Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Γερμανός συνθέτης και πιανίστας Λούντβιχ βαν Μπετόβεν ο οποίος γεννήθηκε στη Βόνη (1770 – 1827) το 1801 θα ολοκληρώσει ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του, τη «Σονάτα του  Σεληνόφωτος» (Moonlight Sonata στα αγγλικά). Ένα έργο στο οποίο ο διάσημος δημιουργός αποκαλύπτει τον απέραντο έρωτα που τρέφει στην δεκαεφτάχρονη μαθήτριά του, την κοντέσα Τζουλιέτα Γκουϊτσιάρντι (1784-1856) η οποία θα του αρνηθεί να τον παντρευτεί.

Όμως, όπως κάθε άρνηση κρύβει διαλεκτικά μέσα της την πιο βαθιά κατάφαση, όπως η μπόρα αναζωογονεί την ίδια τη ζωή, όπως κάθε παράδεισος αποκτά υπόσταση δια της κολάσεως – μηδέ εξαιρουμένης και αυτής της αοράτου κτίσεως – έτσι και κάθε εμπόδιο αποτελεί για τον άνθρωπο ένα οριακό σημείο ξεπεράσματος του ίδιου του του εαυτού. Η άρνηση της Τζουλιέτας θα αποτελέσει ένα οριακό σημείο εσωτερικής εξάντλησης και εξάγνησης για τον Μπετόβεν. Ο δημιουργός  παλεύει ανάμεσα στο πάθος και την προσωπική του μοίρα. Η άρνησή της είναι θα λέγαμε ένα εναρκτήριο λάκτισμα της μεγαλοφυούς πνευματικής του δημιουργίας, χάρη στην οποία γεννιέται και αναπτύσσεται ένα ολόκληρο δονούμενο σύμπαν συναισθημάτων, χαρίζοντας στην ανθρωπότητα αυτό το αριστούργημα.

Το έργο χωρίζεται σε τρία μέρη Το adagio, το allegretto και το finale Ανάμεσα στο adagio και το finale, τα οποία εκφράζουν τη θλίψη του ποιητή – στο πρώτο η θλίψη του εμφανίζεται ως εγκαρτέρηση, ενώ στο τρίτο μέρος μετατρέπεται σ’ ένα βίαιο ξέσπασμα απελπισίας – το δεύτερο μέρος έρχεται ως μία κατανόηση πρόσκαιρης διαύγειας για να γεφυρώσει τη θλίψη του. Το  allegretto είναι όπως πολύ όμορφα θα περιγράψει ο Ούγγρος συνθέτης Φραντς Λιστ (1811-1886) «ένα λουλούδι που ανθίζει ανάμεσα σε δυο αβύσσους».

Το έργο αυτό του Μπετόβεν αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το Γιάννη Ρίτσο στο γνωστό ομότιτλο ποίημά του «Η Σονάτα του σεληνόφωτος». Το 1956 ο ποιητής  θα γράψει ίσως την ωραιότερη ποιητική σύνθεση από τις δεκαεφτά της συλλογής του, της «Τέταρτης Διάστασης». Είναι ένας μονόλογος μίας ηλικιωμένης γυναίκας, ο οποίος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην ικεσία και στην εξομολόγηση της απέναντι σ’ ένα νεαρό άνδρα κάτω από ένα αμείλικτο, σχεδόν μυστηριακό φεγγάρι, οδηγώντας την βαθμιαία στην επανεξέταση της ίδιας της της ζωής. Μίας ζωής η οποία ταλαντευόταν ανάμεσα στην ερωτική επιθυμία, τον πειρασμό και στη συμμόρφωση της με τις ηθικές επιταγές.

Τώρα όμως η ανάγκη της φυγής της από το σπίτι συνδέεται με τον τρόμο, τις σκιές, το θάνατο και την εγκατάλειψη αυτού του σπιτιού, που δε λέει ωστόσο να πεθάνει. Εξάλλου κατά τον Γερμανό ψυχολόγο Μαξ Ντεσουάρ τόσο η ποίηση όσο και η μουσική ανήκουν στην τέχνες του χρόνου και ως τέτοιες υπόκεινται στο παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, δηλαδή της έναρξης και του τέλους, φέροντας πολλές φορές μέσα τους το αίσθημα της απώλειας.

«Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.

Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του

να ζει απ’ τους νεκρούς του

να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του

και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.»

Αλλά και της φυσικής του φθοράς:

«Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.

Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.

Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,

να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ

να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες

να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου

να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε. […]»

 Έτσι, αυτή φυσική φθορά του σπιτιού που έχει προκληθεί από το χρόνο και ο πόνος που αυτό επιφέρει μέσα της την εξαναγκάζουν ήδη από την αρχή του ποιήματος να εκφράσει την ανάγκη της φυγής της με τον άγνωστο νεαρό άνδρα, με τη συνεχή επαναληπτικότητα της φράσης:

«Άφησέ με νάρθω μαζί σου»

Μία φυγή που γίνεται παράκληση και ικεσία μέσα από την πιο βαθιά επίγνωση «της γυναίκας με τα μαύρα», η οποία ξεφεύγει από τα στενά όρια της ατομικότητας της και αποκτά μία διάσταση οικουμενική, η οποία καθορίζει την ανθρώπινη μοίρα:

«Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,

μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.

Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.»  

 Μία επίγνωση που εν τέλει αποκτά εξομολογητική διάσταση απέναντι στον άγνωστο νέο – ο οποίος ενδεχομένως ν’ ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας της – μιας και, όπως είπαμε, η  νεανική της ζωή ταλαντευόταν ανάμεσα στην ερωτική επιθυμία, τον πειρασμό και στη συμμόρφωση της με τις ηθικές επιταγές. Κάτι όμως που τώρα πια δεν της αρκεί, μιας και τώρα πια θα της έφτανε το τυχαίο άγγιγμα του.

«[…] έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακκακιού σου […]

έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευκότητα του σεληνόφωτος,

πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη δισταχτικήν

έκσταση των εφήβων, πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,

άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τάβλεπα)

– ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου, […]

 – Όχι, δε φτάνει.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου. […]»

Ωστόσο, έχει γίνει μέρος της φύσης της να συγκρατεί τις επιθυμίες της. Έτσι, στο τέλος του ποιήματος η γυναίκα με τα μαύρα θα καληνυχτίσει το νεαρό άντρα.

      « Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θάρθω. Καληνύχτα. […]»

Η ζωή που κάποτε αρνήθηκε να ζήσει δεν μπορεί πια να επιστρέψει.

«Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. […] Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. […].

            Την περίοδο που γράφεται η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» ο Ρίτσος θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές αυτής της περιόδου στην Ευρώπη. Ο Γάλλος ποιητής και δημοσιογράφος Λουί Αραγκόν (1897 – 1982) στα 1971, είχε χαρακτηρίσει το Ρίτσο ως «τον μεγαλύτερο ζώντα ποιητή». Ήδη όμως από το 1957 ο Λουί Αραγκόν, με αφορμή τη δημοσίευση της «Σονάτας του σεληνόφωτος» στα γαλλικά είχε δηλώσει πως: «… τίποτα από πολύ καιρό δεν μου είχε δώσει, όπως μου το ‘δωσε αυτό το ποίημα, το βίαιο τράνταγμα της μεγαλοφυΐας».

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο