Η λύτρωση από το απολιθωμένο βάρος της ελαφρότητας κατά τον Ίταλο Καλβίνο

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Το βάρος της ελαφρότητας, όσο αντιφατικό και αν ακούγεται, σηματοδοτεί  την εποχή μας, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο από το αβάσταχτο βάρος της αδράνειας και της παθητικότητας του κόσμου μας.  Έτσι, καθώς τα νήματα της ιστορίας κινούν τις εποχές και το εφήμερο ταλαντεύεται με το αιώνιο, ίσως κανείς να επαναλάμβανε μέσα του τα προφητικά λόγια του ποιητή μας, Μανώλη Αναγνωστάκη «Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε».

Αυτή η έντονη αίσθηση του βάρους της ελαφρότητας, κυριαρχεί στη σκέψη του Ιταλού λογοτέχνη, Ίταλο Καλβίνο (1923 – 1985)  και αποτυπώνεται   με μεγάλη ενάργεια στην πρώτη στη σειρά από ένα κύκλο διαλέξεων τις οποίες κλίθηκε να δώσει στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

Ο ίδιος θα πει: «Μερικές φορές μου φαινόταν πως ο κόσμος ολόκληρος πέτρωνε: μια αργή απολίθωση, σε περισσότερο ή λιγότερο προχωρημένο στάδιο ανάλογα με τα πρόσωπα και τους τόπους, η οποία δεν άφηνε ανέπαφη καμία μορφή της ζωής. Ήταν σαν να μην μπορούσες να αποφύγεις το αδυσώπητο βλέμμα της Μέδουσας».

Ο Ησίοδος μας αναφέρει στην Θεογονία του πως η Μέδουσα ήταν κόρη της Κητούς και του Φόρκυ και μία από τις τρεις – η μόνη θνητή – γοργόνες αδελφές της, της Σθενούς και της Ευρυάλης. Η οποία νικήθηκε από τον Περσέα.

«Φόρκυι δ᾽ αὖ Κητὼ γραίας τέκε καλλιπαρήους
ἐκ γενετῆς πολιάς, τὰς δὴ Γραίας καλέουσιν
ἀθάνατοί τε θεοὶ χαμαὶ ἐρχόμενοί τ᾽ ἄνθρωποι,
Πεμφρηδώ τ᾽ εὔπεπλον Ἐνυώ τε κροκόπεπλον,
Γοργούς θ᾽, αἳ ναίουσι πέρην κλυτοῦ Ὠκεανοῖο
275 ἐσχατιῇ πρὸς νυκτός, ἵν᾽ Ἑσπερίδες λιγύφωνοι,

Σθεννώ τ’ Εὐρυάλη τε Μέδουσά τε λυγρὰ παθοῦσα·
ἡ μὲν ἔην θνητή, αἱ δ’ ἀθάνατοι καὶ ἀγήρῳ,
αἱ δύο· τῇ δὲ μιῇ παρελέξατο Κυανοχαίτης
ἐν μαλακῷ λειμῶνι καὶ ἄνθεσιν εἰαρινοῖσι.
τῆς ὅτε δὴ Περσεὺς κεφαλὴν ἀπεδειροτόμησεν,   (280)
ἐξέθορε Χρυσάωρ τε μέγας καὶ Πήγασος ἵππος.»

Μεταφρ.:

«Στο Φόρκη πάλι η Κητώ τις γριές του γέννησε με τα ωραία μάγουλα,
εκ γενετής μ᾽ άσπρα μαλλιά, που Γραίες τις καλούνε
οι θεοί οι αθάνατοι και οι άνθρωποι που χάμω σέρνονται,
την Πεμφρηδώ την ομορφόπεπλη και την κροκόπεπλη Ενυώ.
Και τις Γοργόνες γέννησε που κατοικούν στην άκρη του ξακουστού Ωκεανού,
στις εσχατιές, κοντά στη νύχτα, όπου και οι Εσπερίδες μένουν οι γλυκύφωνες,
τη Σθεννώ, την Ευρυάλη και τη Μέδουσα που έπαθε συμφορά ολέθρια.
Γιατί αυτή ήταν θνητή, ενώ οι άλλες δυο αγέραστες κι αθάνατες.
Μ᾽ αυτήν κοιμήθηκε ο Μαυρομάλλης
σε μαλακό λιβάδι και μες στα άνθη τα εαρινά.
(280) Κι όταν της έκοψε απ᾽ το λαιμό την κεφαλή ο Περσέας,
ξεπήδησε ο μέγας Χρυσάωρ κι ο Πήγασος το άλογο.»

Το όνομά της παράγεται από το ρήμα «μέδω» που σημαίνει άρχω, κυβερνώ, φροντίζω κλπ. Μάλιστα είναι αξιοσημείωτο πως για ένα μικρό χρονικό διάστημα χρησιμοποιήθηκε και ως σύμβολο δύναμης των Ιακωβίνων ενάντια στο καθεστώς της εποχής. Ενώ Ο Benvenuto Cellini, αυτός ο πολυτάλαντος αρχικά χρυσοχόος και αργότερα μουσικός και γλύπτης, το όνομα  του οποίου σημαίνει: καλωσόρισες  Cellini, για πολιτικούς λόγους θα ξεκινήσει στα σαρανταπέντε του χρόνια, αν και σε προχωρημένο στάδιο σύφιλης, τη δημιουργία του περίφημου χάλκινου γλυπτού του Περσέα, ο οποίος αποκεφαλίζει τη Μέδουσα (1554) και θα το ολοκληρώσει δέκα χρόνια αργότερα. Το θαυμάσιο αυτό έργο βρίσκεται στη Φλωρεντία στην πλατεία Signoria,  

Κατά την αρχαιότητα η Μέδουσα απεικονίζεται σαν ένα τρομερό θηρίο, μία από τις τρομακτικότερες γυναικείες φιγούρες της ελληνικής μυθολογίας, με μάτια άγρια, με χαυλιόδοντες και μπούκλες από φίδια αντί για βοστρύχους. Στην πορεία όμως η μορφή της, από τον 5ο αιώνα π.Χ. και μετά, αρχίζει να εξωραΐζεται. Σύμφωνα  με  το Ρωμαίο ποιητή Οβίδιο η Μέδουσα απεικονίζεται ως μια πανέμορφη κόρη και ιέρεια της Αθηνάς που γοήτευσε τον Ποσειδώνα ο οποίος συνευρέθηκε μαζί της μέσα στο ιερό της θεάς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εκδίκηση της Αθηνάς για την προσβολή προς το πρόσωπο της. Μία εκδίκηση που τελικά ξέσπασε επάνω στην άτυχη Μέδουσα, καθώς δεν μπορούσε να τα βάλει με τον αδελφό της, μεταμορφώνοντας την σε απεχθές τέρας.

Ποιο είναι όμως το αδυσώπητο βλέμμα της Μέδουσας, καθώς κάθε μύθος, έχει αρκετούς τρόπους να αναλυθεί; Για τον Ίταλο Καλβίνο δεν είναι άλλο από την απολιθωμένη εικόνα του ίδιου του κόσμου μέσα στον οποίο ζει. Αναζητώντας λοιπόν τη λύτρωση χωρίς να κινδυνεύσει επιστρέφει στον ίδιο τον μύθο.

«Ένας μόνο είναι ικανός να κόψει το κεφάλι της μέδουσας: ο Περσέας που πετάει με φτερωτά σανδάλια και δε στρέφει το βλέμμα του προς τη μορφή της Γοργώς, αλλά μόνο προς την εικόνα της, που αντικατοπτρίζεται πάνω στην μπρούτζινη ασπίδα του. / Για να μπορέσει να κόψει το κεφάλι της Μέδουσας χωρίς να κινδυνεύσει να απολιθωθεί, ο Περσέας στηρίζεται σ’ ό,τι πιο ελαφρύ υπάρχει, τους ανέμους και τα σύννεφα και προσηλώνει το βλέμμα του σ’ αυτό που μπορεί να φανερωθεί με έμμεσο τρόπο, όπως η εικόνα που έχει συλλάβει ένα κάτοπτρο. / Η σχέση του Περσέα με τη Γοργώ είναι σύνθετη: δεν τελειώνει με τον αποκεφαλισμό του τέρατος. Από το αίμα της Μέδουσας γεννιέται ένα φτερωτό άλογο, ο Πήγασος. Η βαρύτητα της πέτρας μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετο στοιχείο της: μ’ ένα χτύπημα της οπλής του στον Ελικώνα, ο Πήγασος κάνει την πηγή όπου ξεδιψούν οι μούσες να αναβλύσει. / Όσο για το κομμένο κεφάλι, ο Περσέας δεν το εγκαταλείπει, αλλά το μεταφέρει μαζί του κρυμμένο μέσα σ’ ένα σάκο, κάθε φορά που υπάρχει κίνδυνος να ηττηθεί από τους εχθρούς, τους το δείχνει κρατώντας το από τη φιδίσια κώμη και το αιματηρό λείψανο μετατρέπεται σε αήττητο όπλο στα χέρια του: ένα όπλο που χρησιμεύει μόνο σε έσχατες περιπτώσεις και μόνο ενάντια σε αυτόν που αξίζει να τιμωρηθεί και να γίνει άγαλμα του εαυτού του. / Ο Περσέας κατορθώνει να εξουσιάσει εκείνο το φρικιαστικό πρόσωπο κρατώντας το κρυμμένο κατά τον ίδιο τρόπο που το νίκησε κοιτάζοντάς το μέσα από το κάτοπτρο. Η δύναμη του Περσέα έγκειται πάντα στην άρνηση του να κοιτάξει την άμεση εικόνα, κι όχι στην άρνηση του να αποδεχτεί την πραγματικότητα του κόσμου των τεράτων όπου είναι αναγκασμένος να ζει: μία πραγματικότητα που μεταφέρει μαζί του και την επωμίζεται σαν δικό του φορτίο.» 

Αυτή η διαδικασία αφαίρεσης βάρους του κόσμου δια του μύθου οικοδομεί, κατά τον Καλβίνο, την γνωσιολογική αντιμετώπιση της ελαφρότητάς του. Μία γνώση που συναντάμε ως πικρή διαπίστωση και στο έργο του Μίλαν Κούντερα «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Ο Πήγασος για τον Ίταλο Καλβίνο δεν είναι παρά το προϊόν της μεταστοιχείωσης της βαρύτητας σε πραγματική αξία. «Η βαρύτητα της πέτρας μπορεί να μετατραπεί στο αντίθετο στοιχείο της».

Σήμερα που επικρατεί ο φόβος της κρίσης, που οι άνθρωποι αγωνιούν για το αύριο, που το βλέμμα τους πετρώνει όταν αντικρίζουν τη σκληρή πραγματικότητα, ίσως το μόνο όπλο είναι το να κρατήσουν το σπαθί της βούλησης κοιτώντας το βλέμμα της Μέδουσας υπό το κάτοπτρο της σοφίας, όπως ο Περσέας, που στο μύθο δεν είναι άλλο από την ασπίδα της Αθηνάς. Ενώ το σπαθί της πραγματικής βούλησης δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο μέσα από το αίτημα της κοινωνίας ως αναγκαιότητα της θεσμικής ένταξής της στα κοινά. Ένας ισότιμος θεσμικός εταίρος, ένας σύγχρονος Περσέας απέναντι στο  απολιθωμένο πολιτικό σύστημα που μας πετρώνει.

 

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο