Η γέννηση του ντανταϊστικού και υπερρεαλιστικού κινήματος

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας και ποιητής Πωλ Ελυάρ (1895 – 1952) ο οποίος υπήρξε ενεργό μέλλος του ντανταϊστικού και υπερρεαλιστικού ή αλλιώς σουρεαλιστικού κινήματος, είχε πει πως «Οι αλήθειες που περιέχονται στα έργα των αληθινών ποιητών είναι σκοτεινές, αλλά είναι αλήθειες και σχεδόν οτιδήποτε άλλο είναι ψέμα».

Το 1924, λοιπόν, δύο χρόνια μετά τη διάλυση της ντανταϊστικής ομάδας του Παρισιού, ο Γάλλος ποιητής Αντρέ Μπρετόν (1896 – 1966) θα διακηρύξει το σουρεαλιστικό μανιφέστο, στο οποίο θα υποστηρίξει πως δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Θα έλεγε κανείς πως ο υπερρεαλισμός αποτελεί για τους καλλιτέχνες αυτής της περιόδου μία μορφή διεξόδου και διάνοιξης προς την ενόραση. Εικόνες ασύνδετες και αποσπασμένες από τη λογική πραγματικότητα που αναδύονται από το σύμπαν του ασυνείδητου συντίθενται και σχετίζονται μεταξύ τους για να εκφράσουν το αδύνατο.

Για τον Ισπανό ζωγράφο Σαλβαντόρ Νταλί (1904 – 1989) ο οποίος συνδέθηκε με το καλλιτεχνικό κίνημα του Υπερρεαλισμού, οι εικόνες είναι ένα είδος ονείρων που βλέπει κανείς όταν είναι ξύπνιος.

Ο ίδιος ο Νταλί έλεγε για το έργο του:

«Το να ξέρει κανείς πώς να κοιτάξει ένα αντικείμενο με τα μάτια του νου, ισοδυναμεί με το να το βλέπει με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα. Οι άνθρωποι όμως δε βλέπουν παρά στερεότυπες εικόνες των πραγμάτων, απλές σκιές αδειασμένες από οποιαδήποτε έκφραση, απλά φαντάσματα των πραγμάτων, ενώ θεωρούν χυδαία και φυσιολογικά όλα εκείνα που συνηθίζουν να βλέπουν καθημερινά, όσο θαυμαστά και εκπληκτικά κι αν είναι αυτά. Βλέπω σημαίνει επινοώ».

Στη ζωγραφική του ο Νταλί επινοεί αυτή τη δυνατότητα της πολλαπλής πραγματικότητας, όπως για παράδειγμα στο έργο του «Το ατέλειωτο αίνιγμα» όπου κανείς μπορεί να διακρίνει πως εκεί ο καλλιτέχνης συγκροτεί παραπάνω από μία εκδοχές απεικονιζόμενης πραγματικότητας.

Οι σουρεαλιστές καλλιτέχνες αναζητούν την έμπνευση πίσω από τα βαριά πέπλα του υποσυνείδητου – το μέσο ρήμα εμπνέομαι σημαίνει κυριολεκτικά πνέω/φυσώ εγώ ο ίδιος μέσα μου – από κει ανασύρουν εικόνες ή σκέψεις χωρίς τη λογοκρισία της λογικής, δημιουργώντας κάθε τι παράδοξο και αλλόκοτο. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο και τα φροϋδικά σύμβολα κατέχουν σημαντική θέση κυρίως στις τέχνες του χώρου όπως είναι η ζωγραφική και η γλυπτική, όπως για παράδειγμα το φαλλικό «Πέτρινο γλυπτό, 1935» του Γερμανού ζωγράφου και γλύπτη Μαξ Ερνστ (1891 – 1976). Χαρακτηριστικό στη ζωγραφική είναι επίσης το έργο του Σαλβαντόρ Νταλί το 1933 «Το αίνιγμα του Γουλιέλμου Τέλλου» το οποίο σχετίζεται με την πατρική μορφή και στο οποίο κυριαρχεί η προέκταση ενός τρίτου ποδιού-φαλλού ή ο «Βιασμός» το 1934, ένα έργο του Βέλγου ζωγράφου Ρενέ Μαγκρίτ (1898 -1967) στο οποίο μπλέκονται το γυναικείο κεφάλι με το γυμνό σώμα για να εκφράσουν αλληγορικά το βιασμό κάθε πραγματικότητας, καθώς και πολλά άλλα έργα σουρεαλιστών ζωγράφων της εποχής.

Στο λόγο σημαντικό ρόλο παίζει η αυτόματη γραφή. Ο Μπρετόν για τα μυστικά της γραπτής σουρεαλιστικής τέχνης θα πει πως κάθε στιγμή υπάρχει μία φράση άσχετη με τη συνειδητή μας σκέψη που ζητάει να εξωτερικευτεί –  οι υπερρεαλιστές παραδέχονται την έμπνευση, αλλά όχι το ταλέντο. Ακριβώς γι’ αυτό η αυτόματη γραφή θεωρούν πως αποτελεί μία διέξοδο για αυτούς από το συμπιεσμένο όγκο των παρορμήσεων και των ασυνείδητων τάσεων.

Για τον φίλο, κριτικό και δοκιμιογράφο, Γιάννη Κυριακάκο, ο οποίος «έφυγε» πρόσφατα, η ποίηση ποτέ δεν μπορεί να είναι σκέτο παραλήρημα Πυθίας. Εξάλλου όπως έγραψε στο δοκίμιο του «Παραλήρημα και Υπερρεαλισμός» το λογικό μέρος που προστίθεται στην έμπνευση είναι σχετικά μικρό, όμως η λογική παίζει ένα ρόλο πηδαλίου. Ένα ρόλο πηδαλίου που οδηγεί τελικά τον Οιδίποδα στην αυτότύφλωση, επειδή η συνείδησή του δεν μπορεί να συγχωρέσει, να δεχτεί την ακαταμάχητη δύναμη του Πεπρωμένου, που εκφράζει την υποσυνείδητη παρόρμηση. Πάνω σε αυτόν τον καμβά, σ’ αυτήν τη φοβερή σύγκρουση στηρίζεται ολόκληρη η Τραγωδία.

Βέβαια, τόσο ο Υπερρεαλισμός όσο και ο Ντανταϊσμός προγενέστερα, που θα γεννηθεί ως κίνημα στο Καμπαρέ Voltaire της Ζυρίχης το 1916, με κύριο ιδρυτή του κινήματος το Ρουμάνο ποιητή Τριστάν Τζαρά (1896 -1963) θα ξεκινήσει ως μία καλλιτεχνική διαμαρτυρία ενάντια στη βαρβαρότητα του πολέμου και της διάχυσης αυτής της βαρβαρότητας τόσο στην τέχνη όσο και στην καθημερινότητα, προτείνοντας μία ευρύτερη αναθεώρηση των αξιών σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής.

Η ομάδα του ντανταϊστικού κινήματος φτάνει να διακηρύξει πως: «Οι γνήσιοι Νταντά είναι εναντίον του Νταντά. Ηγέτης του Νταντά είναι όλος ο κόσμος». Ακριβέστερα ο όρος ντανταϊσμός προήλθε από το «ντα-ντα». Μία διεθνής λέξει που η πολυσημία της δεν οδηγεί σε κάποιο συγκεκριμένο νόημα και που συνήθως ακούμε να κάνουν τα μωρά. Μία επαναλαμβανόμενη λέξη της παιδικής γλώσσας που ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα. Και αυτό ακριβώς είναι ο Ντανταϊσμός. Άλλωστε ήδη ο Ζεράρ ντε Νερβάλ, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γάλλου ποιητή και συγγραφέα Ζεράρ Λαμπρυνί (1808 – 1855) ο οποίος θεωρείται ότι επηρέασε τον Αντρέ Μπρετόν και το Σουρεαλισμό, θα δηλώσει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα από τη γέννηση του ντανταϊστικού και αργότερα υπερρεαλιστικού κινήματος πως: «Η ποίηση ξεπερνάει τα όρια του ποιήματος και μπορεί να υπάρξει και χωρίς ποιήματα» αρκεί θα λέγαμε να μπορεί κανείς να βιώσει τη ζωή ως ποίηση.

Έτσι οι υπερρεαλιστές, στους οποίους εντάσσονται πολλά από τα μέλη  του ντανταϊστικού κινήματος, αναγκάζονται να στηριχτούν τόσο στις σχετικά νεόκοπες  ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ όσο και στα πολιτικά ιδεώδη του Μαρξισμού. Παρόλα αυτά η βαθιά κρίση ενός ήδη ξοφλημένου δυτικού πολιτισμού θα τους οδηγήσει ακόμη μακρύτερα, σε μία επανάσταση υπερβατική. Κάτι που θα κάνει τον Πωλ Ελυάρ να πει, πως: «Στην πραγματική ζωή υπάρχει διαρκής επανάσταση που σαν τον έρωτα αστράφτει κάθε στιγμή. Δεν υπάρχει τάξη, ούτε επαναστατική τάξη. Υπάρχει μόνο χάος και τρέλα. Ο πόλεμος για την ελευθερία πρέπει να γίνεται με πάθος και να γίνεται ασταμάτητα από όλους».

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο

error: