Διαγωνισμός Διηγήματος

Ένα φυσικό σύνορο

Χρήστος Ταξίδης

Ένα φυσικό σύνορο

Ένας ποταμός χωρίζει δυο χώρες. Δύο χώρες με μεγάλη ιστορία, την Ελλάδα και την Τουρκία. Ο ποταμός Έβρος είναι ένα φυσικό σύνορο. Μα πάνω απ όλα είναι ένα ποτάμι και όπως όλα τα ποτάμια έτσι κι αυτό είναι μακρύ, όμορφο και γεμάτο ζωή. Αμέτρητα ψάρια όλων των ειδών κολυμπάνε στα νερά του και αφού στα νερά του κολυμπάνε ψάρια στις όχθες του κατά καιρούς εμφανίζονται ψαράδες.

Ένας απ αυτούς είναι και ο Αντώνης, ένας άνδρας με γκρίζα μαλλιά, ροζιασμένα χέρια και πολύ όρεξη για ψάρεμα. Από τότε που ήταν μικρό παιδί ερχόταν εδώ μαζί με τον πατέρα του και τον αδερφό του για ψάρεμα, μια ζωή σ αυτά τα νερά. Το ψάρεμα για τον Αντώνη δεν είναι απλά ένα χόμπι για να περνά την ώρα του, είναι κάτι που αγαπά πολύ, είναι όπως λέει και ο ίδιος «μια ευκαιρία να έρθεις σε επαφή με την φύση, να την καταλάβεις και να την σέβεσαι».

Έτσι λοιπόν και σήμερα από το πρωί σηκώθηκε, ετοίμασε τα καλάμια του και τα υπόλοιπα απαραίτητα πράγματα και πήγε στο αγαπημένο του μέρος στο ποτάμι για ψάρεμα. Όταν ο ήλιος έδειξε τις πρώτες φωτεινές του ακτίνες ο Αντώνης πέταξε μέσα στο νερό τα δολώματα του. Για αρκετή ώρα τίποτα δεν τσιμπούσε και ο άνδρας αποφάσισε να πάρει το πρωινό του δίπλα στο αγαπημένο του ποτάμι. Λίγο αργότερα άρχισαν τα ψάρια να τσιμπάνε και έτσι έπιασε μερικά, αλλά επειδή ήταν μικρά τα άφησε πίσω στο ποτάμι. Αυτός ήταν ο πρώτος κανόνας του ψαρά «σεβασμός προς την φύση και τα πλάσματα της».

Μέχρι το μεσημέρι δεν έπιασε τίποτα αξιόλογο και γι αυτό αποφάσισε να φύγει ,είχε και δουλειές στο κήπο του. Όμως την στιγμή που ετοιμαζόταν να φύγει είδε ένα παιδί απέναντί του μερικά μέτρα πιο πέρα. Το παιδί φαινόταν κουρασμένο, διψασμένο και πεινασμένο. Ερχόταν προς το μέρος του με αδύναμα και διστακτικά βήματα. Φορούσε μόνο ένα χακί βρόμικο σορτσάκι και ένα πέδιλο. Ο ιδρώτας έτρεχε στο μικρό του προσωπάκι. Από την μια φοβόταν τον άγνωστο άνδρα που έβλεπε μπροστά του, αλλά από την άλλη χρειαζόταν την βοήθεια του για να επιβιώσει. Ο

Αντώνης άφησε το καλάμι που κρατούσε και το φώναξε κουνώντας το χέρι του.

-Έλα μην φοβάσαι. Έλα.

Αμέσως το παιδί έτρεξε κοντά του και άρχισε να κουνάει τα χέρια του προσπαθώντας να του δείξει ότι διψάει και πεινάει.

-Ναι… ναι το ξέρω. Περίμενε. είπε ο Αντώνης.

Πήρε το ποτήρι του και το γέμισε κρύο νερό. Το παιδί το ήπιε μονορούφι και ζήτησε κι άλλο. Ο Αντώνης του ξαναγέμισε το ποτήρι και του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί. Το παιδί άρχισε να το τρώει λαίμαργα και να πίνει το νερό.

-Πως βρέθηκες εδώ; Θα είσαι απ αυτούς τους καημένους τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους και να ‘ρθουν εδώ με την ελπίδα για καλύτερο μέλλον. Ναι μάλλον τέτοιος είσαι.

Το παιδί τελείωσε το ψωμί του και το νερό και τώρα καθόταν και κοιτούσε κάπως παράξενα τον άνδρα απέναντι του. Έπειτα σηκώθηκε και έτρεξε πίσω από εκεί που ήρθε. Ο Αντώνης δεν πρόλαβε να αντιδράσει, απόρησε λίγο, μάζεψε τα πράγματα του και γύρισε σπίτι του.

Την επόμενη μέρα από νωρίς το πρωί ξαναπήγε στο ίδιο μέρος για ψάρεμα, διότι χθες δεν κατάφερε να πιάσει τίποτα. Σήμερα η μέρα ήταν καλύτερη. Ήδη από τις πρώτες πρωινές ώρες έπιασε πολλά ψάρια. Λίγο πριν η ώρα πάει δύο το μεσημέρι ετοιμαζόταν να φύγει, όμως είδε και πάλι το ίδιο παιδί να τρέχει προς το μέρος του.

-Νόμιζα ότι έφυγες. Εδώ έμεινες το βράδυ; Μα τι ρωτάω, αφού δεν με καταλαβαίνεις. είπε ο άνδρας.

Το παιδί έκανε τις ίδιες κινήσεις και ο Αντώνης του έδωσε νερό και ένα κομμάτι ψωμί. Μόλις τελείωσε το έβαλε και πάλι στα πόδια.

-Περίμενε που πάς; φώναξε ο Αντώνης, αλλά το παιδί ήδη είχε χαθεί πίσω από τους θάμνους.

Το βράδυ ο Αντώνης καθάριζε τα ψάρια που έπιασε και αναρωτιόταν πως το παιδί ξαναήρθε. Ήταν δυνατόν να κοιμήθηκε εκεί; Δίπλα στο ποτάμι; Αποφάσισε να ξαναπάει την επόμενη μέρα στο μέρος του υποτίθεται για ψάρεμα και να δει αν το παιδί θα ξανάρθει.

Πήγε λοιπόν, έριξε το ένα του καλάμι – ένα πήρε σήμερα – και περίμενε. Η μέρα ήταν δροσερή. Ένα απαλό αεράκι φυσούσε και ζωγράφιζε ρυτίδες στην επιφάνεια του νερού. Τα φύλλα των δέντρων χόρευαν στον ρυθμό του αέρα και ο χορός τους έβγαζε μια όμορφη μελωδία που θύμιζαν στον Αντώνη παλιές ωραίες στιγμές. Τα ψάρια τσιμπούσαν συχνά, αλλά σήμερα δεν τον ένοιαζε, για άλλο λόγο ήρθε. Το μεσημέρι το παιδί ήρθε στον Αντώνη και άρχισε να κουνά τα χέρια του ζητώντας αυτό που του ζητάει εδώ και δυο μέρες. Όμως ο Αντώνης δεν του έδωσε ούτε νερό, ούτε ψωμί. Αλλά άρχισε να του δείχνει πώς να ψαρεύει. Μόλις έπιασε ένα ψάρι του έδειξε πώς να ανάβει φωτιά. Μετά του έδειξε πώς να ψήνει το ψάρι στην φωτιά και αμέσως του το έδωσε να το φάει.

Το παιδί όλη αυτήν την ώρα τον κοιτούσε επίμονα. Όταν είδε το ψημένο ψάρι το πήρε στα βρόμικα χέρια του και άρχισε να το τρώει. Το τελείωσε γρήγορα και ζήτησε κι άλλο. Ο Αντώνης του έδωσε το καλάμι και του έδειξε να πάει να το πιάσει μόνος του.

-Θα σε μάθω να βρίσκεις το φαγητό σου. Θα σε μάθω να επιβιώνεις. είπε χαμηλόφωνα.

Με την βοήθεια του Αντώνη και μετά από αρκετή ώρα το παιδί έμαθε να ψαρεύει. Ήταν πολύ χαρούμενο που τα κατάφερε, έβγαζε τα ψάρια το ένα μετά το άλλο και τα έψηνε στην αναμμένη φωτιά. Αυτό γινόταν και τις υπόλοιπες μέρες, κάθε μέρα ερχόταν εδώ, ψάρευαν και ο άνδρας του έκανε μαθήματα επιβίωσης δείχνοντας του και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα, τα οποία ήξερε ότι θα τα χρειαστεί στην ζωή. Όπως για παράδειγμα το πώς να φτιάξει ένα πρόχειρο κατάλυμα, το πώς να βρει τον δρόμο για το χωριό και το πώς να προφυλαχτεί από την ζέστη ή το κρύο. Ο Αντώνης διαπίστωσε ότι το παιδί ζούσε πίσω απ τους θάμνους μέσα στο κορμό ενός γέρικου δέντρου. Η σκέψη ότι αυτό το μικρό παιδάκι, που σίγουρα δεν είναι μεγαλύτερο από εννιά χρονών, ζει εδώ ολομόναχο σε αυτό το δέντρο μαζί με τα άγρια ζώα τριγύρω του και την σκληρή φύση στεναχώρησε τον άνδρα, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το μόνο που μπορούσε να του προσφέρει ήταν αυτές οι γνώσεις, που του μεταδίδει αυτόν τον καιρό και μερικά ρούχα και κουβέρτες.

Πέρασε ένας μήνας από τότε που για πρώτη φορά το παιδί πλησίασε τον Αντώνη. Πλέον το παιδάκι με το σκουρόχρωμο δέρμα ήξερε πολλά πράγματα και κάθε μέρα έπιανε το γεύμα του. Ο Αντώνης ήταν χαρούμενος για το παιδί. Του χάρισε ένα καλάμι και του ευχήθηκε το καλύτερο. Δεν ξαναπήγε σε εκείνο το μέρος για ψάρεμα, γιατί πια είχε αφήσει τον διάδοχο του εκεί. Είχε αφήσει εκεί τον μικρό του φίλο να ψαρεύει.

 

Βιογραφικό

Ο Χρήστος Ταξίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1995 και ζει στην Ν Χιλή, στην Αλεξανδρούπολης, όπου τελείωσε το Γενικό Λύκειο . Είναι φοιτητής στο τμήμα Γλώσσας , Φιλολογίας και Πολιτισμού των Παρευξείνιων χωρών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Σχετικά με τον συντάκτη

Η Γνωμη

Η Γνωμη

Γράψτε ένα σχόλιο