Ένας φοβισμένος ανθρωπάκος

της Γιώτας Αγαπητού

Το ρολόι που είναι κρεμασμένο στον τοίχο δείχνει τρεις το μεσημέρι, μία ακόμη ημέρα στη δουλειά φτάνει στο τέλος της. Ο Θωμάς όμως εξακολουθεί να είναι σκυμμένος πάνω σε στοίβες από χαρτιά που δε λένε να τελειώσουν. Σιγά σιγά οι υπάλληλοι των διπλανών γραφείων αρχίζουν να φεύγουν, ενώ εκείνος συνεχίζει να εργάζεται. Εξάλλου στο σπίτι τον περιμένει μόνο η ηλικιωμένη μητέρα του με ένα ζεστό πιάτο φαγητό πάνω στο τραπέζι.

Ο Θωμάς, ένας άντρας γύρω στα πενήντα πέντε, μεσαίου αναστήματος και βάρους, εδώ και τρία χρόνια, μέσω ανάθεσης, τελεί καθήκοντα προϊστάμενου σε δημόσια υπηρεσία στο κέντρο της Αθήνας. Τελειώνοντας το Πανεπιστήμιο του Πειραιά, σύντομα, λόγω των στενών σχέσεών του με το κόμμα, μπόρεσε και διορίστηκε στο δημόσιο. Δουλοπρεπής από τη φύση του, αλλά και αφάνταστα φοβικός, ποτέ του δεν προσπάθησε να ρισκάρει, απλά άφηνε να τον πάει η ίδια η ζωή όπου εκείνη  ήθελε. Ακόμη ούτε και τότε, που ήταν τρελά ερωτευμένος με την Καίτη, μία νεοδιορισμένη δασκάλα από την Ήπειρο. Γνωρίστηκαν όταν εκείνη πήγε να διδάξει στο μικρό ορεινό χωριό στα βόρεια σύνορα και κείνος υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία  στο φυλάκιο του χωριού. Από την πρώτη στιγμή ο Θωμάς γοητεύτηκε από τον ατίθασο και προκλητικά ανεξάρτητο χαρακτήρα της Καίτης. Κάνανε παρέα από την πρώτη στιγμή, αν και η Καίτη συμπεριφερόταν άσχημα στο Θωμά, αυτό όμως δεν τον πτοούσε, το θεωρούσε ως μέρος του παιχνιδιού. Για την Καίτη ήταν έτοιμος ακόμα και να ξεπεράσει τις όποιες φοβίες του, γιατί εκείνη ήταν όλα όσα αυτός δεν είχε το θάρρος να είναι. Μάταια όμως, το ίδιο καλοκαίρι η Καίτη πήρε μετάθεση και έφυγε για το εξωτερικό. Ο Θωμάς αποφάσισε να τη βρει, αλλά αυτή επιμελώς είχε σβήσει τα ίχνη της.

Μετά από το στρατό και αφού είχε διοριστεί στο δημόσιο, ο Θωμάς πέρασε από διάφορους τομείς των υπηρεσιών και ενώ δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα, το χαμηλό προφίλ και η σχεδόν δουλοπρεπής συμπεριφορά που προέβαλε προς τους ανωτέρους του τον βοήθησαν στο να αναρριχηθεί επαγγελματικά. Η εικόνα που έβγαζε προς τα έξω ήταν η εικόνα ενός ανθρώπου ευγενικού, απλού και εργατικού που εξυπηρετούσε και στήριζε το σύστημα για δικό του και μόνο όφελος, για το λόγο αυτό προσπαθούσε να συνάπτει συμμαχίες με παλιούς εργαζόμενους. Δεν έβαζε τίποτα και κανέναν πάνω από την επαγγελματική του εξέλιξη. Στους συναδέλφους του δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός, απ’ όποια γραφεία και αν περνούσε όλοι είχαν να πουν κάτι για τον καταπιεστικό και αυταρχικό τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονταν στους υφισταμένους του. Είχε αλλάξει τουλάχιστον πέντε γραφεία πριν λάβει το χρίσμα του προϊσταμένου μετά από σχεδόν εικοσιπέντε χρόνια δουλειάς. Ένα χρίσμα που έλαβε μετά από αρκετές μηχανορραφίες και ίντριγκες που δημιούργησε, ενώ δεν είχε τ’ απαραίτητα προσόντα. Το γεγονός αυτό τον έκανε ακόμη πιο απόλυτο και απαιτητικό με τους συνεργάτες του, στα πρόσωπα και τις ικανότητες των οποίων έβλεπε το μέσο που θα τον κρατούσε όσο περισσότερο καιρό μπορούσε στη θέση του. Πιστεύοντας έτσι ότι θα αποδείκνυε πως σε μια τέτοια θέση δε χρειάζονται μόνο τα τυπικά προσόντα, αλλά και η πυγμή, ο αυταρχισμός και η στρατιωτική πειθαρχεία για να λειτουργήσει άψογα ένα τόσο νευραλγικό γραφείο για την υπηρεσία. Ο Θωμάς δημιούργησε τη δική του αυλή από συνεργάτες που τους εμπιστευόταν σχεδόν απόλυτα, γιατί και κείνοι είχαν τους δικούς τους στόχους, αλλά και τις δικές τους διασυνδέσεις μέσα στην υπηρεσία που ήταν χρήσιμες γι’ αυτόν. Ποτέ δεν ερχόταν σε ρήξη με τους ανωτέρους του, ακόμα και αν έβλεπε ότι δρούσαν άδικα κατά των συνεργατών και υφισταμένων του.

Ο Θωμάς φοβόταν αφάνταστα. Ζούσε και ανέπνεε για τον επαγγελματικό τίτλο που με τόσο κόπο είχε αποκτήσει, ένα τίτλο που δεν είχε τη χαρά να μοιραστεί με κανένα γιατί τον συντρόφευε η απόλυτη μοναξιά σε μία ζωή που δεν είχε ζήσει. Φίλους, ο Θωμάς, είχε ελάχιστους, που τους έβλεπε σπάνια, γιατί εκείνοι είχαν ζωή. Τους φίλους αυτούς τους είχε αποκτήσει μέσα από το κόμμα, όταν αυτό είχε αίγλη και εξουσία. Ο Θωμάς όμως ακόμα και τώρα το έβλεπε ως την οικογένεια που δεν είχε αποκτήσει. Ο μεγάλος καημός της μάνας του ήταν που ο γιος της δεν είχε το θάρρος να προχωρήσει στη ζωή του και να κάνει τη δική του οικογένεια. Την άφηνε παντελώς αδιάφορη η προαγωγή του, γιατί εκείνη ονειρευόταν άλλα πράγματα για τον γιο της. Τρόμαζε που τον έβλεπε μέρα με τη μέρα να βουλιάζει στις ψυχαναγκαστικές εμμονές του και στους φόβους του. Φόβοι που είχαν να κάνουν με την επαγγελματική του εξέλιξη, αλλά και τη σχέση του με τους ανθρώπους. Ο Θωμάς έβλεπε γύρω του συναδέλφους που ήθελαν να του πάρουν τη θέση του προϊστάμενου, αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνεται όλο και πιο καταπιεστικός. Όταν ερχόταν η εποχή των κρίσεων και των προαγωγών πάθαινε κρίσεις υστερίας και πανικού, φοβούμενος μη χάσει τη θέση του από κάποιον εργαζόμενο με περισσότερα τυπικά προσόντα από κείνον. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν έκανε κάτι για ν’ αποκτήσει και κείνος τ’ ανάλογα τυπικά προσόντα που ήταν απαραίτητα, γιατί, όπως έλεγε, δεν είχε υπομονή για διάβασμα. Εξάλλου, τα πολλά πτυχία δεν διασφάλιζαν ότι κάποιος θα μπορούσε να προαχθεί. Πίσω όμως απ’ αυτές τις λέξεις κρύβονταν ένας ακόμα φόβος, ο φόβος ότι δε θα κατάφερνε να πάρει ένα ακόμα πτυχίο, γι’ αυτό το λόγο προτιμούσε να κινείται στο παρασκήνιο και να λειτουργεί υπό το φως των καλών δουλοπρεπών σχέσεων με όσους είχαν τη δύναμη να τον στηρίξουν επαγγελματικά.

Τα βράδια, όταν το σκοτάδι φώτιζε την ψυχή του, ο Θωμάς χανόταν στις σελίδες του μοναδικού βιβλίου που τον συνέπαιρνε, τον «Γιούγκερμαν» του Μ. Καραγάτση. Στο πρόσωπο του Μιχάλη, του συναδέλφου και φίλου του Γιούγκερμαν, είχε βρει έναν πραγματικό φίλο, μία αδερφή ψυχή. Του άρεσε να διαβάζει τις σελίδες όπου ο Μιχάλης φιλοξενεί στο σπίτι του τον Γιούγκερμαν και με τη συντροφιά ενός μπουκαλιού γεμάτο αλκοόλ ο Μιχάλης διάβαζε κείμενα που είχε γράψει ξεγυμνώνοντας την ψυχή του, γιατί και ο Μιχάλης ήταν ένας καταπιεσμένος υπάλληλος και αφάνταστα μόνος, τόσο μόνος όπως και ο Γιούγκερμαν, που ούτε και οι συζητήσεις δεν μπορούσαν να ηρεμίσουν τις ταραγμένες ψυχές αυτών των δύο τόσο διαφορετικών ανθρώπων.

Πολλά βράδια, όταν ο ύπνος του Θωμά ήταν ανήσυχος, γεμάτος εφιάλτες και το πρόσωπο του μουσκεμένο από τον ιδρώτα, ξύπναγε και άναβε το φως προσπαθώντας να μην τρομάξει τη μάνα του. Φανταζόταν διαβάζοντας ότι είναι εκεί, στην ίδια παρέα με το Μιχάλη και το Γιούγκερμαν, μ’ ένα ποτήρι αλκοόλ στο χέρι ακούγοντας το Μιχάλη να φιλοσοφεί λέγοντας «Η μοίρα των ανθρώπων είναι ο θάνατος, η μοίρα των θεών είναι η λήθη» καθώς η νύχτα έδινε σιγά σιγά τη θέση της στη νέα μέρα που ερχόταν.

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο