Βοκάκιος «Δεκαήμερο» :Το ξεδίπλωμα της ανθρώπινης υποκρισίας

του Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Ο Ιταλός ποιητής και λογοτέχνης Τζιοβάνι Μποκκάτσιο, γνωστός ως Ιωάννης Βοκάκιος (1313 -1375) θα επηρεαστεί όπως και όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς της εποχής του από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Στην Ιταλία την εποχή εκείνη άρχισε να ανθίζει με κέντρο την Φλωρεντία μία μεγάλη λογοτεχνική κίνηση με κύριους εκπροσώπους το Δάντη, τον Πετράρχη,  αρκετά αργότερα τον Πιέτρο Μπέμπο και άλλους. Αξιοσημείωτη είναι βέβαια και η ανάπτυξη διαφόρων ρευμάτων στο χώρο της τέχνης. Χαρακτηριστική είναι η αρχετυπική μορφή του  αναγεννησιακού καλλιτέχνη  Λεονάρντο ντα Βίντσι ή απλά Λεονάρντο, αλλά και του Μικελάντζελο, ο οποίος άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της δυτικής τέχνης.

Ο Βοκάκιος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του Πετράρχη, το 1350-53 θα τελειώσει το σπουδαιότερο έργο του, το «Δεκαήμερο» χρησιμοποιώντας τη λαϊκή γλώσσα ή όπως λέει ο ίδιος, γράφει στο Φλωρεντινό ιδίωμα. Το έργο αποτελείται από εκατό διηγήματα χωρισμένα σε δέκα μέρη κι από ένα προοίμιο στο οποίο αναγγέλλεται από τον κάθε οργανωτή ή βασιλιά της ημέρας το θέμα γύρω από την αφήγηση των ιστοριών. Στο τελευταίο προοίμιο, ο συγγραφέας περιγράφει με μεγάλη ένταση την επιδημία της πανώλης, που το 1348 είχε πλήξει την Ευρώπη και σάρωσε την Φλωρεντία.

Όπως ο ίδιος μας λέει στην αρχή της πρώτης μέρας του Δεκαήμερου, το 1348 στη Φλωρεντία, την ωραιότερη πόλη ανάμεσα στις περιφημότερες πόλεις της Ιταλίας, χίμηξε άγρια η θανατηφόρα επιδημία της πανώλης. Η δε ένταση της ήταν τόσο μεγάλη ώστε τα νεκροταφεία δεν επαρκούσαν για όλους τους ενταφιασμούς. Έτσι, έσκαβαν μεγάλους λάκκους στους οποίους έριχναν τα πτώματα κατά εκατοντάδες, όπως μέσα στο αμπάρι ενός καραβιού στοιβάζονται τα εμπορεύματα, ενώ πολλοί σφετερίζονταν το επάγγελμα του νεκροθάφτη.

Ωστόσο, μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό εφτά κυρίες, ντυμένες πένθιμα και τρεις νέοι θα συναντηθούν σε μία εκκλησία. Εκεί θα συναποφασίσουν, πάνω στην κορύφωση της απελπισίας τους, να φύγουν από την πόλη μαζί με τους υπηρέτες τους και να συγκατοικήσουν σ’ ένα θαυμάσιο πύργο μόλις δύο μίλια έξω από τα τείχη της πόλης, όπου θα περάσουν δέκα ημέρες διηγούμενοι ιστορίες για την αγάπη, τα ανθρώπινα πάθη, την τύχη, το πεπρωμένο και την αναγέννηση.

Παρά το γεγονός πως τα διηγήματα των νέων δεν έχουν χρονολογική τοποθέτηση, κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η υποκρισία των ανθρώπων, αλλά και ο πόθος για λαγνεία, ο οποίος καταγράφεται σε όλες τις κοινωνικές τάξεις των τολμηρών τους ιστοριών μέσα από μία ελευθεριάζουσα για την εποχή αφήγηση. Έτσι, ο ερωτικός τους  χαρακτήρας μαζί με την αντιεκκλησιαστική τους στάση για τα καθιερωμένα της εποχής αποτελεί και τον κύριο λόγο για τον οποίο το έργο είχε καταστεί τόσο γνωστό.

H Επ. Καθηγήτρια του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Άννα Θέμου, στην Α΄ Συνεδρία της επετειακής Επιστημονικής Ημερίδας La Grecia di Boccaccio (3/6/2013) η οποία διοργανώθηκε υπό την αιγίδα του Ιδρ. «Εnte Nazionale Giovanni Boccaccio» θα επισημάνει πως ο Μελάς στον πρόλογο της κριτικής του για το «Δεκαήμερο» χαρακτηρίζει το Βοκάκιο ως «ρεαλιστή», «γυναικολάτρη και κοσμικό ερωτολόγο» ή αλλού «σαρκολάτρη και πιο ανθρώπινο» σε αντιδιαστολή με τους «ασκητές» Δάντη («θεολάτρη» ή «θεόπνευστο») και Πετράρχη («ιδεολάτρη» ή «ιδανιστή»). Ενώ σε άλλο σημείο μας λέει πως ο Βοκάκιος «Πιστεύει στην παντοδυναμία του έρωτα, σε κάθε κοινωνική τάξη, σε μεγάλους και μικρούς, […] κοσμικούς και κληρικούς».

Στην Ελλάδα λόγω της υποκριτικής αντίληψης της καθεστηκυίας τάξης, η παρουσία του έργου του Βοκάκιου κατά τον εικοστό αιώνα υπήρξε περιορισμένη. Ο Βοκκάκιος και το έργο του προκαλούσαν συζητήσεις και απαγορεύσεις, καθώς ακόμη και τη δεκαετία του 1950, όπως μας ενημερώνει ο Επ. Καθηγητής του Τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Ιωάννης Δημ. Τσόλκας σε σύγγραμμα του με τίτλο «Η εικόνα του Βοκκάκιου στην κοινωνία και στην κριτική λογοτεχνίας της Ελλάδας του 20ού αιώνα», είχαν λάβει χώρα ακραίες καταστάσεις και γεγονότα. Ο Βοκκάκιος βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, κηρύχτηκε ένοχος και το Δεκαήμερο κατασχέθηκε αφού:

«Συμφώνως προς τελευταίαν καταδικαστικήν απόφασιν του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι επικίνδυνος δια την ελληνικήν νεολαίαν και το μέσον ελληνικόν αναγνωστικόν κοινόν. Το “Δεκαήμερον” δεν επιτρέπεται πλέον να εμφανίζεται εις την Ελλάδα, αφού εκδόται του ετιμωρήθησαν επειδή το εκυκλοφόρησαν εις (λογοτεχνικήν, πλήρη και με σύντομον  κατατοπιστικόν πρόλογον) μετάφρασιν. Ή πρέπει να εμφανίζεται μερικώς, αποσπασματικώς, “κεκαρθαμένον από παντός απρεπούς λόγου”». «Εφημερίδα Ελευθερία, 29/5/1955, σελ. 1».

Αξίζει μάλιστα να αναφερθεί η εισαγωγή που κάνει ο Γεράσιμος  Σπαταλάς στο προοίμιο της μετάφρασης του Δεκαήμερου για να παρουσιάσει τον Βοκκάκιο και την απήχησή του: «Για τον μεγάλο Βοκκάκιο … πολύ λίγα πράγματα έχουν γίνει γνωστά στον τόπο μας, κι αν πω πως ο μέγας εκείνος άνθρωπος και λογοτέχνης είναι παρεξηγημένος, και θεωρείται από τους περισσότερους σαν κάποιος κοινός πορνογράφος … δεν θα άπεχα και πολύ από την αλήθεια».

Και πράγματι ο Βοκάκιος είναι ένας παρεξηγημένος λογοτέχνης, καθώς μέσα από τον καυστικό και σατιρικό τρόπο των αφηγήσεών του, με πολύ χιούμορ και οξύνοια, σχολιάζει χωρίς συναισθηματισμούς όλους τους τύπους των ανθρώπων, από όποια κοινωνική τάξη και αν προέρχονται, μιας  και ξεσκεπάζει τ’ ανθρώπινα πάθη που κυοφορούνται σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες: από βασιλιάδες ή πριγκίπισσες μέχρι ζητιάνους, από κληρικούς ή καλόγερους μέχρι πόρνες και από μεγαλέμπορους ή χωρικούς μέχρι τοκογλύφους και αυλικούς.

Ο Βοκκάκιος, αν και παρεξηγημένος, θεωρείται γενικότερα μεγάλος και διάσημος συγγραφέας σχεδόν αποκλειστικά από το «Δεκαήμερο» και τις τολμηρές του ιστορίες. Δικαίως λοιπόν ο Ιταλός νομπελίστας ποιητής Τζουζέπε Καρντούτσι (1835 – 1907) έγραψε: «κανένας έπειτα από τον Δάντη και πριν από τον Σαίξπηρ δε δημιούργησε όπως ο Βοκάκιος τόσα διάφορα πρόσωπα σε τόσο διαφορετικές συνθήκες».

Αξίζει δε να σημειωθεί η μεγάλη επίδραση του «Δεκαημέρου» ακόμη στο χώρο της έβδομης τέχνης. Οι αδελφοί Ταβιάνι θα μεταφέρουν στην κινηματογραφική οθόνη το 2015 πέντε ιστορίες μέσα από την δική τους οπτική, ενώ ο μεγάλος αιρετικός του Ιταλικού σινεμά Πιέρ Πάολο Παζολίνι, που προηγήθηκε κατά σαρανταπέντε χρόνια, χειρίστηκε μέσα από την δική του θεώρηση και οπτική αισθητική, εννέα συνολικά ιστορίες, από τις οποίες όμως καμιά δεν συμπίπτει με εκείνες των Ταβιάνι. Ήδη όμως από το 1962 ο Μάριο Μονιτσέλι, ο Φεντερίκο Φελίνι, ο Λουκίνο Βισκόντι και ο Βιτόριο ντε Σίκα θα μεταφέρουν το διαχρονικό πνεύμα του Βοκάκιου, και ειδικότερα του «Δεκαημέρου» του, στη σύγχρονη εποχή.

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο