Η κοινωνική αλλοτρίωση στη Χεγκελιανή κριτική μέσα από τη σκέψη του Κώστα Παπαϊωάννου

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Έλληνας διανοητής και ακαδημαϊκός Κώστας Παπαϊωάννου (1925 – 1981) θα συλλάβει στην Χεγκελιανή κριτική της θρησκείας όχι μόνο την ιδέα  του «λάθους» αλλά της εμφάνισής της ως αλλοτρίωση. Ο ίδιος ο Χέγκελ στα νεανικά του κείμενα θα μας πει:

«Ό,τι όμορφο υπάρχει στην ανθρώπινη φύση, εμείς οι ίδιοι το μεταφέραμε έξω από εμάς, στο ξένο άτομο [τον θεό] κρατώντας από αυτή, για μας, μόνο ό,τι σιχαμερό είναι ικανή να έχει. Σήμερα το αναγνωρίζουμε ξανά με χαρά ως το δικό μας έργο, το οικειοποιούμαστε εκ νέου, και μαθαίνουμε έτσι να αισθανόμαστε αυτοσεβασμό για μας τους ίδιους, ενώ προηγουμένως πιστεύαμε  για δικό μας μονάχα αυτό που μπορεί να είναι αντικείμενο περιφρόνησης».

Ο Κώστας Παπαϊωάννου θα επισημάνει πως αυτή η αλλοτρίωση – και εδώ είναι που θα πρέπει να σταθούμε – δεν υπήρχε ανέκαθεν. Ο άνθρωπος δεν υπήρξε πάντα δυστυχισμένος: η αρχαία Ελλάδα δε γνώρισε το «διχασμό» και τη φυγή στο υπερπέραν, αυτή θα αποτελέσει, λοιπόν, το κριτήριο για να αποτιμηθεί ο βαθμός αλλοτρίωσης.

Εξάλλου για τον Χέγκελ η Ελλάδα είναι ο φωτεινός σηματοδότης της ιστορίας είναι όπως θα μας πει «ο παράδεισος του ανθρωπίνου πνεύματος» ή αλλού ο «χαμένος πολιτικός παράδεισος».

Επάνω σε αυτή τη σκέψη ο Κώστας Παπαϊωάννου θα τονίσει πως οι Έλληνες ζούσαν σε αρμονία με τον κόσμο, επειδή ακριβώς δεν γνώριζαν τον διχασμό μεταξύ πολιτείας και ατόμου και ούτε κατά συνέπεια, την επώδυνη αναδίπλωση εντός εαυτού και την φυγή σ’ ένα κενό επέκεινα.

Άλλωστε ο Γερμανός φιλόσοφος ξεκαθαρίζει πως: «Η ιδέα της πατρίδας του, της πολιτείας του [εννοώντας τον αρχαίο Έλληνα πολίτη] η αόρατη πραγματικότητα, το ύψιστο, για το οποίο εργαζόταν, […] αυτό ήταν ο τελικός σκοπός του κόσμου ή ο τελικός σκοπός του κόσμου του […] Ο αστικός κόσμος γνωρίζει μόνο το ιδιωτικό συμφέρον. Οι αρχαίοι πολίτες, αντίθετα, [ως ελεύθεροι άνθρωποι, υπάκουαν σε νόμους που είχαν δώσει οι ίδιοι στον εαυτό τους,… θυσίαζαν την ιδιοκτησία τους, χιλιάδες ζωές για ένα πράγμα που ήταν δικό τους] εργάζονταν για μία ιδέα και ενώπιον αυτής της ιδέας η ατομικότητά τους εξαφανιζόταν».

Έτσι λοιπόν σε μία επιστολή του προς τον Σέλλινγκ στις 16/4/1795 θα πει: Μετατρέποντας η θρησκεία τον άνθρωπο σε πολίτη του ουρανού υποβάθμισε το κράτος και έφθειρε το ενδιαφέρον για τα κοινά. Ακόμη χειρότερα: θρησκεία και πολιτική έπαιξαν το ίδιο παιχνίδι. Η θρησκεία δίδαξε αυτό που ήθελε ο δεσποτισμός: περιφρόνηση για το ανθρώπινο γένος, ανικανότητα για οτιδήποτε καλό, ανικανότητα να είναι κάτι από μόνο του. Ενώ από την άλλη μία άρχουσα τάξη στρατιωτικών αρχηγών και ανθρώπων του χρήματος, στους οποίους ο λαός παρέδωσε την αποκλειστική κηδεμονία του κράτους οδήγησε στην απώλεια της ελευθερίας του.

Ο Κώστας Παπαϊωάννου μέσα σε αυτόν τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα των κοινωνιών, όπως τον συλλαμβάνει ο Χέγκελ, θα δει και την αισιόδοξη πλευρά της Χεγκελιανής σκέψης μέσα από τη δυνατότητα εναρμόνισης του ανθρώπου με τον κόσμο, μία εναρμόνιση που οδηγεί τον άνθρωπο στην κατανόηση της ιερότητας της φύσης, και η οποία επιτυγχάνεται μόνο σε ελεύθερες κοινωνίες, μακριά από κάθε δεσποτική εξωσυμπαντική υπερβατικότητα που μετατρέπει όλες τις σχέσεις σε σχέσεις κυρίου και δούλου. Μόνο η ενεργός συμμετοχή στη ζωή της επίγειας πολιτείας, θα μας πει, μπορεί να δώσει στον άνθρωπο την ιδέα ενός «Απόλυτου» που να καθιστά αδύνατη και περιττή οποιαδήποτε φυγή στον άλλο κόσμο.

Αξίζει όμως να τονίσουμε πως αυτή η διάσταση της ελληνικής ελευθερίας και οικουμενικότητας μέσα από την τέχνη, δηλαδή το κάλος – το οποίο μιλάει στην ψυχή όλων των ανθρώπων –  την πολιτική ελευθερία και την φιλοσοφία θα συναντηθεί σε κάποια στιγμή της ιστορίας με τον χριστιανισμό, τον οποίο θα κληθεί να ερμηνεύσει. Ο Λόγος όμως αυτός, θα σημειώσει ο Έλληνας φιλόσοφος και ακαδημαϊκός Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, στο έργο του «φιλοσοφία και ζωή» και συγκεκριμένα στο κείμενό του «Ελλάς και οικουμένη» – το οποίο αποτελεί μία ομιλία του, η οποία διεξήχθη στο λόφο της Πνύκας τον Ιούνιο του 1964 – έχει μία ριζική διαφορά από τον παλαιό Λόγο, τη φιλοσοφία των Ελλήνων. Η διαφορά αυτή εκφράζεται από τον ιδρυτή του Χριστιανισμού: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή».

Αντιθέτως, λοιπόν, προς την ελευθερία, την ακατάπαυστη κίνησή και νεότητά του, καλείται τώρα το ελληνικό πνεύμα να δογματίσει. Και είναι πράγματι η μόνη φορά που στη ιστορία του κατέληξε σε δόγμα. Μόνο άλλωστε στη θρησκεία χωράει το δόγμα. Έτσι, όταν το πνεύμα του Χριστιανισμού κινδύνευε να διαρρεύσει μέσα στην πολυαρχία των αιρέσεων χρησιμοποίησε τον ελληνικό λόγο ώστε να διατυπώσει την ουσία του Χριστιανισμού διά του δόγματος.

Παρόλα αυτά, κάτω από τη βαθιά διεισδυτική κριτική του Χέγκελ δεν υπάρχει χώρος για υπερβατικότητα. Γι’ αυτό και του άρεσε να αναφέρει τη ρήση του Μάιστερ Έκαρτ (1260 – 1328) ενός Γερμανού θεολόγου, φιλοσόφου και μυστικιστή του ύστερου Μεσαίωνα, λέγοντας:

«Το μάτι με το οποίο με βλέπει ο θεός, είναι το μάτι με το οποίο τον βλέπω, το μάτι μου και το μάτι του είναι ένα […] αν ο θεός δεν υπήρχε, δεν θα υπήρχα, αν δεν υπήρχα, τότε δε θα υπήρχε».

Μόνο το Όλον, λοιπόν, είναι αληθινό στη σκέψη του Χέγκελ και αυτό το σύνθημα της Χεγκελιανής Φαινομενολογίας, όπως θα μας πει ο Κώστας Παπαϊωάννου, σημαίνει, πριν απ’ όλα, ότι η σωτηρία βρίσκεται μόνο στο Συνολικό, στην ανακτημένη ενότητα όλων των κομματιών της ζωής που ο άνθρωπος σκόρπησε κατά μήκος της μακραίωνης πορείας του.

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο

error: