της αποκριάς να αποτελεί τελικά την μόνη περίοδο που βγάζουμε από το βάθος του ασυνείδητου τον πραγματικό εαυτό μας. Εξάλλου οι άνθρωποι πάντα θα καταφεύγουμε στα προσωπεία  όσο οι ρόλοι που παίζουμε θα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Γιώργος Αναγνωστόπουλος

σχόλιο

Γράψτε ένα σχόλιο

error: