Διαγωνισμός Διηγήματος

Ευλογημένο ποτάμι

Μαστορόπουλος Διονύσης

Ευλογημένο ποτάμι

Το ποτάμι και οι όχθες του. Τι είναι αυτό το μέρος; Μια μαγική περιοχή. Τι θυμίζει σε μένα; Την ζωή μου, τον ορισμό των συναισθημάτων, την ουσία της ζωής. Πώς να τα περιγράψω και με τι σειρά; Ποια χαρά, ποια στεναχώρια, ποιος εγωισμός;

Ήμουν λοχαγός και υπηρετούσα στην Αθήνα, όπου ήταν και το σπίτι μου και θα έπρεπε να είμαι ευχαριστημένος. Η απογοήτευση όμως ήταν μεγάλη καθώς η ρουτίνα της μεγαλούπολης και τα μικρά και μεγάλα προβλήματα με ή καλύτερα μας είχαν καταβάλει. Η Κάτια και εγώ είχαμε κάποια προβλήματα μεταξύ μας τα οποία κυρίως προέρχονταν από την προσπάθεια για να κάνουμε ένα παιδί. Το πρόβλημα των σύγχρονων ζευγαριών που ποτέ μα ποτέ δεν είχα καταλάβει πόσο μεγάλο πραγματικά ήταν.

Οι συνεχείς εξωσωματικές την είχαν γονατίσει, τα φάρμακα αλλά κυρίως η ατυχής κατάληξη όλων των προσπαθειών μας είχαν κάνει πια θεριά. Και μεταξύ μας αλλά και στις κοινωνικές μας σχέσεις. Το είχαμε καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά στην συμπεριφορά μας αλλά και γενικότερα ότι υπήρχε πολύ σοβαρό πρόβλημα στην σχέση μας. Όλο αυτό το ενίσχυε και η δύσκολη και απρόσωπη μεγαλούπολη με τους απίστευτους ρυθμούς της. Η δουλειά μου στην Σχολή είχε απαιτήσεις και της Κάτιας το ίδιο, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος. Κουραστήκαμε και κουράσαμε τους φίλους μας, τους συγγενείς μας, τους συναδέλφους μας.

Και έρχεται το απρόσμενο. Μετάθεση απρόσμενη. Από την ταραχή δεν συγκράτησα το μέρος της νέας μου μονάδας. Το μόνο που θυμόμουν όταν μου το ψιθύρισαν συνάδελφοί μου ήταν … στις όχθες του Έβρου. Ωχ, πώς να το πεις στην Κάτια μέσα σε όλη την κατάστασή μας, πώς να τι ζητήσω να φύγουμε από την Αθήνα και να μετακομίσουμε σε ένα χωριό στην άκρη της Ελλάδας.

«Που; Στις όχθες του Έβρου; Μα δεν μας σκέφτεσαι καθόλου; Να σκεφτούμε κάτι άλλο…» Και δεν είχε και πολύ άδικο. Εγώ είχα ξαναπάει Έβρο και δεν είχα προβλήματα αλλά εκείνη; τώρα στην κατάστασή της; «Έλα, σκέψου ότι το στρατόπεδο είναι πάνω στο λόφο Αραράτ» της έλεγα πειράζοντάς την για να την καλμάρω χρησιμοποιώντας το τοπωνύμιο του λόφου σε σχέση με το ιστορικό βουνό της κιβωτού του Νώε.

Πόσο απομόνωση, ποια ενδιαφέροντα, ποιο το μέλλον μας σε ένα χωριό στα σύνορα, στις όχθες του Έβρου. Που; .. στις όχθες του Έβρου, μία φράση που την χρησιμοποιούσαν οι παλιοί φαντάροι δείχνοντας αντριλίκι και σκληράδα μαζί, οι δημοσιογραφίσκοι μιλώντας για τύμπανα του πολέμου που ακούγονταν τις νύχτες των γειτόνων αγνοώντας τις θρησκευτικές γιορτές των ανθρώπων για να δημιουργήσουν εντυπώσεις, οι λαθρομετανάστες που περνούσαν το ποτάμι για μια καλύτερη ζωή, τόπος με πολύχρωμα πουλιά και πλούτος βλάστησης, ποτάμι με παλλόμενες κοίτες από τις συνεχείς πλημμύρες και τις απίστευτες καταστροφές κατοικιών τον χειμώνα. Και τι χειμώνας. Πολύ δύσκολος με απίστευτες συνθήκες και πολύ χαμηλή θερμοκρασία.

Αναρωτηθήκαμε πολλές φορές και τελικά η σκέψη μιας διεξόδου από όλο αυτό που ζούσαμε στην Αθήνα μας έφερε στον Έβρο και τους δύο και όχι μόνο μου. Ίσως η ησυχία και η απλή καθημερινή ζωή του χωριού να βοηθούσε. Πραγματικά η αλλαγή ήταν μεγάλη και η ζωή στο χωριό μας άλλαξε και τους δυο μας. Το πρόβλημά μας ήρθε σε δεύτερη θέση και προηγήθηκε η δική μας κατάσταση. Ηρεμήσαμε και ξεχάσαμε τα πάντα, κάναμε καινούργιες παρέες, συμμετείχαμε στην μικρή κοινωνία του χωριού, καταλάβαμε την εκκλησία, νιώσαμε την στο πετσί μας το ενδιαφέρον του γείτονα για σένα όχι μόνο από κουτσομπολιό, αλλά από πραγματική αγάπη.

Τρία χρόνια σε αυτές τις όχθες, στις παλλόμενες όχθες, στις όχθες εργοτάξια αναχώματα του στρατού, στις παραδεισένιες όχθες. Και ήρθε εκείνο το βράδυ εκείνη η απίστευτη και κακιά νύχτα με την φοβερή κακοκαιρία. Το χιόνι πολύ πυκνό και ο αέρας τρομερός, η δε θερμοκρασία στους μείον δεκαέξι που δίπλα στο ποτάμι με την υγρασία διπλασιάζονταν η αίσθηση της παγωνιάς.

Όλοι μας πάνω κάτω στο ανάχωμα βοηθούσαμε με ζεστά τους φαντάρους μας που έκαναν περίπολο στο ποτάμι. Ανεξήγητο άγχος ότι κάτι κακό θα γίνονταν εκείνη την άγρια νύχτα. Και δεν είχα άδικο. Η νύχτα ήταν δραματική. Εννέα άτομα βρέθηκαν παγωμένα στην χιονισμένη όχθη δίπλα στο νερό. Ποιο νερό δηλαδή στον πάγο αφού όλα ήταν άσπρα και παγωμένα. Κακόμοιροι λαθρομετανάστες. Πολύ σκληρές εικόνες που όμοιες είχα δει μόνο σε ταινίες, μας έκαναν να πεισμώσουμε και να ψάχνουμε για επιζώντες, όταν με πλησίασε ο Καπάρος από την Άρτα και μου φώναξε «.. κυρ Λοχαγέ εδώ εδωωωώ και έτρεξε να φέρει κάτι στα χέρια.. Δέστε Δέστε..» μου φώναζε τρομαγμένος και ενθουσιασμένος μέσα στην χιονοθύελλα με σπαρακτική φωνή. Στην αρχή είδα ένα παλτό αλλά μετά κατάλαβα ότι ήταν τυλιγμένο ένα παιδάκι. Πρέπει να ‘ταν γύρω στα δύο τρία. Ανέπνεε. Ήταν ζεστό, ήταν καλά τυλιγμένο και δεν ήταν βρεγμένο. «Γρήγορα πήγαινέ το στην μονάδα. Στην σόμπα στο γραφείο..» του είπα.

Περιμέναμε να βρούμε και άλλον επιζώντα. Το μωρό μας είχε γεμίσει ελπίδα και όλη νύχτα ψάχναμε μέσα στο χιόνι. Δεν βρήκαμε άλλον ζωντανό.

Ήταν όλοι τους παγωμένοι. Γύρισα χαράματα στην μονάδα. Δεν ένιωθα τα πόδια μου μα περισσότερο παγωμένη ήταν η καρδιά μου. Έτρεξα με λαχτάρα στο γραφείο να δω τι είχε απογίνει το μωρό. Ο Καπάρος και τρεις τέσσερις άλλοι απ’ έξω «σσςςςςς.. σιγά ..» μου κάναν. «Τι γίνεται; είναι καλά;» φώναξα. Κατάλαβα ότι όλα ήταν καλά και γύρισα προς το δωμάτιο και είδα την εικόνα που δεν ξέχασα ποτέ. Εκεί δίπλα στην μεγάλη ξυλόσομπα, στη φωτιά που τρεμόπαιζε, στην ζέστη του γραφείου, μια γυναικεία φιγούρα και ένα μικρούλι, κοριτσάκι ήταν, αγκαλιασμένες. Αγκαλιά θαλπωρής, αγωνίας, αγκαλιά σφιχτή που ένιωθες ότι δεν χωρούσε μέσα κανείς άλλος. Η Κάτια και η μικρή.

Η Κάτια, που έτρεξε την νύχτα στην μονάδα καθώς το κακό είχε μαθευτεί, κρατούσε τόσο σφιχτά την μικρή με μάτια πελώρια, άγρια σαν θηρίου που δεν θέλει να πλησιάσει κανείς το μικρό του, ενώ η μικρή μισοκοιμισμένη κούρνιαζε στην αγκαλιά. Με κοίταξε η Κάτια και το βλέμμα της μου ανατίναξε την καρδιά. Δεν έχω πολλά να περιγράψω καθώς τα υπόλοιπα τα θυμάμαι σαν όνειρο. Ούτε διαδικασίες, ούτε λεπτομέρειες. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν σταμάτησαν να είναι αγκαλιά οι δυο τους ποτέ. Όλα τα χρόνια που ακολούθησαν.

Μεγάλωσα, τα μάτια μου δεν βλέπουν καλά πια μα η Μαρία σήμερα λάμπει. Με βλέπει ενώ χορεύει με τον καλό της αλλά με παρακολουθεί συνεχώς και ξέρω γιατί το κάνει. Μην τολμήσεις και κλάψεις εννοεί. Η Κάτια δεν είναι πια εδώ και δεν λείπει μόνο σε αυτήν. «Μην κλάψεις ούτε από χαρά» μου πε. «Θέλω μόνο να γελάς. Να θυμάσαι ότι μια ζωή μου μάθατε μόνο να γελάω..»

Μα εγώ δακρύζω, και δεν σκέφτομαι αυτά, δεν με νοιάζουν αυτά. Το μυστικό μου σκέφτομαι εκεί στις όχθες αυτού του καταραμένου ποταμιού. Αυτό που δεν τόλμησα ποτέ και δεν πρόλαβα να πω στην Κάτια μην τυχόν και ταράξω την ευτυχία, την στιγμή και πρώτη εκείνη αγκαλιά. Μην κρατήσει θύμησες η Μαρία. Εγωιστής, σκληρός πήρα την στιγμή και την έκανα ζωή για όλους όπως με βόλεψε. Μέσα από την ευκαιρία σκόρπισα χαρά λέγοντας την μισή αλήθεια. Τι ανόητος Θεέ μου;

Ουφ!! θα σκάσω.. Ο κόσμος μας εύχεται, τα παιδιά περιπαίζουν την νύφη και τον γαμπρό, η Κάτια λείπει και εγώ σκέφτομαι το ποτάμι. Και αν της το είχα πει θα μας αγάπαγε η μικρή τόσο; και εάν της είχα μιλήσει μήπως άλλαζε κάτι; Αχ τι στιγμή είναι και αυτή; Δεν βλέπει μόνο η Κάτια από κει πάνω, δεν γίνεται. Βλέπει και η άλλη μάνα την στιγμή. Και οι δυο τους είναι χαρούμενες εκεί πάνω και ο φταίχτης είμαι εγώ που δεν τις «σύστησα» ποτέ.

Πάλι εγωιστής, πάλι εγώ ζω την στιγμή. Τέλος. Θα της το γράψω και θα της το δώσω σε ένα φάκελο να ανοίξει αύριο μαζί με τα δώρα των φίλων. Θα της πω για την γυναίκα που βρέθηκε παγωμένη χωρίς παλτό, την γυναίκα που κράτησε στεγνή και ζεστή την Μαρία. Την μαμά της. Αυτό θα κάνω.

Πρέπει να ξεπαγώσουν όλες οι καρδιές από εκείνο το παγωμένο βράδυ στις όχθες του ευλογημένου ποταμιού. Θα της το γράψω και θα το ξέρουν και οι τρεις τους. Είμαι σίγουρος

Βιογραφικό

Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1972. Αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο της πόλης και σπούδασε Μηχανικός Χωροταξίας και Πολεοδομίας στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Κατέχει τρία μεταπτυχιακά διπλώματα. Εργάζεται στο τμήμα Πολεοδομίας του Δήμου της Αλεξανδρούπολης.

Σχετικά με τον συντάκτη

Η Γνωμη

Η Γνωμη

Γράψτε ένα σχόλιο