Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός – Ο Εξόριστος πρίγκηψ και η πορεία του προς τη συμβασιλεία

Γιώργος Αναγνωστόπουλος

Το 1182 μ.Χ στο θρόνο του Βυζαντίου θα ανέλθει ο Ανδρόνικος Κομνηνός εξάδελφος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄. Ο Ανδρόνικος υπήρξε ένας άνθρωπος με πολλά προτερήματα και ελαττώματα. Ένας γοητευτικός κακός πρωταγωνιστής της εποχής του. Ο τέλειος τύπος – όπως αναφέρει ο Βασίλιεφ στο έργο του, ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σελ 465 – Βυζαντινού του 12ου αιώνα, με όλες τις αρετές και όλες τις κακίες.

Μεταξύ των δύο ανδρών, του Μανουήλ και του Ανδρόνικου, κυριαρχούσε τόσο η φιλία όσο και η αντιζηλία και ο σφοδρός ανταγωνισμός. Ο παράνομος αιμομικτικός ερωτικός δεσμός του Ανδρόνικου με την ανιψιά του Ευδοκία – Σύνηθες φαινόμενο της ηθικής κατάπτωσης των παραδοσιακών ηθικών αξιών στο Βυζάντιο αποτέλεσαν οι αιμομικτικές ιστορίες πάθους, κυρίως από βασιλικές οικογένειες και δυναστείες. Χαρακτηριστική περίπτωση η νομιμοποίηση της αιμομικτικής σχέσης του Ηράκλειου με την 14χρονη κόρη της αδερφής του, Μαρτίνης – προκάλεσε την κατακραυγή και αποτέλεσε το έναυσμα για το Μανουήλ να τον εξορίσει από το παλάτι στην Κιλικία, με τον τιμητικό τίτλο του Δούκα.

Στην Κιλικία κατά την πολιορκία της πόλεως Μοψουεστίας ο Ανδρόνικος λόγω της ασωτίας του και των καθημερινών απολαύσεων, κατατροπώθηκε από τους Αρμένιους. Όλο το στρατόπεδο έπεσε στα χέρια του Θόρου και ο Ανδρόνικος μόλις που πρόφτασε να γλιτώσει με την ερωμένη του Ευδοκία. Ο Βασιλεύς τον επέπληξε αλλά του το συγχώρεσε. Παρόλα αυτά όταν ο Μανουήλ Α΄ πληροφορήθηκε πως ο Ανδρόνικος σχεδίαζε να τον σκοτώσει τον έκλεισε φυλακισμένο σ’ ένα πύργο του παλατιού πάνω από εννέα χρόνια.

Κατά τον εγκλεισμό του, μετά από τρία χρόνια, ο Ανδρόνικος κατόρθωσε να ανοίξει μία τρύπα στο δάπεδο την οποία κάλυψε με ένα έπιπλο. Καθώς οι έρευνες για τον εντοπισμό του απέβησαν άκαρπες συνέλαβαν τη νόμιμη σύζυγο του, η οποία κατηγορήθηκε ως ύποπτη της απόδρασής του. Έτσι η κρυφή συμβίωση του Ανδρόνικου με τη σύζυγο του στη φυλακή είχε ως αποτέλεσμα τη γέννηση του γιου τους Μανουήλ. Από τότε οι φύλακες χαλάρωσαν την επιτήρηση της γυναίκας του και ο Ανδρόνικος κατάφερε να διαφύγει στη Μικρά Ασία. Παρόλα αυτά μετά την κατάδοση του από χωρικούς συνελήφθη από ένα στρατιώτη και οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στην Κωνσταντινούπολη.

Παρά την αυστηρή επιτήρηση ο Ανδρόνικος κατάφερε να διαφύγει για δεύτερη φορά κατευθυνόμενος προς η Γαλικία και τον ηγεμόνα της, Γιαροσλάβο. Έτσι, Φοβούμενος ο Μανουήλ πως ο Ανδρόνικος θα συγκέντρωνε ρωσικό στρατό εναντίον της Αυτοκρατορίας τη στιγμή που θα άρχιζαν οι εχθροπραξίες με τους Ούγγρους, αλλά και της επιτυχούς συμμαχίας του Αυτοκράτορος με τον δούκα των Ρώσων Γιαροσλάβ ώστε να αντιμετωπίσουν από κοινού τους Ούγγρους, εις την οποία συνέβαλε και ο Ανδρόνικος, του εδόθη αμνηστία και επέστρεψε το 1165 στην Κωνσταντινούπολη.

Αργότερα ο Ανδρόνικος πέτυχε πολλές νίκες στην Κιλικία έναντι των Αρμενίων, ενώ παράλληλα κατόρθωσε να κατακτήσει την καρδιά της Φιλίππης, κόρης του Ραιμούνδου της Αντιοχείας και αδερφή της γυναίκας του Μανουήλ, Μαρίας, η οποία ήταν και αυτή κόρη του Ραιμούνδου. Η γοητεία και οι θεατρινισμοί εξάλλου ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα του Κομνηνού. Αυτό το ειδύλλιο όμως εξόργισε τον Μανουήλ, γεγονός που ανάγκασε τον Ανδρόνικο δραπετεύσει στην Ιερουσαλήμ, εγκαταλείποντας τη Φιλίππη άνευ ευσπλαχνίας, αφού προηγουμένως είχε κατασχέσει δημόσιο χρήμα από φορολογικά έσοδα των περιοχών της ευθύνης του, Κιλικίας και Κύπρου.

Κατόπιν, κοντά στην Άκρα γνώρισε μία άλλη ανιψιά του την 22χρονη Θεοδώρα, μία γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς, η οποία ήταν χήρα του βασιλέως Βαλδουίνου Γ΄. Η συγγένεια βεβαίως και πάλι δεν εμπόδισε καθόλου τον Ανδρόνικο να την αποπλανήσει. Τότε ο βασιλεύς Μανουήλ εξέδωσε διάταγμα διατάσσοντας τους υπηκόους του να συλλάβουν τον Ανδρόνικο και να τον τυφλώσουν. Ο Ανδρόνικος προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή πήρε μαζί του τη Θεοδώρα και περιόδευε μαζί της ανά την Ανατολή, στη Δαμασκό, τη Βαγδάτη, καθώς και μεταξύ των Τούρκων της Μικράς Ασίας, όπου μαζί τους έκανε επιδρομές στις χριστιανικές πόλεις. Έτσι λοιπόν η εκκλησία των αφόρισε, ενώ κάποια στιγμή οι διώκτες του κατάφεραν να συλλάβουν τη Θεοδώρα και να τη στείλουν στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τα δύο παιδιά που είχε αποκτήσει από τον Ανδρόνικο. Μη μπορώντας ο Ανδρόνικος να αντέξει τον αβάσταχτο πόνο του χωρισμού τους παραδόθηκε στον Αυτοκράτορα ζητώντας πρηνής, με θεατρινισμούς και κλάματα συγνώμη για τα όσα έπραξε. Ο βασιλεύς και η εκκλησία συγχώρεσαν τον Ανδρόνικο για τα αμαρτήματα του, παρά ταύτα επειδή συνέχισε να τον υποπτεύεται τον απομάκρυνε στην Οινόη, στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, όπου τον διόρισε κυβερνήτη.

Εκεί θα γίνει γνωστός στον Ανδρόνικο οι θάνατος του Μανουήλ Α΄, στις 24 Σεπτεμβρίου του 1180 και η άνοδος στο θρόνο του δωδεκαετούς γιου του Αλέξιου Β΄, καθώς και της μητέρας του Μαρίας της Αντιοχειανής. Λίγο αργότερα όμως θα ξεσπάσουν έντονες ταραχές στην Κωνσταντινούπολη, λόγω της ευνοϊκής πολιτικής του πρωτοσέβαστου Αλεξίου προς τους Λατίνους έναντι των τοπικών εμπόρων, της αυθαιρεσίας του, αλλά και της σχέσης του με τη Μαρία, γεγονός που έκανε ένα μέρος της αριστοκρατίας να περιέλθει σε δυσμένεια και να εξεγερθεί. Όλα τα παραπάνω περιστατικά βεβαίως ευνοούσαν τον Ανδρόνικο, καθώς ο ίδιος προγραμμάτιζε να παρουσιαστεί κάποια στιγμή ως λυτρωτής από το τυραννικό καθεστώς στο οποίο είχε υποπέσει ο λαός. Η φήμη του εξάλλου προηγούνταν της φυσικής του παρουσίας.

Έτσι λοιπόν ξεκινώντας μ’ ένα άλογο, με απλά ρούχα και μιλώντας όπου περνούσε μόνο για το θεό, αυτός ο εκπληκτικά πανούργος άνθρωπος, κατάφερε να συγκεντρώσει ένα τεράστιο πλήθος, την πορεία του οποίου δεν μπόρεσε ν’ ανακόψει ο πρωτοσέβαστος Αλέξιος Κομνηνός. Ο Κωνσταντίνος Βαρζός στο έργο του «Η γενεαλογία των Κομνηνών» αποτυπώνει το επικρατούν εορταστικό κλίμα στην Κωνσταντινούπολη και τις εκδηλώσεις λατρείας προς το πρόσωπο του στασιαστή όπως το περιγράφει με παραστατικό τρόπο ο μητροπολίτης Αθηνών και λόγιος Μιχαήλ Χωνιάτης: «Άνοιξαν οι πύλες της Πόλης, λέει και όλοι ξεχύθηκαν σαν τις μέλισσες, ενώνοντας πλοία και βάρκες για να γίνει η Προποντίδα πορθμός και να φτάσουν κοντά του. Ακόμη και τα δελφίνια χόρευαν χαρούμενα, χαιρετίζοντας τον μέγα Ανδρόνικο και όλοι ήθελαν να τον δουν που έφερνε τόσα καλά στους Έλληνες, απελευθέρωση των φυλακισμένων, επάνοδο των εξόριστων και κατάλυση της τυραννίας του πρωτοσέβαστου».

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν να θέσει ο Ανδρόνικος τους δικούς του όρους στον Αλέξιο Β΄ προκειμένου να αποθέσει τα όπλα. Όροι, οι οποίοι έγιναν αμέσως δεκτοί από τον Αλέξιο, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και η διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας από τον ίδιο, ενώ ο Αλέξιος θα έπρεπε να αναγκάσει τη μητέρα του να γίνει μοναχή και να αναλάβει αυτός, ο Ανδρόνικος, στη θέση της το ρόλο του κηδεμόνα συν-Αυτοκράτορα, καθώς και η παραδειγματική τιμωρία του πρωτοσέβαστου.

Κατά τη διάρκεια αυτής της εξέγερσης συνέλαβαν τον πρωτοσέβαστο οδηγώντας τον στην Χαλκηδόνα μπροστά στον Ανδρόνικο ο οποίος περιστοιχιζόμενος από μέλη  της αριστοκρατίας διέταξε να τυφλωθεί. Από την αγριότητα δε του πλήθους όταν είδε το στρατό του Ανδρόνικου πλησίον του, δε γλύτωσαν οι Λατίνοι κάτοικοι της πόλης. Σφαγιάσθηκαν χωρίς καμία διάκριση περί τις 60.000  άνδρες, γυναίκες και μωρά.

Έτσι λοιπόν ο Ανδρόνικος με τη συγκατάθεση του Αλέξιου, αλλά και της αριστοκρατίας, η οποία ήταν δυσαρεστημένη από την πολιτική που είχε διαμορφωθεί, εισήλθε θριαμβευτής στη βασιλεύουσα όπου και εστέφθη θεαματικά συν-Αυτοκράτωρ, ξεδιπλώνοντας το θεατρικό του ταλέντο μπροστά από τον τάφο του Μανουήλ Α΄.

 

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο