Έρως και Ψυχή: Ο νόστος της αρχικής ακεραιότητας

Γιώργου Αναγνωστόπουλου

Δεν υπάρχει πιο γελοίο πράγμα, εκ πρώτης όψεως, από το ν’ ακούς έναν εραστή να λέει στο σύντροφό του «θα σ’ αγαπάω αιώνια» ή να ρωτάει συνήθως επίμονα «πόσο μ’ αγαπάς;» λες και η αγάπη αποτελεί ποσοτικό μέγεθος. Παρά ταύτα η αίσθηση της στιγμιαίας πληρότητας μας προσφέρει παράλληλα και την αίσθηση πως σπάει μέσα μας το ρήγμα της ανθρώπινης θνητότητας, δίνοντας στο εφήμερο μία αίσθηση αθανασίας.

Αυτή τη στιγμή που γράφω ακούω μία μουσική μελωδία της Ευανθίας Ρεμπούτσικα: «Ο Σταθμός». Τι να πει κανείς γι’ αυτή τη μαγική μελωδία; Η νοσταλγία, η ανατριχίλα και η μαγεία συνυπάρχουν αξεδιάλυτα δημιουργώντας μέσα μας ένα έντονο άρωμα ευαισθησίας. Είναι ο δρόμος της καρδιάς έξω από το χώρο και το χρόνο ή όπως έλεγε ο Μαρσέλ Προυστ: «Η αγάπη είναι ο χώρος και ο χρόνος που μετριούνται με την καρδιά». Ο δρόμος, λοιπόν, δύο ερωτευμένων που υπόσχονται όρκους αιώνιας αγάπης μεταπλάθοντας την ψυχή σε κορμί και το κορμί σε ψυχή, οδηγεί  σε μία άρρηκτη ένωση του αιώνιου και του εφήμερου, της ψυχής και του σώματος.

Κάτω από αυτή την οπτική δεν μπορεί να υπάρξει έρωτας χωρίς σωματική έλξη. Εντούτοις, ο εραστής αγαπά εξίσου το κορμί και την ψυχή, όπως πολύ ορθά έχει γράψει ο Μεξικανός ποιητής και διπλωμάτης, Οκτάβιο Λοσάνο Πας (1914 – 1998) στο έργο του «Η διπλή φλόγα – Έρωτας και ερωτισμός). Ο συγγραφέας στο ίδιο έργο θα μας πει: «Η έννοια της ψυχής είναι συνιστώσα του προσώπου και, χωρίς πρόσωπο, ο έρωτας υποβαθμίζεται και καταλήγει να είναι απλός ερωτισμός… Χωρίς την πίστη σε μία αθάνατη ψυχή, άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα σώμα θνητό, δεν θα μπορούσε να γεννηθεί ο μοναδικός έρωτας ούτε η συνέπειά του, η μετατροπή του αντικειμένου της επιθυμίας σε υποκείμενο που επιθυμεί. Δηλαδή ο έρωτας έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση την έννοια του προσώπου, και αυτή με τη σειρά της την έννοια μιας ψυχής ενσαρκωμένης σ’ ένα σώμα».

Στο γνωστό μύθο της ψυχής και του έρωτος, του Ρωμαίου συγγραφέα Απουλήιου, ο οποίος γεννήθηκε περί το 125 μ.Χ. στα Μάδαυρα της Αφρικής (σημερινή Αλγερία), ο Έρωτας – καρπός της εξωσυζυγικής σχέσης της θεάς Αφροδίτης και του θεού Άρη, του τέλειου κάλους και του πιο άγριου πολέμου – χτυπήθηκε παράφορα από τα ίδια του τα βέλη και ερωτεύτηκε μία θνητή κοπέλα, την Ψυχή. Την οποία αργότερα ο Δίας έκανε αθάνατη, εισακούοντας  τα παρακάλια του Έρωτα προκειμένου αυτός να την παντρευτεί.

Κατά το νεοπλατωνικό Πρόκλο και ο ίδιος ο Φερεκύδης – ποιητής και φιλόσοφος από τη νήσο Σύρο – έλεγε ότι ο Ζευς, όταν έμελλε να δημιουργήσει τον κόσμο, μετεβλήθη σε έρωτα προκειμένου να ενώσει τα ενάντια στοιχεία: «Εις έρωτα μεταβεβλήσθαι τον Δία, μέλλοντα δημιουργείν».

Ενώ στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, βλέπουμε πως η δύναμη της ασυνείδητης  συμφιλίωσης των αντιθέτων μέσα από το  μύθο του Ανδρόγυνου θα οδηγήσει το ανθρώπινο ον σε έπαρση. Έτσι, με τη βίαιη αποκοπή τους από το Δία  επέρχεται το βίωμα της ανθρώπινης ελλείψεως, καθώς αυτό που μας κάνει ανθρώπους είναι η αίσθηση της αδυναμίας μας. Άλλωστε δεν μπορεί να υπάρξει εσωτερική ζωή χωρίς το αίσθημα της ελλείψεως, το οποίο πληρούται μόνο μέσα από τον έρωτα ο οποίος αποκαθιστά και πάλι την λαχτάρα της αρχέγονης ακεραιότητας, η οποία στον Φαίδωνα εκλαμβάνεται ως ανάμνηση, ενώ στο Συμπόσιο μέσα από την κλίμακα της ερωτικής ανάβασης οδηγεί στην αποκάλυψη πως το πραγματικό κίνητρο του έρωτα είναι η ταύτισή του με την ιδέα της ωραιότητας.

Ο Χρήστος Γιανναράς στο σχόλιο του στο Άσμα Ασμάτων θα περιγράψει πολύ εύστοχα πως στην εμπειρία του έρωτα είμαστε όλοι πρωτόπλαστοι, η πείρα των άλλων δεν μας μαθαίνει τίποτα για τον έρωτα. Η ανθρώπινη φύση μας, αυτό το ακαθόριστο κράμα της ψυχής και του κορμιού μας, ξέρει με φοβερή οξυδέρκεια, πέρα από νοήματα, πως η πληρότητα της ζωής κερδίζεται μόνο στην αμοιβαιότητα της σχέσης, στην αμοιβαία ολοκληρωτική αυτοπροσφορά, γι’ αυτό και επενδύει και η φύση μας στον έρωτα όλη την απύθμενη δίψα της για ζωή. Διψάμε τη ζωή και το ενδεχόμενο της ζωής περνάει μόνο μέσα από την σχέση με τον άλλο, στο πρόσωπο του άλλου αναζητάμε την αμοιβαιότητα στη σχέση, ο άλλος γίνετε η αισθητή ανταπόκριση στη πιο βαθιά και κυρίαρχη της φύσης μας επιθυμία, ίσως αυτό που ερωτευόμαστε να μην είναι το πρόσωπο του άλλου, αλλά η δίψα μας ένσαρκη στο πρόσωπό του, όμως κι αυτό θα διαφανεί μόνο στην απόσταση της αποτυχίας ή της απώλειας. Τον τρόπο της ζωής, εν τέλει, μας λέει πως τον σπουδάζουμε πάντοτε σαν χαμένο παράδεισο, σαν χαμένο πλούτο.

Αυτή, λοιπόν, η ανάγκη προς πλήρωση δεν έχει αυτόνομη ύπαρξη, αλλά εξαρτάτε πάντα από την αμοιβαιότητα του άλλου, μετατρέποντας την κατοχή της αποκλειστικότητας σε προσφορά. Η θυελλώδης ερωτική σχέση του Λατίνου ποιητή Προπέρτιου με την φλογερή Κυνθία θα μας δώσει απαράμιλλους στίχους ερωτικής αμοιβαιότητας. Ο ποιητής αισθανόμενος το ενδεχόμενο της απώλειας και του θανάτου θα γράψει πως: «καμιά αγάπη δεν είναι ποτέ αρκετά μακρόχρονη», ενώ η Κυνθία ξεπερνώντας ακόμη και αυτά τα όρια του θανάτου θα πει στον εραστή της «Θα αναμιχθούν, θα συνδεθούν αιώνια τα οστά μας». Το διαχωριστικό ρήγμα του θανάτου μεταστοιχειώνεται σε σύμβολο οικουμενικότητας για να ενσωματωθεί στη ίδια τη ζωή.

Ο άνθρωπος λοιπόν όταν ερωτεύεται, σύμφωνα με το μύθο της Διοτίμας στο Συμπόσιο του Πλάτωνος, οδηγείται από την φτώχια, στον πλούτο – καθώς, ο Έρωτας είναι γιος του Πλούτου και τις Πενίας. Οδηγεί, την ψυχή του «την Περσεφόνη» στο θάνατο!  Άλλωστε πως θα έμπαινε ο Ορφέας στον Άδη να βρει την Ευρυδίκη, αν εκ των προτέρων πίστευε πως δεν υπάρχει τίποτα;

Ο απαγωγέας Πλούτωνας στο μύθο της Περσεφόνης, είναι ο πλούτος, ο θεός του πλούτου. Όποιος λοιπόν δεν έχει πέρασμα για να οδηγηθεί στον κόσμο του αοράτου, όπως το οξυγόνο που περνάει σ’ ένα πολύ μικρό ποσοστό μέσα από τους πόρους του σώματός μας, είναι άπορος και απορεί/αναρωτιέται, από πού να πάω; Ποιο είναι το πέρασμα; Μόνο δια του έρωτος, λοιπόν, επουλώνεται στιγμιαία το αρχέγονο ρήγμα του θανάτου. Εκεί που το Εγώ χάνεται μέσα στο Εσύ και το Εδώ στο Επέκεινα. Αυτή η πάλλουσα ζωή που χάνεται και ξαναγεννιέται είναι το τώρα και το ποτέ, μεταστοιχειώνοντας το θάνατο σε ζωή.

 

 

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο