Άγραφες σκέψεις πάνω σε λευκό χαρτί

της Γιώτας Αγαπητού 

Βράδυ Σαββάτου και γω μπροστά σ’ ένα φύλλο λευκό χαρτί προσπαθώ να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου. Έξω από το παράθυρο κοιτάζω τον ουρανό που είναι φωτεινός όχι μόνο από τα χιλιάδες αμέτρητα αστέρια, αλλά και από την κατακόκκινη σαν αίμα πανσέληνο. Η ζέστη είναι αφόρητη παρόλο που η ώρα είναι περασμένη. Σχεδόν μεσάνυχτα και η ψυχή μου  ονειρεύεται τα καταγάλανα νερά του Αιγαίου παρέα με αγαπημένους ανθρώπους και ένα βιβλίο. Είναι αυτές οι ώρες που οι λέξεις σωπαίνουν και η ρουτίνα της καθημερινότητας στοιβάζεται σαν χειμωνιάτικο ρούχο στην ντουλάπα των απωθήσεων. Το ποτήρι με το νερό που έχω πάρει από το ψυγείο έχει ζεσταθεί εδώ και ώρα, κάνοντας αποκρουστική τη γεύση στο στόμα, ενώ οι σκέψεις στριμωγμένες αναζητάνε να εκφράσουν την αθωότητα της δικής τους αλήθειας. Σκέψεις τόσες πολλές για τη ζωή, τη μητρότητα, τον έρωτα και το θάνατο. Σκέψεις που γεννήθηκαν παρατηρώντας τον κόσμο και που έγιναν μνήμες μετουσιωμένες σε γνώση.

Πιάνω αμήχανα το στυλό προσπαθώντας να γράψω, ενώ από το παράθυρο το φεγγάρι ξενυχτώντας  φωτίζει το χώρο.

Θυμάσαι μαμά που σου είχα γράψει πριν από αρκετό καιρό ένα γράμμα; Μάλλον όχι! Γιατί δεν τόλμησα να σου το στείλω ποτέ. Μόνο κάποτε σε μία αποστροφή του λόγου, σε μία από εκείνες τις τηλεφωνικές συνομιλίες μας, σου το είχα αναφέρει βιαστικά…

Τις σκέψεις που και που διακόπτει το τραγούδι ενός τεμπέλικου τριζονιού, όπου μια τέτοια ώρα μένει και κείνο ξάγρυπνο μαζί μου, ζώντας τη μαγεία του καλοκαιριού. Ωστόσο ο ήχος του είναι αδύναμος για να μπορέσει να καλύψει τον ήχο των δικών μου σκέψεών, που συνωστίζονται λες και θέλουν να  προφτάσουν τους γρήγορους ρυθμούς της ζωής.

Ζέστη κι ένα κουνούπι κάνει αισθητή την παρουσία του με το ενοχλητικό του ζουζούνισμα, ενώ εγώ ακόμα δεν μπορώ να γράψω ούτε μία φράση. Μακάρι να έβρισκα ένα τρόπο να μετουσιώσω αυτούσια τις σκέψεις μου στο χαρτί.

Θυμάσαι λοιπόν μαμά πόσα πράγματα σου έλεγα σ’ εκείνο το γράμμα για τα όνειρα, τις προσδοκίες και την πραγματικότητα της ζωής μου;

Θυμάσαι μαμά εκείνο το πρωινό του Ιούνη που ένα τηλεφώνημα ήταν αρκετό για ν’ αλλάξει τις ζωές και των δυο μας;

Περάσανε από τότε δεκαεννιά χρόνια.

Θυμάσαι πόσο βιαστικά και γρήγορα έγιναν όλα και από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκα πάνω στο καράβι που με μετέφερε στην άκρη του Αιγαίου; Πόσα καλοκαίρια έζησα σε αυτή την εσχατιά του κόσμου, που τώρα πια έχουν γίνει μία γλυκόπικρη ανάμνηση γεμάτη εικόνες. Εικόνες και αναμνήσεις που έχουν κρυφτεί σε κάποιο μικρό συρτάρι στο βάθος της ψυχής.

Μαμά εχθές στο διπλανό τραπέζι ενός μικρού καφέ άκουγα άθελά μου μία παρέα που μιλούσε για το χρήμα και ό,τι συσχετίζεται με αυτό, αδιαφορώντας για ό,τι γαληνεύει την ψυχή και δίνει νόημα στις μέρες που μας ανήκουν. Άνθρωποι φορτωμένοι από εγωισμό και άγχος που τους  έγιναν μόνιμα βάρη κουβαλώντας τα μέσα τους. Λίγο πιο κάτω μία παρέα ηλικιωμένων ανδρών μάλωνε για τις πολιτικές εξελίξεις. Ακόμη και τώρα στη δύση της ζωής τους δεν έχουν καταφέρει ν’ αγγίξουν την ουσία της. Την ουσία μίας ζωής που αποστρέφεται να διαχωρίζει και αγαπά μόνο ότι ενώνει.

Χαζεύοντας αδιάφορα, το βλέμμα μου κάποια στιγμή έπεσε σ’ ένα νεαρό ζευγάρι που κουνώντας το λίγων μηνών μωρό τους στην κούνια μάλωνε για τη νέα καθημερινότητα που είχε προκύψει με τον ερχομό του παιδιού τους. Πόσο αλλάζει η ευθύνη της γέννησης ενός παιδιού τους ανθρώπους; Ενώ πιο κάτω μία παρέα εφήβων που δεν έχει μάθει να επικοινωνεί ουσιαστικά, τάραζε την ατμόσφαιρα με το θόρυβο που έκαναν τα ζάρια και τα πούλια πάνω στο ξύλινο τάβλι, ενώ παράλληλα έβγαζαν φωτογραφίες που θα δημοσίευαν  αργότερα στο instagram. Εκείνη την ώρα η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων έμοιαζε να έχει πεθάνει, παίρνοντας μαζί της και τις στιγμές  που χάθηκαν για πάντα στο κενό.

Αχ βρε μαμά πολλές φορές νιώθω αφάνταστα απογοητευμένη με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Βλέπω τους ανθρώπους να ασχολούνται με πράγματα επιφανειακά, αφήνοντας τα ουσιώδη και σημαντικά να τους προσπερνούν αδιάφορα. Τρομάζω παρακολουθώντας τους πολιτικούς όλων των παρατάξεων να ενδιαφέρονται για το προσωπικό τους συμφέρον και το πολιτικό κόστος, αδιαφορώντας για τον απλό κόσμο που στο τέλος του μήνα μένει χωρίς χρήματα στην τσέπη.

Αχ βρε μαμά η ώρα περνάει και γω κάθομαι εδώ μπροστά στο παράθυρο με τον ιδρώτα να τρέχει στο μέτωπό μου, ενώ το δροσερό αεράκι που φυσάει επάνω μου δίνει μία αίσθηση ανακούφισης από την αφόρητη ζέστη. Κοιτάζω κλεφτά για μία ακόμα φορά την άγραφη σελίδα. Το βλέμμα μου καρφώνεται αφηρημένα, σχεδόν αδιάφορα, στο ρολόι που είναι κρεμασμένο στον τοίχο. Η ώρα έχει πάει σχεδόν έξι το πρωί, ξημερώνει και γώ ακόμα και τώρα παλεύω με τις σκέψεις μου που δυσκολεύονται να αποτυπωθούν πάνω στο λευκό χαρτί.

Το καλοκαίρι είναι εδώ και περιμένει τους ανθρώπους να γευτούν τις μέρες και τις νύχτες σαν μία κόκκινη ζουμερή φέτα καρπούζι, κάνοντας τον απολογισμό του όταν πια και τα τελευταία μακό φανελάκια θα έχουν μπει στη ντουλάπα με τη ναφθαλίνη.

Συγνώμη μαμά που κι αυτό το γράμμα αποφάσισα τελικά να μην το γράψω. Οι σκέψεις μου για μία ακόμα φορά θα μείνουν καλά κλεισμένες στο ντουλάπι της μνήμης. Είναι ώρα να πάω στη δουλειά, αφήνοντας το στυλό πάνω στην άγραφη κόλλα.

0 Comments

Αφήστε ένα σχόλιο