Νικηφόρος Φωκάς (Θεοφανώ) : «Το σκοτεινό παρασκήνιο της ιστορίας»

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

«Τους νίκησε όλους, εκτός από μια γυναίκα».

Αυτή είναι η φράση η οποία ήταν χαραγμένη στον τάφο του Αρμένιου στην καταγωγή Βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία το 963 και δολοφονήθηκε μέσα στο παλάτι του μόλις έξι χρόνια αργότερα από τον ανιψιό του και εραστή της γυναίκας του, Ιωάννη Τσιμισκή.

Ο Φωκάς (912 – 969) γιος του Στρατηγού Βάρδα Φωκά, μίας εκ των ισχυρότερων οικογενειών της Καππαδοκίας, ήταν ένας άνθρωπος που προτιμούσε τον λιτό και ασκητικό βίο, ενώ παράλληλα υπήρξε γενναίος στρατηγός με σημαντικές νίκες έναντι των Αράβων. Μάλιστα όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας Στυλιανός Δ. Μιχόπουλος στο έργο του «Βυζάντιο Αυτοκράτορες Κλήρος και Ελληνισμός, σελ. 458» κατόρθωσε μέσα σε δύο χρόνια, επί Ρωμανού Β΄, να εκπορθήσει 60 κάστρα, να συλλάβει χιλιάδες Άραβες αιχμαλώτους στη Μικρά Ασία και να μεταφέρει λάφυρα απροσμέτρητης άξιας γεμίζοντας το δημόσιο ταμείο της αυτοκρατορίας. Αξίζει να σημειωθεί πως με την κατάληψη της Ταρσού αραβικά χρονικά αναφέρουν ότι όσοι πείραξαν γυναίκες μαστιγώθηκαν και κόπηκαν τα χέρια και οι μύτες τους. (Στρατιωτική εγκυκλοπαίδεια, Νικηφόρος Φωκάς, σελ. 57).

Παρόλα αυτά η κατάκτηση της Κρήτης, η οποία του ανατέθηκε από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Β΄ και ολοκληρώθηκε στις 7 Μαρτίου 961, αριθμεί κατά τον ιστορικό και αρθογράφο Κρητικό, Κώστα Ντουντουλάκη, περί τους 270.000 νεκρούς, σφαγιασθέντες από τα βαρβαρικά στίφη του Νικηφόρου Φωκά, χωρίς καμία διάκριση μεταξύ αμάχου και μαχόμενου πληθυσμού.

Αποτελεί δε ενδιαφέρον το μένος του Αρμένιου στρατηγού απέναντι στους Έλληνες Κρήτες, οι οποίοι διατηρούσαν τους Πατρώους Θεούς και τα Πάτρια ειωθότα, μιας και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Νικηφόρος Φωκάς κατάφερε να εξοντώσει 40.000 κριτικούς, διατάσσοντας να τους κόψουν τα κεφάλια και να τα μαζέψουν σε σακιά. Ύστερα, όπως διασώζει ο Βυζαντινός ιστορικός και χρονογράφος Λέων Διάκονος, διέταξε να τα καρφώσουν σε κοντάρια και να τα τοποθετήσουν μπροστά στο κάστρο του Χάνδακος. Όσα κεφάλια Κρητικών περίσσεψαν τα εκσφενδόνιζαν με τις βαλλίστρες μέσα στα τείχη του κάστρου. Την ολοκλήρωση της καταστροφής ως προς την αλλοίωση του Κρητικού λαού επέφερε η υποχρεωτική εγκατάσταση Ρώσων, Αρμένιων και Σλάβων, καθώς και ο βίαιος εκχριστιανισμός του Κριτικού πληθυσμού από τον Νίκων ο «Μετανοείτε» – προσωνύμιο που του έμεινε καθώς επαναλάμβανε διαρκώς την λέξη μετανοείτε.

Παρόλα αυτά όταν πέθανε ο Ρωμανός Β΄ – μερικοί, όπως ο Βυζαντινός χρονογράφος και θεολόγος Ζωναράς, υποστήριξαν πως τον δηλητηρίασε η γυναίκα του Θεοφανώ, μετέπειτα σύζυγος του Φωκά, πράγμα όχι και τόσο απίθανο αν ληφθούν υπόψη οι μετέπειτα πράξεις της –  αφού ο Νικηφόρος Φωκάς ενεφημήθη από το στρατό του αυτοκράτωρ, κατά την είσοδό του στην πρωτεύουσα ο λαός τον υποδέχτηκε μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων.

Όπως μας διασώζει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ο λαός αναφωνούσε: «Καλώς ήλθες ανδριώτατε νικητά αεισέβαστε […] δια σου τα σκήπτρα Ρωμαίων κρατύνονται […] Νικηφόρε, βασιλέα αυτοκράτορα Ρωμαίων. Ευφραίνου τοίνυν πόλις η των Ρωμαίων, υπόδειξαι τον θεόστεπτον Νικηφόρον, ήλθε γαρ όντως λάμπων την υφήλιον πάσαν». Ο ιστορικός Στυλιανός Δ. Μιχόπουλος λόγω των παραπάνω θα επισημάνει το έντονα ρωμαϊκό κλίμα της εποχής. «Τα σκήπτρα ρωμαϊκά, ο βασιλεύς είναι αυτοκράτωρ Ρωμαίων και η Κωνσταντινούπολη είναι πόλη Ρωμαίων. Εμείς όμως θα υποστηρίζουμε σταθερά ότι το Βυζάντιο εξελληνίστηκε».

Αξίζει όμως να επισημάνουμε πως ο Φωκάς κατά την διάρκεια της  βασιλείας του, επέδειξε έντονο το αίσθημα της φιλοπατρίας, γι’ αυτό το λόγο και θέλησε να καταστήσει το αίσθημα αυτό χρήσιμο σε μία αυτοκρατορία στην οποία υπερίσχυε κατά το πλείστον το θρησκευτικό αίσθημα.

Όπως μας πληροφορεί  ιστορικός Στυλιανός Δ. Μιχόπουλος καθιέρωσε με νόμο ότι ο στρατιωτικός που φονεύεται για το κράτος, εκπληρώνει καθήκον ισάξιο με εκείνο του μάρτυρος που θυσιάζεται για την πίστη του. Ορισμένοι όμως από τους επισκόπους κατάφεραν να αποτρέψουν την έκδοση αυτού του νόμου.

Ο Νικηφόρος Φωκάς παρά ταύτα δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτό. Απαγόρευσε την αφιέρωση κτημάτων σε μοναστήρια, μητροπόλεις, επισκοπές, ξενώνες και γηροκομεία, για την αποφυγή της γρήγορης και υπερβάλλουσας αύξησης της κτηματικής τους περιουσίας, με αποτέλεσμα την στέρηση σημαντικών εσόδων λόγω της φορολογίας. Εξάλλου θεωρούσε  ως γνήσια και βαθιά θρησκευόμενος πως αυτό δε συνάδει με την Παράδοση των Πατέρων της εκκλησίας. Επέτρεψε όμως τη δωρεά χρημάτων.

Με την 964 Νεαρά εξέτεινε την αντίδρασή του απέναντι στα καθιερωμένα απαγορεύοντας όχι μόνο την ίδρυση νέων Μοναστηριών, αλλά και την συντήρηση των παλαιών.  «Άρτι δε βλέπων την περί τα μοναστήρια και τα ιερά ταύτα σεμνεία περιφανή νόσον (νόσον γαρ εγώ την απληστίαν καλώ) ουκ είδα τίνα δη του κακού θεραπείαν επινοήσω ή πως κολάσω την αμετρίαν». (Σπ. Ζαμπέλιου «Βυζαντιναί μελέται» Σελ. 156). Αργότερα το διάταγμα αυτό ανεκλήθη από τον Βασίλειο Β΄ το Βουλγαροκτόνο ως αισχρό προς τον ίδιο το Θεό.

Παρόλα αυτά με τη Νεαρά του 967 ενίσχυσε του ισχυρούς επιβάλλοντας την αρχή της ισοτιμίας. Σύμφωνα με τους Ζωναρά και Κεδρηνό θα προβεί και σε νόθευση του νομίσματος, υποχρεώνοντας όμως στους υπηκόους του  να πληρώνουν τις δικές τους υποχρεώσεις στο κράτος με το παλιό νόμισμα, οι οποίες στο μεγαλύτερο μέρος τους κάλυπταν στρατιωτικές ανάγκες – σύμφωνα με τους ειδικούς το 30% των συνολικών εσόδων του κράτους πήγαινε στο στρατό.

Έτσι, όσο ο Φωκάς προχωρούσε τα μέτρα του τόσο πλήθαιναν στο σκοτεινό παρασκήνιο οι διεργασίες συνωμοσίας της ανατροπής του. Όταν το Φθινόπωρο του 969 κατέλαβε την Αντιόχεια οι εχθροί του διέδωσαν ότι ο Βασιλεύς θα πεθάνει. Γεγονός που προσομοιάζει με την προφητεία του πανούργου ιερατείου των Χαλδαίων οι οποίοι προείδαν τον επικείμενο θάνατό του Αλεξάνδρου στη Βαβυλώνα.

Το βράδυ της 10ης Δεκεμβρίου του 969 η Θεοφανώ – το πραγματικό της όνομα ήταν Αναστασώ κάτι το οποίο φαίνεται να την δυσαρεστούσε έντονα – προφασιζόμενη κάποια εργασία έφυγε από το βασιλικό υπνοδωμάτιο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Όλα ήταν έτοιμα ενώ οι συνωμότες, οι οποίοι βρισκόταν στο παλάτι με την κάλυψη της Θεοφανούς, ανέμεναν την άφιξη του Τσιμισκή, τον οποίο ανέβασαν επάνω στα τείχη με σχοινιά μέσα σ’ ένα καλάθι. Οι δολοφόνοι μπήκαν στο δωμάτιό του και όρμησαν επάνω του χτυπώντας τον ανελέητα. Ο Νικηφόρος αιμόφυρτος από τις πληγές προσεύχονταν στην Παναγία, ενώ λίγο αργότερα ένας από τους συνωμότες διαπέρασε με σπαθί το στήθος του Βασιλέα. Κανείς από την βασιλική φρουρά δεν αντέδρασε, μιας και οι περισσότεροι εξ αυτών ήταν ξένοι μισθοφόροι. Το πτώμα του Νικηφόρου πετάχτηκε στο ύπαιθρο. Τη νύχτα μόνο τόλμησαν κάποιοι με όλες τις προφυλάξεις να το πάρουν και να κηδεύουν τον μέχρι χθες ένδοξο αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Μετά τα όσα συνέβησαν ο Τσιμισκής θα εξορίσει τη Θεοφανώ στη νήσο Πρώτη, θα κατηγορήσει ως υπεύθυνους για τη δολοφονία δύο συνεργάτες του, τους Λέοντα Βαλάντη και Θεόδωρο, τους οποίους θα εξορίσει και αυτούς και τέλος θα ακυρώσει τις διατάξεις που απαγόρευαν τον πλουτισμό του Κλήρου. Τώρα πλέον ο Τσιμισκής είχε ικανοποιήσει όλες τις απαιτήσεις του Κλήρου. Έτσι, ο πατριάρχης Πολύευκος τον έστεψε Βασιλέα. Ο Ιωάννης Τσιμισκής έγινε, όπως έκλωθαν οι δυνάμεις στο σκοτεινό παρασκήνιο της ιστορίας, ο νέος Αυτοκράτορας.

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο