Απόψεις

Η θεωρία και οι πεποιθήσεις του υπαρξισμού για τον άνθρωπο

Για τους υπαρξιστές δεν υπάρχει καθοριζόμενη αλήθεια η οποία ν’ αντίκειται στον άνθρωπο. Ο Σαρτρ στο έργο του «Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός» θα μας επισημάνει πως η «απόλυτη αλήθεια» της ανθρώπινης συνείδησης εδράζεται στην υποκειμενικότητα. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σύνολο καθορισμένων αντιδράσεων, όπως το σύνολο των υλικών αντικειμένων που αποτελούν ένα τραπέζι. Ο άνθρωπος ως υπόσταση καθορίζεται μέσα από την σχέση του με τους άλλους, ξεκινώντας όμως από μία βασική αρχή, την αρχή της υποκειμενικότητάς του, η οποία εκφράζεται μέσα από την σκέψη, και  αποτελεί την ουσία της ύπαρξης του.

Το Καρτεσιανό “cogito ergo sum” αποτελεί την αφετηρία και το τέλος της ανθρώπινης αυτοπραγμάτωσης. Εξάλλου για τους υπαρξιστές έξω από το καρτεσιανό cogito όλα τα αντικείμενα είναι μόνο πιθανά, εφόσον δεν περνάνε από το αμόνι της σχεσιακής μας συνδεσιμότητας με τους άλλους και τα άλλα πράγματα γύρω μας. Ο άλλος είναι απαραίτητος για την ύπαρξή μου, καθώς επίσης και για την γνώση του εαυτού μου.

Για τους υπαρξιστές ο κάθε άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των πράξεών του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ζωή του. Για τον υπαρξιστή δεν υπάρχει μεγάλος καλλιτέχνης ή μεγάλος επιστήμονας ο οποίος δεν κατάφερε να κάνει, λόγο των περιστάσεων, κάποιο σπουδαίο έργο ή μία μεγάλη ανακάλυψη. Η επιστημονική μεγαλοφυΐα του Αϊνστάιν είναι το σύνολο των ανακαλύψεων του, όπως και η καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα του Μότσαρτ είναι το σύνολο των μουσικών έργων του.

Ο υπαρξισμός, θα λέγαμε, ως ρεύμα είναι μια από τις φιλοσοφικές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα. Ο όρος εισήχθη τον περασμένο αιώνα από τον φιλόσοφο και συγγραφέα Γκαμπριέλ Μαρσέλ (1889-1973) γνωστό ως εκπρόσωπο του «χριστιανικού υπαρξισμού», πράγμα που αμφισβητήθηκε από πολλούς μελετητές του, σε αντιδιαστολή, αργότερα, με τη φιλοσοφική τάση του Σαρτρ προς τον αθεϊστικό υπαρξισμό. Ωστόσο, ως τάση διαμορφώθηκε στη Γαλλία και στη Γερμανία ύστερα από το β’ παγκόσμιο πόλεμο και αργότερα εξαπλώθηκε στις αγγλόφωνες χώρες. Κοινή ρίζα των υπαρξιστών αποτελεί η φιλοσοφία του Δανού φιλοσόφου και θεολόγου Σέρεν Κίρκεγκορ, ο οποίος υπήρξε και ο κύριος εισηγητής της και που το κεντρικό του ερώτημα (κορύφωμα προσωπικής αγωνίας) μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: «Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Ποιος ο σκοπός της ανθρώπινης δράσης;».

Για τον Σαρτρ ο άνθρωπος ως μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη, δεν έχει στατικές έμφυτες ιδιότητες, όπως πιστευόταν ότι συμβαίνει με την ουσία του, αλλά διαμορφώνεται αέναα με την προσωπική του δράση. Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο παρ’ εκτός το σχέδιό του στο μέτρο που αυτό πραγματώνεται, με αποτέλεσμα να ευθύνεται και γι’ αυτό στο οποίο θα καταλήξει.

Για παράδειγμα η έννοια της δειλίας για τους υπαρξιστές δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας των δειλών ανθρώπων, αλλά αποτέλεσμα των πράξεων τους. Ο δειλός γίνεται δειλός από τις πράξεις που κάνει, όπως αντίστοιχα και ο ήρωας γίνεται ήρωας στο βαθμό που αυτόστρατεύεται ολοκληρωτικά για το κοινό συμφέρον.

Εξάλλου πάντα υπάρχει για όλους το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, το οποίο προσδιορίζει τον άνθρωπο με βάση τη δράση του.  Ο άνθρωπος δεν μπορεί να παραιτηθεί από την ελευθερία του, ως πηγή αυτοκαθορισμού. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Σαρτρ: «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Καταδικασμένος, γιατί δεν εδημιούργησε, δεν έπλασε μόνος του τον εαυτό του κι ωστόσο ταυτόχρονα ελεύθερος, γιατί από τη στιγμή που πετάχτηκε στον κόσμο, είναι υπεύθυνος για ό,τι κάνει».

Μάλιστα οι υπαρξιστές θα μας πουν, είναι υπεύθυνος όχι μόνο για τις πράξεις του οι οποίες έχουν αντίκτυπο στον εαυτό του, αλλά και για το σύνολο της ανθρωπότητας, καθώς τα πάντα διαμορφώνονται υπό το πρίσμα της σχεσιακής τους συνδεσιμότητας.

Άλλωστε για τον Αλμπέρ Καμύ ή τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, η ανθρώπινη ύπαρξη απαιτεί το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υπό το πρίσμα της καθολικότητας, ακόμα και μέσα σ’ ένα σύμπαν γυμνό από κάθε υπερβατικό νόημα.

Έτσι υπαρξιστές όπως ο Σαρτρ διαχωρίστηκαν από την καρτεσιανή παράδοση, θέτοντας ως πρόσταγμα την ύπαρξη να προηγείται της ουσίας, ορίζοντας συγχρόνως ηγεμόνα των αισθήσεων την αφή και όχι την όραση: «Υπάρχω σημαίνει λερώνω τα χέρια μου».

Για τους υπαρξιστές, εφόσον η αφή αποτελεί τον ηγεμόνα των αισθήσεων, όπως θα έλεγε ο Κίρκεργκορ, ο άνθρωπος αισθανόμενος την ύπαρξή του ρίχνεται στο παρόν για να διαμορφώσει το μέλλον του και να γίνει αυτό που έχει σχεδιάσει για τον εαυτό του να γίνει. Εξάλλου, όπως είπαμε, ρίχνεται στον κόσμο χωρίς να το επιλέξει ο ίδιος ή να έχει κάποιες οδηγίες. Γι’ αυτό και ο υπαρξισμός αντιτίθεται σε κάθε μορφή δογματισμού, ιδεαλισμού ή αιτιοκρατίας, ακόμη, θα λέγαμε, και υπερβατικότητας –εκτός και αν πρόκειται για θεϊστικό υπαρξισμό- παρ’ όλα αυτά όμως δεν παύει ο κάθε άνθρωπος να φέρει, λίγο έως πολύ, την ευθύνη των πράξεών του για τον εαυτό του και τους άλλους.

Άλλωστε ο θάνατος για τους υπαρξιστές δεν συμβαίνει με το τέλος της χρονικής ύπαρξής μας, αλλά κατά τη διάρκειά της, καθώς το χάσμα του εαυτού μας με τους άλλους θα παραμένει αγεφύρωτο, παρά τη σχέση μας με τους άλλους, μιας και η αισθαντικοποίηση της ύπαρξή μας αποτελεί και αναπόσπαστο στοιχείο της μοναδικότητάς μας.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Γράψτε ένα σχόλιο

error: